Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε τις τελευταίες ημέρες να ξαναβάλει στο τραπέζι τη συμφωνία για τη Γάζα, την ώρα που η αμερικανική στρατηγική για τον πόλεμο στο Ιράν μοιάζει να βαλτώνει.
Ισραήλ: Το δημόσιο «άδειασμα» στον Τραμπ για τη συμφωνία στη Γάζα «στριμώχνει» ακόμη περισσότερο τον πρόεδρο των ΗΠΑ
Μόνο που η προσπάθεια αναθέρμανσης του σχεδίου προσέκρουσε, αυτή τη φορά δημόσια και με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο, στην άρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ αναζητά εναγωνίως μια διέξοδο από τον πόλεμο που ξεκίνησε στο Ιράν, ο πιο στενός του σύμμαχος στην περιοχή δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει ούτε βήμα πίσω από τις θέσεις του. Αντίθετα, ο ισραηλινός πρωθυπουργός έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον: οι «ειρηνευτικές» πρωτοβουλίες για τη Γάζα δεν πρόκειται να προχωρήσουν εάν δεν ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις του Τελ Αβίβ.
Ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ξεκαθάρισε την Κυριακή ότι δεν συμφωνεί στο σχέδιο των 15 σημείων του «Συμβουλίου Ειρήνης» για τη Γάζα, τη στιγμή μάλιστα που η Χαμάς είχε δηλώσει έτοιμη να προχωρήσει στην εφαρμογή της συμφωνίας.
Η εξέλιξη αυτή ήρθε ενώ ο Τραμπ επιχειρούσε να αναβιώσει τη συμφωνία του περασμένου Οκτωβρίου για τη Γάζα, την οποία υποτίθεται ότι είχε εγκρίνει το Ισραήλ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε κάθε λόγο να θέλει να ξαναφέρει το ζήτημα στο προσκήνιο: αφενός για να αναθερμάνει την εικόνα του ως ειρηνοποιού και αφετέρου για να δείξει στους συμμάχους του στον Κόλπο ότι οι ανησυχίες τους εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψη.
Μόνο που η ισραηλινή αντίδραση υπενθύμισε με τον πιο καθαρό τρόπο τα όρια της αμερικανικής επιρροής.
Ο κατευνασμός που (ξανά) δεν λειτούργησε
Η πρώτη εκδοχή του σχεδίου των 15 σημείων δεν άντεξε για πολύ. Η αντίδραση του Ισραήλ ήταν άμεση και οι εμπνευστές του σχεδίου έσπευσαν να το τροποποιήσουν, επιχειρώντας να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του Τελ Αβίβ.
Αρχικά, το «Συμβούλιο Ειρήνης» εξέδωσε μια ανακοίνωση που δήλωνε ότι το Ισραήλ θα έπρεπε να «αποσυρθεί πλήρως» από την Κίτρινη Γραμμή μετά τον αφοπλισμό της Χαμάς. Λίγα μόλις λεπτά αργότερα, όμως, το κείμενο επεξεργάστηκε εκ νέου και η λέξη «πλήρως» αφαιρέθηκε.
Ούτε αυτή η υποχώρηση αποδείχθηκε αρκετή.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε εμφατικά ότι η κυβέρνησή του απορρίπτει το σχέδιο και ότι ο ισραηλινός στρατός «δεν θα κάνει καμιά απόσυρση όσο η Χαμάς δεν έχει αφοπλιστεί αληθινά». Παράλληλα, επανέλαβε ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος.
Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ήταν δύσκολο να παρερμηνευθεί. Ο Νετανιάχου μπορεί να χαρακτήρισε τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ «τον μεγαλύτερο φίλο (του Ισραήλ) στον Λευκό Οίκο», φρόντισε όμως ταυτόχρονα να καταστήσει σαφές ότι η φιλία δεν σημαίνει υποταγή στις αμερικανικές επιδιώξεις. Οι Αμερικανοί, όπως είπε, «έχουν ιδέες, ορισμένες είναι αποδεκτές για εμάς, άλλες όχι, και ξέρουμε πώς να υπερασπίσουμε τις θέσεις μας σε αυτά τα ζητήματα».
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα δημόσιο «άδειασμα» του Τραμπ από έναν σύμμαχο που μέχρι σήμερα έχει δείξει ότι γνωρίζει πολύ καλά πώς να αξιοποιεί την αμερικανική στήριξη, χωρίς όμως να παραιτείται από τη δική του ατζέντα.
Οι εκλογές στο Ισραήλ
Η δημόσια αποστασιοποίηση του Νετανιάχου από τον Τραμπ δεν γίνεται σε πολιτικό κενό. Αντιθέτως, έρχεται με φόντο τις εκλογές στο Ισραήλ σε 2,5 μήνες και τις ολοένα εντονότερες πιέσεις που δέχεται από τους ακροδεξιούς συμμάχους του στην κυβέρνηση.
Ο ισραηλινός πρωθυπουργός χρειάζεται τους συμμάχους αυτούς στο πλευρό του, εάν θέλει να διατηρήσει ζωντανές και ισχυρές τις πιθανότητές του να διεκδικήσει εκ νέου την εξουσία. Και οι συγκεκριμένοι σύμμαχοι δεν κρύβουν ότι παρακολουθούν στενά κάθε κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποχώρηση απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις.
Οι γνωστοί ακροδεξιοί, Σμότριχ και Μπεν Γκβιρ, έχουν σηκώσει παντιέρα, με τον πρώτο μάλιστα να λέει ότι το υπουργικό συμβούλιο παραπλανήθηκε για να εγκρίνει την είσοδο διεθνούς δύναμης στη Γάζα. Η χθεσινή δήλωση Νετανιάχου κέρδισε τα εύσημα του Σμότριχ, που στήριξε τον πρωθυπουργό λέγοντας ότι «ορθώς σήκωσε το ανάστημά του».
Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να αποδοθεί το «άδειασμα» του Νετανιάχου στον Τραμπ αποκλειστικά στην πίεση της ακροδεξιάς, επισημαίνει σε ανάλυσή του το CNN.
Ισραήλ: Το δημόσιο «άδειασμα» στον Τραμπ για τη συμφωνία στη Γάζα «στριμώχνει» ακόμη περισσότερο τον πρόεδρο των ΗΠΑ
«Η συντριπτική πλειοψηφία των Ισραηλινών ψηφοφόρων, αν και εξακολουθούν να είναι ευνοϊκοί προς τον Τραμπ, πιστεύουν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ κάνει μεγάλο λάθος αν πιστεύει ότι το Ισραήλ πρέπει να απεμπολήσει την ελευθερία του να κάνει ό,τι θέλει στη Γάζα».
Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους σκληροπυρηνικούς κυβερνητικούς εταίρους του Νετανιάχου. Αγγίζει έναν ευρύτερο πολιτικό συσχετισμό στο εσωτερικό του Ισραήλ, όπου η αμερικανική επιρροή μπορεί να είναι ισχυρή, αλλά δεν είναι απεριόριστη.
Το επιχείρημα του «Συμβουλίου Ειρήνης»
Ο γενικός διευθυντής του «Συμβουλίου Ειρήνης», Νικολάι Μλαντίνοφ, μιλώντας σε ισραηλινό κανάλι, επιχείρησε να εξηγήσει γιατί η συμφωνία είναι προς το συμφέρον του Ισραήλ.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι μόνο η πλήρης εφαρμογή του σχεδίου θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά μαζική επίθεση όπως αυτή της 7ης Οκτωβρίου 2023 εναντίον ισραηλινών κοινοτήτων.
Το επιχείρημα, ωστόσο, μοιάζει δύσκολο να βρει εύκολα πολιτικούς συμμάχους στο Ισραήλ. Για όλους τους κύριους πολιτικούς αντιπάλους του Νετανιάχου, η αποδοχή της λογικής του Μλάντενοφ θα είχε σημαντικό πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα από τη στιγμή που στο σχέδιο του Τραμπ αποφασίζουν όλοι οι υπόλοιποι για το μέλλον των Παλαιστινίων, εκτός από τους ίδιους τους Παλαιστίνιους.
«Πράγματι, θα ήταν έκπληξη αν ο Γκάντι Άιζενκοτ, ο Ναφτάλι Μπένετ ή πολλοί άλλοι υποψήφιοι πρωθυπουργοί του Ισραήλ πίστευαν ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν πολλές ψήφους με αυτό το πρόγραμμα» αναφέρει ο Άντριου Κάρεϊ στην ανάλυσή του στο CNN.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δυσκολία για την αμερικανική πρωτοβουλία: ακόμη και αν ο Τραμπ επιθυμεί να παρουσιάσει ένα σχέδιο ως συμβιβαστική λύση, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να επιβάλει στους Ισραηλινούς πολιτικούς το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η αποδοχή του.
Ακόμα ένας πονοκέφαλος για τον Τραμπ
Ο Νετανιάχου προσπαθεί να παίξει καθυστερήσεις, υποστηρίζει σε ανάλυσή της η ισραηλινή Haaretz, προκειμένου να καταφέρει να φτάσει στις εκλογές χωρίς πολλές πιέσεις από την ακροδεξιά, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τη διεθνή πίεση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει σχολιάσει ακόμα την αντίδραση του Νετανιάχου. Μέχρι στιγμής, πάντως, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών δεν έχουν λάβει χαρακτήρα οριστικής ρήξης.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει κατά καιρούς συγκρατήσει τον σύμμαχό του, όταν έβλεπε ότι αυτονομούνταν στις αντιδράσεις του, επέλεξε όμως να μην του επιβληθεί – όπως είχαν κάνει προκάτοχοί του – ούτε στον Λίβανο ούτε στην Παλαιστίνη.
Η ισραηλινή άρνηση έρχεται έτσι να προσθέσει έναν ακόμη πονοκέφαλο στον Τραμπ, σε μια στιγμή κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος μοιάζει να κινείται σε κινούμενη άμμο στο Ιράν και έχει μπροστά του, παράλληλα, τις δύσκολες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο πόλεμος στο Ιράν και οι επιπτώσεις του στην αύξηση του κόστους ζωής, όπως και η απόλυτη στήριξη στο Ισραήλ τόσο από τον Τραμπ όσο και από τον προκάτοχό του, Τζο Μπάιντεν, κυριαρχούν στην προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ. Και μέσα σε αυτό το κλίμα, η πλειοψηφία τάσσεται κατά του πολέμου και της τυφλής στήριξης στο Τελ Αβίβ.
Την ίδια ώρα, οι υπερβολικές αναφορές ότι ο Τραμπ παρασύρεται από τον Νετανιάχου έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς στις ΗΠΑ, ενώ το καθεστώς του Ιράν τις αξιοποιεί για τις δικές του επιδιώξεις.
Έτσι, η εικόνα ενός Αμερικανού προέδρου που δυσκολεύεται να επιβάλει τη γραμμή του στον στενότερο σύμμαχό του στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον απλώς εσωτερική ισραηλινή υπόθεση. Έχει άμεσο αντίκτυπο και στην αμερικανική πολιτική σκηνή, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Τραμπ θα ήθελε να εμφανίζεται ως ο ηγέτης που μπορεί να κλείνει πολέμους και να επιβάλλει συμφωνίες.
Η Χαμάς, από την άλλη, προτίμησε να δώσει μια νηφάλια απάντηση στην άρνηση του Ισραήλ να αποδεχτεί το σχέδιο του Τραμπ. Δήλωσε ότι παρέμεινε προσηλωμένη στον οδικό χάρτη, προσθέτοντας ότι αναμένει από το «Συμβούλιο Ειρήνης» να «ασκήσει πίεση» στον Νετανιάχου να τον τηρήσει.
Και έτσι, η προσπάθεια του Τραμπ να ξαναζωντανέψει τη συμφωνία για τη Γάζα βρίσκεται αντιμέτωπη με το ίδιο πρόβλημα που έχει επανειλημμένα στοιχειώσει τις αμερικανικές πρωτοβουλίες στην περιοχή: η Ουάσιγκτον μπορεί να διαμορφώνει το πλαίσιο, να πιέζει και να προτείνει, αλλά στο τέλος οι ισορροπίες στο Τελ Αβίβ αποδεικνύονται πολύ πιο δύσκολο να μετακινηθούν.
Για τον Τραμπ, που ήδη αναζητά διέξοδο από τον πόλεμο στο Ιράν και μετρά τις πολιτικές απώλειες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, το δημόσιο «όχι» του Νετανιάχου δεν είναι απλώς μια διαφωνία με έναν σύμμαχο. Είναι ένας ακόμη πονοκέφαλος που ήρθε να προστεθεί σε μια ολοένα πιο δύσκολη εξίσωση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα