Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει ότι το πετρέλαιο αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες στις αμερικανικές γεωπολιτικές παρεμβάσεις, όπως στην περίπτωση της Βενεζουέλας, αλλά και στο Ιράν, που συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής της Ουάσινγκτον.
Ντόναλντ Τραμπ: O κρυφός πόλεμος για την ενίσχυση του δολαρίου, το Ιράν και η ωμή παρέμβαση στη Βενεζουέλα για το πετρέλαιο
Οι δημόσιες δηλώσεις του επικεντρώνονται στην ενεργειακή διάσταση, όμως πίσω από αυτές κρύβεται ένα στρατηγικό σχέδιο: η διατήρηση του δολαρίου ως κυρίαρχου νομίσματος στις διεθνείς συναλλαγές και ως αποθεματικού μέσου. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έχουν αποκλειστικά επιθετικό χαρακτήρα· αντιθέτως, υπηρετούν την «άμυνα» της παγκόσμιας νομισματικής υπεροχής των ΗΠΑ.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, με 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, ενώ το Ιράν ακολουθεί με 209 δισεκατομμύρια, πίσω μόνο από τη Σαουδική Αραβία που μετρά 267 δισεκατομμύρια βαρέλια και βρίσκεται ήδη στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ.
Παρά τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας, η ανησυχία για προμήθειες δεν είναι πλέον το βασικό κίνητρο, δεδομένης της υπερεπάρκειας των ορυκτών καυσίμων και της σταδιακής ανάπτυξης των πράσινων, εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Ακόμη και ο περιορισμός της βενεζουελάνικης παραγωγής για την Κίνα δεν αποτελεί κρίσιμο παράγοντα· η χώρα εισάγει πάνω από το 60% της παραγωγής της Βενεζουέλας, ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 4,5% των συνολικών αναγκών της και εύκολα μπορεί να αντικατασταθεί.
Ντόναλντ Τραμπ: O κρυφός πόλεμος για την ενίσχυση του δολαρίου, το Ιράν και η ωμή παρέμβαση στη Βενεζουέλα για το πετρέλαιο
Το κλειδί των εξελίξεων βρίσκεται αλλού: στην κυριαρχία του δολαρίου ως μέσου εκκαθάρισης στις διεθνείς πετρελαϊκές συναλλαγές.
Από το 1973, μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, η συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας καθιέρωσε τα «πετροδολάρια»: όλες οι εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας τιμολογούνται σε δολάρια, υποχρεώνοντας κάθε ενδιαφερόμενη χώρα να προμηθεύεται πρώτα αμερικανικό νόμισμα. Αυτό ενίσχυσε το «εξαιρετικό προνόμιο» του δολαρίου, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού και του εμπορίου τους με δανεικά χρήματα, χωρίς ουσιαστικό κόστος.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η τάση αποδολαριοποίησης επιταχύνεται. Οι κυρώσεις στη Ρωσία και το πάγωμα των περιουσιακών της στοιχείων μετά την εισβολή στην Ουκρανία οδήγησαν χώρες όπως η Κίνα και άλλες του BRICS, που ελέγχουν το 40% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, να αναζητούν εναλλακτικά νομίσματα και συστήματα πληρωμών.
Σήμερα, το 90% των συναλλαγών Ρωσίας – BRICS γίνεται σε εθνικά νομίσματα, ενώ πάνω από το 50% του εμπορίου Κίνας – Ρωσίας εκκαθαρίζεται εκτός δολαρίου. Συμφωνίες Κίνας και Ινδίας για αγορές ρωσικού πετρελαίου σε γιουάν δείχνουν ότι η παράκαμψη του δολαρίου δεν είναι θεωρητική, αλλά πρακτική πραγματικότητα. Ακόμη και η Σαουδική Αραβία, από το 2022, συζητάει μοντέλα τιμολόγησης πετρελαίου σε γιουάν, ανοίγοντας νέες προοπτικές.
Η Κίνα, που προώθησε από το 2016 το «ευρω-γιουάν» στο πετρελαϊκό εμπόριο, δημιούργησε επίσης συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης πετρελαίου στο χρηματιστήριο της Σαγκάης. Παρά τη μικρή αρχική πρόοδο, η διεθνής παρουσία του γιουάν ενισχύεται: από μόλις 1% το 2012, οι εκκαθαρίσεις σε γιουάν φτάνουν σήμερα το 3%, ενώ το νόμισμα είναι το τρίτο σε χρήση μέσω SWIFT με 5,3%, πίσω από το ευρώ με 5,9% και πολύ μακριά από το δολάριο με 84%.
Παρά την υψηλή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του δολαρίου, η σιγουριά της κυριαρχίας του αμφισβητείται, και η αγορά πετρελαίου παραμένει το κυρίαρχο «πεδίο μάχης» για τον νομισματικό έλεγχο.
Εάν οι ΗΠΑ αποκτήσουν τον έλεγχο του βενεζουελάνικου και του πιθανώς ιρανικού πετρελαίου, θα μπορούν να επιβάλουν τιμολόγηση σε δολάρια, δημιουργώντας τεράστια ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα. Κύρια συνέπεια θα είναι η αποτροπή δημιουργίας εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών από τους BRICS, ενώ θα προσφέρει στις ΗΠΑ ένα στρατηγικό εργαλείο πίεσης προς τη Σαουδική Αραβία, απειλώντας με πλημμύρα φθηνού πετρελαίου αν η Ριάντ κινηθεί προς την Κίνα.
Οι επενδυτές και οι πετρελαϊκές εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στη Βενεζουέλα, λόγω κόστους και πολιτικής αβεβαιότητας. Ο Τραμπ, όμως, δεν αποδέχεται το «όχι» και η συνέχιση των αμερικανικών παρεμβάσεων θα έχει βαθιές επιπτώσεις όχι μόνο στην αγορά ενέργειας, αλλά και στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία συνολικά.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα