Νέα δεδομένα γύρω από τις πιθανές επιδράσεις των εμβολίων mRNA στην υγεία επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα που εξακολουθεί να προκαλεί έντονη συζήτηση: πόσο συστηματικά και σε βάθος ελέγχθηκαν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών που χρησιμοποιήθηκαν μαζικά κατά την πανδημία;
Στο επίκεντρο βρίσκεται μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Ophthalmic Epidemiology και εξέτασε συγκεκριμένες παραμέτρους του ενδοθηλίου του κερατοειδούς σε 64 άτομα, δηλαδή συνολικά 128 μάτια. Οι εξετάσεις έγιναν πριν από τον εμβολιασμό και περίπου δυόμισι μήνες μετά τη δεύτερη δόση του Pfizer-BioNTech BNT162b2.
Τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά σημαντικές μεταβολές σε αρκετές από τις οφθαλμολογικές παραμέτρους που μετρήθηκαν.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
ΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ
Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη μελέτη, η διάμεση πυκνότητα των ενδοθηλιακών κυττάρων του κερατοειδούς μειώθηκε από περίπου 2.597 σε 2.378 κύτταρα ανά τετραγωνικό χιλιοστό μετά τη δεύτερη δόση, με τη διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική. Παράλληλα καταγράφηκαν μεταβολές στη μορφολογία των κυττάρων και αύξηση του κεντρικού πάχους του κερατοειδούς.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι παρατηρήθηκαν βραχυπρόθεσμες μεταβολές στο ενδοθήλιο μετά τις δύο δόσεις και προτείνουν στενή παρακολούθηση σε άτομα που ήδη διαθέτουν χαμηλό αριθμό ενδοθηλιακών κυττάρων ή έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση κερατοειδούς.
Αυτό όμως δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι το εμβόλιο προκαλεί μόνιμη οφθαλμική βλάβη. Πρόκειται για μία σχετικά μικρή μελέτη με περιορισμένο χρονικό διάστημα παρακολούθησης και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί η διάρκεια και η κλινική σημασία των μεταβολών.
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΝΟΗΘΕΙ
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να δημιουργηθεί πανικός.
Το ζήτημα είναι εάν κάθε νέο επιστημονικό εύρημα εξετάζεται με την ίδια σοβαρότητα, είτε επιβεβαιώνει είτε αμφισβητεί προηγούμενες εκτιμήσεις.
Και εδώ προκύπτει ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα για την Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η κυβέρνηση έλαβε αποφάσεις με τεράστιες κοινωνικές συνέπειες, ενώ τα εμβόλια αποτέλεσαν κεντρικό εργαλείο της πολιτικής αντιμετώπισης της COVID-19.
Σήμερα, επομένως, η πολιτεία οφείλει να δείξει ότι διαθέτει έναν μηχανισμό φαρμακοεπαγρύπνησης και μακροχρόνιας αξιολόγησης που δεν σταματά όταν τελειώνει μια έκτακτη υγειονομική περίοδος.
ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΝΤΑΙ – ΟΧΙ ΝΑ ΘΑΒΟΝΤΑΙ
Μία μελέτη δεν αποτελεί τελεσίδικη απόδειξη.
Αλλά ούτε και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που δεν έχει σημασία.
Η συγκεκριμένη έρευνα έχει δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό και καταγράφει συγκεκριμένες μετρήσεις πριν και μετά τον εμβολιασμό.
Το επόμενο βήμα είναι η αναπαραγωγή των ευρημάτων από μεγαλύτερες και ανεξάρτητες μελέτες.
Εάν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν, τότε θα πρέπει να εξεταστεί λεπτομερώς η αιτία, η διάρκεια και η πραγματική κλινική τους σημασία.
Εάν δεν επιβεβαιωθούν, επίσης θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο.
Αυτό είναι το θεμέλιο της επιστήμης.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: Η ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ
Η ελληνική κυβέρνηση έχει ευθύνη να διασφαλίζει ότι οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε πλήρη και αξιόπιστη ενημέρωση για ζητήματα ασφάλειας των φαρμακευτικών προϊόντων και των εμβολίων.
Δεν αρκεί να ζητείται εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Χρειάζεται συνεχής έλεγχος, δημοσιοποίηση δεδομένων και ξεκάθαρες απαντήσεις όταν προκύπτουν νέα επιστημονικά στοιχεία.
Ιδιαίτερα για μια παρέμβαση που χρησιμοποιήθηκε σε τόσο μεγάλη κλίμακα, η παρακολούθηση της ασφάλειας δεν μπορεί να θεωρείται υπόθεση του παρελθόντος.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει εάν και με ποιον τρόπο παρακολουθούνται συστηματικά πιθανές μακροπρόθεσμες επιδράσεις των εμβολίων και εάν τα νέα επιστημονικά δεδομένα αξιολογούνται από τους αρμόδιους φορείς.
ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ
Η πανδημία δημιούργησε πρωτόγνωρες συνθήκες και απαίτησε γρήγορες αποφάσεις.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η επιστημονική αξιολόγηση τελειώνει μαζί με την έκτακτη ανάγκη.
Ακριβώς το αντίθετο.
Όσο περνούν τα χρόνια, η επιστημονική κοινότητα αποκτά περισσότερα δεδομένα και μπορεί να αξιολογεί καλύτερα τόσο τα οφέλη όσο και τους πιθανούς κινδύνους.
Η συγκεκριμένη μελέτη δεν επιτρέπει εύκολα συμπεράσματα για τον γενικό πληθυσμό. Αποτελεί όμως έναν ακόμη λόγο για να συνεχιστεί η έρευνα και η παρακολούθηση.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ
Η ουσία δεν είναι να μετατραπεί μία επιστημονική δημοσίευση σε εργαλείο φόβου.
Η ουσία είναι να μη μετατραπεί ούτε η εμπιστοσύνη στους θεσμούς σε λευκή επιταγή.
Κάθε πιθανό σήμα ασφάλειας πρέπει να ερευνάται. Κάθε εύρημα πρέπει να επιβεβαιώνεται. Και κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει τι δείχνουν τα διαθέσιμα δεδομένα.
Για την κυβέρνηση, λοιπόν, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να απορρίψει μια δυσάρεστη μελέτη.
Είναι να αποδείξει ότι η ασφάλεια των πολιτών παραμένει προτεραιότητα και ότι η επιστημονική αξιολόγηση συνεχίζεται χωρίς πολιτικές παρωπίδες.
Γιατί η εμπιστοσύνη στη δημόσια υγεία δεν επιβάλλεται με συνθήματα. Χτίζεται με στοιχεία, διαφάνεια και απαντήσεις.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα