ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Από το καλοκαίρι «έτρεχε» η έρευνα της Wall Street Journal– Το «βαθύ λαρύγγι» στην Ελλάδα και οι επαφές με την κυβέρνηση

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Οι συναντήσεις των δημοσιογράφων με κυβερνητικά στελέχη, το δείπνο στην αμερικανική πρεσβεία και οι έρευνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που παραμένουν ανοιχτές.

Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Από το καλοκαίρι «έτρεχε» η έρευνα της Wall Street Journal– Το «βαθύ λαρύγγι» στην Ελλάδα και οι επαφές με την κυβέρνηση

Από το καλοκαίρι του 2026 είχε αρχίσει να ξετυλίγεται το νήμα της δημοσιογραφικής έρευνας της «Wall Street Journal» για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ, την καθημερινότητά της στην Αθήνα, αλλά και τις σχέσεις που φέρεται να διατηρούσε με επιχειρηματίες και λομπίστες τόσο στην ελληνική πρωτεύουσα όσο και στην Ουάσινγκτον.

Οι αποκαλύψεις της αμερικανικής εφημερίδας ήρθαν τελικά να πυροδοτήσουν εξελίξεις γύρω από την παρουσία της στην Ελλάδα και να οδηγήσουν στην απομάκρυνσή της από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ, την ώρα που οι έρευνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την υπόθεση εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη.

Τα «Νέα» φωτίζουν το παρασκήνιο που προηγήθηκε της αποχώρησης της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, επιχειρώντας να ανασυνθέσουν τις επαφές, τις πληροφορίες και τις μαρτυρίες που φαίνεται πως συνέβαλαν στη διαμόρφωση του δημοσιεύματος της «WSJ». Στο επίκεντρο βρίσκεται και το ελληνικό «βαθύ λαρύγγι», ένα πρόσωπο που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, φέρεται να διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τροφοδότηση της έρευνας και, κατ’ επέκταση, στην εικόνα που διαμορφώθηκε για την πρώην Αμερικανίδα πρέσβη.

Οι δημοσιογράφοι της αμερικανικής εφημερίδας φαίνεται πως είχαν καταφέρει να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες από κυβερνητικούς κύκλους, γεγονός που τους επέτρεψε να προσεγγίσουν την υπόθεση από περισσότερες πλευρές. Έτσι, ήδη από τους θερινούς μήνες, άρχισαν να συγκεντρώνουν μαρτυρίες, να αναζητούν έγγραφα και άλλα τεκμήρια και να διασταυρώνουν συστηματικά τις πληροφορίες που έφταναν στα γραφεία τους, επιδιώκοντας να συνθέσουν ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο παζλ γύρω από τη δράση και τις επαφές της Γκιλφόιλ.

Πηγές των «Νέων» αναφέρουν ότι οι συντάκτες του ρεπορτάζ επιχείρησαν να συνομιλήσουν με στελέχη διπλωματικών αποστολών, επιχειρηματίες και εκπροσώπους τους, καθώς και με πολιτικά πρόσωπα, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα κυβερνητικά στελέχη. Η έρευνα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν περιορίστηκε σε μια τυπική ανταλλαγή απόψεων, αλλά εξελίχθηκε σε μια προσπάθεια χαρτογράφησης των σχέσεων και των διαύλων επικοινωνίας που περιέβαλλαν την τότε πρέσβη.

Στην πλευρά των επιχειρηματιών, ωστόσο, οι προσπάθειες φαίνεται πως δεν απέδωσαν. Τα αιτήματα της «WSJ» για συνομιλίες δεν βρήκαν ανταπόκριση, καθώς κανείς από όσους προσεγγίστηκαν δεν δέχθηκε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, να μιλήσει με τους δημοσιογράφους. Διαφορετική ήταν η εικόνα στα κυβερνητικά γραφεία. Πληροφορίες κάνουν λόγο για συναντήσεις με δύο κυβερνητικά στελέχη, εκ των οποίων το ένα φέρεται να συναντήθηκε περισσότερες από μία φορές με τους συντάκτες της εφημερίδας.

Το συγκεκριμένο πρόσωπο φαίνεται πως αποτέλεσε, επί της ουσίας, το ελληνικό «βαθύ λαρύγγι» της έρευνας, μεταφέροντας πληροφορίες και συμβάλλοντας στην οικοδόμηση του δημοσιογραφικού αφηγήματος. Οι πληροφορίες που φέρεται να έδωσε εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο σύνολο στοιχείων, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν πρόσωπα, σχέσεις και περιστατικά στα δημοσιεύματα που έκαναν τον γύρο του κόσμου. Το ακριβές εύρος της συμβολής του, πάντως, δεν μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από τις διαθέσιμες πληροφορίες.

Το δείπνο στην αμερικανική πρεσβεία και ο διάλογος με τον Σταύρο Παπασταύρου

Ένα ακόμη κομμάτι του ρεπορτάζ συνδέεται με ένα δείπνο που πραγματοποιήθηκε στην αμερικανική πρεσβεία στις 18 Μαρτίου και με τον διάλογο που φέρεται να είχε εκεί η Κίμπερλι Γκιλφόιλ με τον Σταύρο Παπασταύρου. Η συζήτηση, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, φέρεται να περιστράφηκε γύρω από την πτώση της ρουμανικής κυβέρνησης και τις δυνατότητες παρέμβασης της κυβέρνησης Τραμπ στις πολιτικές εξελίξεις άλλων χωρών.

