ΔΗΜΟΦΙΛΗΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Καινούριο “ράλι” τιμών σε ψωμί και ζυμαρικά λόγω πολέμων και καύσωνα

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Η κλιμάκωση των επιθέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας σε λιμάνια, εμπορικά πλοία και υποδομές εξαγωγής σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα έχει περιορίσει δραστικά μία από τις σημαντικότερες πηγές φθηνού σιταριού.

Ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας προστίθεται στην εξίσωση των τιμών των τροφίμων στην Ελλάδα ενόψει του χειμώνα, καθώς η νέα εκτίναξη του σιταριού στις διεθνείς αγορές απειλεί να μεταφερθεί σταδιακά στο κόστος παραγωγής και, τελικά, στο ράφι.

Η κλιμάκωση των επιθέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας σε λιμάνια, εμπορικά πλοία και υποδομές εξαγωγής σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα έχει περιορίσει δραστικά μία από τις σημαντικότερες πηγές φθηνού σιταριού για την παγκόσμια αγορά. Τα συμβόλαια σιταριού έχουν κινηθεί κοντά σε υψηλά τριετίας, ενώ μόνο από τις αρχές Ιουλίου τα συμβόλαια στο Σικάγο έχουν ενισχυθεί περισσότερο από 17%.

Για την ελληνική αγορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην τιμή του ψωμιού. Μια παρατεταμένη άνοδος του σιταριού μπορεί να περάσει σε μια πολύ μεγαλύτερη αλυσίδα προϊόντων, από αλεύρι, ψωμί, αρτοσκευάσματα και ζυμαρικά μέχρι προϊόντα στα οποία τα δημητριακά συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στο κόστος παραγωγής.

Πιέσεις από τη Μαύρη Θάλασσα

Το νέο μέτωπο ανοίγει μάλιστα σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική στιγμή. Καθώς η αγορά εισέρχεται σταδιακά στο φθινόπωρο και στη συνέχεια στον χειμώνα, οι επιχειρήσεις τροφίμων καλούνται να υπολογίσουν τις ανάγκες τους σε πρώτες ύλες σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας.

Εάν η αναταραχή στη Μαύρη Θάλασσα αποκτήσει διάρκεια, η πίεση δεν θα αφορά μόνο την τιμή του ίδιου του σιταριού, αλλά και το κόστος εξεύρεσης εναλλακτικών προμηθευτών και μεταφοράς των φορτίων.

Η εικόνα στις διεθνείς αγορές ενισχύει την ανησυχία. Ρωσία και Ουκρανία αποτελούν δύο από τους σημαντικότερους προμηθευτές σιταριού διεθνώς, ενώ οι τελευταίες επιθέσεις έχουν οδηγήσει σε σχεδόν πλήρη παράλυση μεγάλου μέρους της εξαγωγικής δυναμικότητάς τους στη Μαύρη Θάλασσα και την Αζοφική. Σύμφωνα με υπολογισμούς που επικαλείται το Reuters, περισσότερο από το 97% της σχετικής εξαγωγικής δυναμικότητας των δύο χωρών έχει τεθεί εκτός λειτουργίας σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.

Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση επειδή η αναζήτηση σιταριού από άλλες αγορές γίνεται ακριβότερη. Ήδη διεθνείς αγοραστές εξετάζουν προμήθειες από Αυστραλία, Αργεντινή και Βόρεια Αμερική, με τις διαθέσιμες εναλλακτικές να προσφέρονται σε αισθητά υψηλότερες τιμές από εκείνες που μέχρι πρόσφατα εξασφάλιζε η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Από το σιτάρι στο ράφι

Αυτό ακριβώς αποτελεί τον βασικό κίνδυνο και για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων. Ακόμη και χωρίς πρόβλημα φυσικής επάρκειας προϊόντων, μια διεθνής μετατόπιση της ζήτησης προς ακριβότερες αγορές μπορεί να ανεβάσει το κόστος των πρώτων υλών συνολικά στην Ευρώπη.

Η πίεση μπορεί στη συνέχεια να περάσει σε αλευροβιομηχανίες, αρτοποιία, βιομηχανίες ζυμαρικών και επιχειρήσεις εστίασης, δημιουργώντας έναν ακόμη πονοκέφαλο για τις τιμές καταναλωτή.

Η εμπειρία της ενεργειακής και επισιτιστικής κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή του 2022 έχει δείξει πόσο γρήγορα μια διαταραχή στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων μπορεί να μεταφερθεί στην αλυσίδα τροφίμων. Τότε, η επαναλειτουργία των εξαγωγικών διαδρόμων στη Μαύρη Θάλασσα συνέβαλε σημαντικά στην αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών των σιτηρών.

Σήμερα η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με το αντίστροφο σενάριο. Οι διαδρομές της Μαύρης Θάλασσας περιορίζονται, οι εναλλακτικές λύσεις είναι ακριβότερες και η αβεβαιότητα για τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων παραμένει μεγάλη.

Η Oxford Economics υπολογίζει ότι οι διαταραχές θα μπορούσαν να επηρεάσουν έως και 86 εκατ. τόνους εξαγωγών δημητριακών μέσα στη χρονιά, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 17% των παγκόσμιων εξαγωγών. Παράλληλα, εκτιμά ότι οι διεθνείς τιμές τροφίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 11,8% φέτος, καθώς στο γεωπολιτικό ρίσκο προστίθενται προβλήματα από τις καιρικές συνθήκες και άλλες πιέσεις στην παραγωγή.

Για τη χώρα μας το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πόσο από αυτή τη διεθνή ανατίμηση θα φτάσει στο ράφι και με ποια χρονική υστέρηση. Οι επιχειρήσεις διαθέτουν αποθέματα, συμβόλαια προμήθειας και διαφορετικό βαθμό έκθεσης στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, επομένως μια άνοδος του σιταριού δεν μεταφράζεται αυτομάτως και άμεσα σε ισόποσες αυξήσεις για τον καταναλωτή.

Ωστόσο, όσο η κρίση παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα οι νέες τιμές των πρώτων υλών να ενσωματωθούν σταδιακά στο κόστος παραγωγής. Και αυτό θα μπορούσε να δυσκολέψει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού των τροφίμων ακριβώς την περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά νοικοκυριά θα αρχίσουν να επιβαρύνονται και με τις αυξημένες εποχικές δαπάνες του χειμώνα.

Advertisement

Καλλιόπη Χαραλαμποπούλου

Η Καλλιόπη Χαραλαμποπουλου είναι δημοσιογράφος, απόφοιτη του τμήματος Μ.Μ.Ε του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται από το 2004 σε νευραλγικες θέσεις που αφορούν στην επικοινωνία και τη Δημοσιογραφια. Εξειδικευεται σε πολιτικά και κοινωνικοοικονομικα θέματα καθώς και στην επικαιρότητα. Από το 2023 είναι η αρχισυντακτρια του europost.gr και γράφει καθημερινά για θέματα που αφορούν στην επικαιρότητα και συντονίζει μια ομάδα έμπειρων δημοσιογραφων

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button