Με βάση τις ίδιες πληροφορίες, η τότε Αμερικανίδα πρέσβης φέρεται να υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να ρίξει οποιαδήποτε κυβέρνηση, εφόσον το επιθυμούσε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αφορά ακόμη και την Αθήνα. Ο Σταύρος Παπασταύρου, ωστόσο, διέψευσε τις σχετικές πληροφορίες, αμφισβητώντας την εκδοχή που παρουσιάστηκε για το περιεχόμενο της συζήτησης.

Το ζήτημα προκάλεσε ερωτήματα και δημόσιες τοποθετήσεις, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να ξεκαθαρίσει τη θέση της απέναντι στις αναφορές περί απειλής προς Έλληνα υπουργό. Για την παραίτηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ανέφερε:

«Σε όλα αυτά τα οποία γράφονται και ακούγονται, το κομμάτι που είχε να κάνει με την κυβέρνηση και αυτήν την υποτιθέμενη απειλή, η οποία είχε εκτοξευθεί σε συγκεκριμένο υπουργό της κυβέρνησης, τον κύριο Παπασταύρου, η κυβέρνηση απάντησε άμεσα.

Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Από το καλοκαίρι «έτρεχε» η έρευνα της Wall Street Journal– Το «βαθύ λαρύγγι» στην Ελλάδα και οι επαφές με την κυβέρνηση

Απαντήσαμε καθαρά ότι ούτε υπήρξε θέμα απειλής, ούτε θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο ανεκτό. Υπάρχουν και πράγματα τα οποία δεν είναι αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Όπως το ποιος θα είναι ο πρέσβης μιας χώρας».

Advertisement

Η τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου διαχώρισε, ουσιαστικά, το σκέλος της υπόθεσης που αφορά τις αναφορές περί απειλής από το ζήτημα της επιλογής και της παραμονής ενός πρέσβη στη θέση του. Παράλληλα, η εξέλιξη της υπόθεσης έδειξε ότι το ενδιαφέρον δεν περιοριζόταν πλέον μόνο στο περιεχόμενο του επίμαχου δείπνου, αλλά επεκτεινόταν στις επαφές της Γκιλφόιλ, στις οικονομικές της σχέσεις και στις ενέργειες που ενδέχεται να έγιναν κατά τη διάρκεια της θητείας της.

Οι έρευνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το ηχητικό ντοκουμέντο του δωρητή Τραμπ

Η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν έβαλε τέλος στην υπόθεση. Αντίθετα, οι εξελίξεις που ακολούθησαν έδειξαν ότι οι έλεγχοι και οι πολιτικές αντιδράσεις συνεχίζονται, με νέα ερωτήματα να παραμένουν ανοιχτά τόσο στις ΗΠΑ όσο και γύρω από τις δραστηριότητες της πρώην πρέσβειρας.

Λίγες μόλις ώρες μετά την απομάκρυνσή της, ο Ρόμπερτ Γκαρσία, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, ξεκαθάρισε ότι η παραίτησή της δεν σημαίνει πως η έρευνα θα σταματήσει. Αντιθέτως, προειδοποίησε ότι η πρώην πρέσβης δεν μπορεί να θεωρεί πως απαλλάσσεται από τον έλεγχο επειδή εγκατέλειψε τη θέση της, τονίζοντας χαρακτηριστικά πως η έρευνα «μόλις αρχίζει».

Τα αιτήματα των Δημοκρατικών παραμένουν σε ισχύ και αφορούν συγκεκριμένα στοιχεία: οικονομικά δεδομένα, προσωπικές επικοινωνίες, αλλά και μηνύματα ή συνομιλίες με ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, τα οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, σχετίζονται με ενέργειες που έγιναν «για λογαριασμό των ευεργετών της». Στο πλαίσιο αυτό, ζητείται να εξεταστούν οι επαφές και οι οικονομικές διασυνδέσεις που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκαν τα καθήκοντα της Γκιλφόιλ και στις σχέσεις της με πρόσωπα που είχαν οικονομικά ή άλλα συμφέροντα.

Παράλληλα, εσωτερική έρευνα για την υπόθεση διεξάγει και ο γενικός επιθεωρητής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η συμπεριφορά της πρώην πρέσβειρας, τα ιδιωτικά ταξίδια της, τα δώρα που φέρεται να έλαβε, καθώς και οι σχέσεις της με επιχειρηματικά συμφέροντα. Πρόκειται για επιμέρους πτυχές μιας υπόθεσης που εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα και για την οποία οι αρμόδιες αμερικανικές αρχές δεν έχουν ολοκληρώσει τον έλεγχό τους.

Την ίδια ώρα, ο Έρικ Ντίτερς, δωρητής του Ντόναλντ Τραμπ, έχει καταθέσει μήνυση σε βάρος της Γκιλφόιλ και απειλεί να προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στην κυβέρνηση Τραμπ, εφόσον αποφασίσει να δημοσιοποιήσει ένα κρίσιμο ηχητικό ντοκουμέντο που, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται στην κατοχή του. Η ύπαρξη και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου υλικού αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των εξελίξεων, καθώς θα μπορούσαν να προσθέσουν νέα δεδομένα στην υπόθεση, εφόσον δοθούν στη δημοσιότητα και επαληθευτούν.

Υπενθυμίζεται ότι η «WSJ» αξιοποίησε μηνύματα του ίδιου του Ντίτερς ως αφετηρία για να φέρει στο φως την υπόθεση των 100.000 δολαρίων που φέρεται να ζήτησε η πρώην πρέσβης για την πιστωτική της κάρτα. Η ίδια, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι το ποσό αφορούσε αμοιβή για ομιλίες που πραγματοποίησε σε συγκεντρώσεις και όχι κάποια άλλη συναλλαγή.

Έτσι, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, η υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ παραμένει ανοιχτή σε πολλαπλά επίπεδα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button