Με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο τοποθετήθηκε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην πολιτική των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, υποστηρίζοντας ότι τα περιοριστικά μέτρα όχι μόνο δεν έχουν καταφέρει να κάμψουν τη Μόσχα, αλλά αντιμετωπίζονται από τη ρωσική πλευρά με ειρωνική διάθεση.
Ντόναλντ Τραμπ: «Οι Ρώσοι γελάνε με τις κυρώσεις και κάποιοι ανόητοι ήθελαν κι άλλες» – Τα «καρφιά» του Αμερικανού προέδρου στους επικριτές του αλλά και την Ευρώπη (Βίντεο)
Παράλληλα, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει «ανόητους» όσους ζητούσαν την επιβολή νέων κυρώσεων, την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρούσε να εξασφαλίσει την απελευθέρωση του Αμερικανού πολίτη Στίβεν Χάμπαρντ από τη ρωσική κράτηση.
«Οι Ρώσοι γελούν με αυτές τις κυρώσεις. Γελούν με τις κυρώσεις. Αυτό υπονομεύει τον σεβασμό προς τη χώρα μας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, στέλνοντας σαφές μήνυμα προς όσους εξακολουθούν να υποστηρίζουν την περαιτέρω κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης εναντίον της Ρωσίας.
Οι δηλώσεις έγιναν κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον Στίβεν Χάμπαρντ, ο οποίος επέστρεψε πρόσφατα στις ΗΠΑ έπειτα από την απελευθέρωσή του από τις ρωσικές αρχές. Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε με επικριτικό ύφος σε εκείνους που ζητούσαν την επιβολή πρόσθετων περιορισμών στη Μόσχα, την ίδια στιγμή που ο ίδιος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την απελευθέρωση του Αμερικανού κρατουμένου.
Κατά την άποψή του, θα αποτελούσε αντιφατική και παράλογη επιλογή να επιχειρείται η εξασφάλιση της απελευθέρωσης ενός Αμερικανού πολίτη μέσω διαπραγματεύσεων και, ταυτόχρονα, να ασκείται ακόμη μεγαλύτερη πίεση στη ρωσική πλευρά με την ανακοίνωση νέων κυρώσεων. Για τον λόγο αυτό, ο Τραμπ στράφηκε εναντίον όσων επέμεναν σε μια τέτοια προσέγγιση, χαρακτηρίζοντάς τους «ανόητους ανθρώπους».
Πέρα όμως από την υπόθεση Χάμπαρντ, η τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου αποτυπώνει και τη γενικότερη αντίληψή του για την αποτελεσματικότητα των οικονομικών κυρώσεων. Η Ρωσία διαθέτει ένα εκτεταμένο παραγωγικό και ενεργειακό υπόβαθρο, σημαντικά αποθέματα φυσικών πόρων, αγροτική παραγωγή, βιομηχανικές υποδομές και επιστημονικό δυναμικό εντός της επικράτειάς της. Πρόκειται για παράγοντες που της επιτρέπουν να διατηρεί σημαντικό βαθμό οικονομικής αυτάρκειας και να προσαρμόζεται, έστω με κόστος, στις εξωτερικές πιέσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν προκαλούν προβλήματα στη ρωσική οικονομία ούτε ότι η χώρα μπορεί να αναπτύσσεται απρόσκοπτα υπό συνθήκες περιορισμένης πρόσβασης στις διεθνείς αγορές, την τεχνολογία και τη χρηματοδότηση. Ωστόσο, η οικονομική της διάρθρωση και η διαθεσιμότητα κρίσιμων πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων δυσχεραίνουν το ενδεχόμενο μιας συνολικής οικονομικής κατάρρευσης αποκλειστικά εξαιτίας των κυρώσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τραμπ φαίνεται να αντιμετωπίζει την επαναφορά των ρωσικών ενεργειακών ροών, με ιδιαίτερη έμφαση στα πετρελαϊκά προϊόντα και στο ντίζελ, καθώς και τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ως σημαντικές παραμέτρους για την εξομάλυνση των πιέσεων στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να επηρεάσει και την αμερικανική αγορά, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των διεθνών ενεργειακών αναταράξεων.
Οι πιέσεις από το Κογκρέσο και η ευρωπαϊκή αντίδραση
Η στάση του Αμερικανού προέδρου είχε προκαλέσει αντιδράσεις ήδη πριν από τις τελευταίες δηλώσεις του. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το The Atlantic ανέφερε ότι ο επικεφαλής του Λευκού Οίκου είχε συμφωνήσει με πρόταση του ειδικού απεσταλμένου του στην Ανατολική Ευρώπη, John Cole, για τη χαλάρωση των αντιρωσικών κυρώσεων ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση κρατουμένων από τη Μόσχα. Το σχέδιο φέρεται να περιγράφηκε με τη χαρακτηριστική φράση «υπηρεσία για υπηρεσία», αποτυπώνοντας τη λογική μιας αμοιβαίας διευθέτησης μεταξύ των δύο πλευρών.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση προκάλεσε την αντίδραση τεσσάρων Αμερικανών βουλευτών, οι οποίοι την επομένη απηύθυναν έκκληση προς την κυβέρνηση Τραμπ να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση και να ενισχύσει την οικονομική πίεση κατά της Ρωσίας.
Πρόκειται για τους Marcy Kaptur, Brian Fitzpatrick, Mike Quigley και Joe Wilson, συμπροέδρους της διακομματικής ομάδας υποστήριξης της Ουκρανίας στο Κογκρέσο, οι οποίοι ζήτησαν την άμεση ενεργοποίηση νέων περιοριστικών μέτρων.
Ντόναλντ Τραμπ: «Οι Ρώσοι γελάνε με τις κυρώσεις και κάποιοι ανόητοι ήθελαν κι άλλες» – Τα «καρφιά» του Αμερικανού προέδρου στους επικριτές του αλλά και την Ευρώπη (Βίντεο)
«Αναμένουμε ότι έως τις 18 Οκτωβρίου —ημερομηνία της πρώτης περιόδου ελέγχου που προβλέπεται από τον “Νόμο Lindsey Graham” για την επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας και του Ιράν— η διοίκηση θα ανακοινώσει το πρώτο πακέτο νέων μέτρων κυρώσεων. Καλούμε τη διοίκηση να αναλάβει γρήγορη δράση για την αύξηση της οικονομικής πίεσης στη Ρωσία. Η ειρήνη στην Ευρώπη μπορεί να επιτευχθεί μόνο από θέση ισχύος», ανέφεραν χαρακτηριστικά.
Οι πιέσεις, ωστόσο, δεν περιορίστηκαν στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Αντίστοιχη κινητικότητα καταγράφηκε και στην Ευρώπη, όπου αξιωματούχοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην προοπτική ενεργειακής και οικονομικής προσέγγισης Ουάσινγκτον και Μόσχας.
Η επικεφαλής της διπλωματικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Kaja Kallas, άσκησε κριτική στη συμφωνία για το ντίζελ μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, καλώντας παράλληλα την αμερικανική κυβέρνηση να αξιοποιήσει τον «νόμο Graham» και να προχωρήσει σε αυστηρότερα μέτρα κατά της Μόσχας.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz, ο οποίος υποστήριξε ότι «η Ρωσία θα ξεκινήσει σοβαρές διαπραγματεύσεις μόνο υπό πίεση».
Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις αναδεικνύουν τη διάσταση απόψεων που εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκών κύκλων ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί μια διευθέτηση του ουκρανικού ζητήματος. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσέγγιση του Τραμπ, η οποία δίνει έμφαση στη διαπραγμάτευση και στην αξιοποίηση οικονομικών και διπλωματικών ανταλλαγμάτων, ενώ από την άλλη διατυπώνεται η θέση ότι η Μόσχα πρέπει να αντιμετωπίσει ακόμη μεγαλύτερη πίεση προτού καθίσει ουσιαστικά στο τραπέζι των συνομιλιών.
Ποιος είναι ο Στίβεν Χάμπαρντ που απελευθερώθηκε από τη Ρωσία
Ο Στίβεν Χάμπαρντ είναι Αμερικανός πολίτης, γεννημένος στο Μίσιγκαν, ο οποίος είχε εγκατασταθεί το 2014 στην περιοχή του Χαρκόβου, στην Ουκρανία. Μετά την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης, υπέγραψε συμβόλαιο με το τάγμα εδαφικής άμυνας της πόλης Ιζιούμ (Izium), λαμβάνοντας, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, μηνιαία αμοιβή τουλάχιστον 1.000 δολαρίων.
Οι ρωσικές αρχές τον συνέλαβαν τον Απρίλιο του 2022, ενώ τον Οκτώβριο του 2024 καταδικάστηκε από ρωσικό δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης έξι ετών και δέκα μηνών, με την κατηγορία της μισθοφορικής δράσης. Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας είχε δηλώσει ένοχος. Την περίοδο της καταδίκης του ήταν 72 ετών.
Η υπόθεσή του επανήλθε στο προσκήνιο στις 21 Οκτωβρίου 2026, όταν, στο πλαίσιο της συνάντησης του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν με τον ειδικό απεσταλμένο του Ντόναλντ Τραμπ, Steven Witkoff, έγινε γνωστό ότι η Μόσχα προχωρούσε στην απελευθέρωσή του.
Ο Πούτιν γνωστοποίησε ότι ο Χάμπαρντ βρισκόταν στο αεροδρόμιο Πούλκοβο (Pulkovo), ενώ ο Αμερικανός απεσταλμένος εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Ρώσο πρόεδρο για την εξέλιξη.
Το Κρεμλίνο παρουσίασε την απόφαση ως χειρονομία καλής θέλησης, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ υποστήριξε ότι η απελευθέρωση του Αμερικανού πολίτη πραγματοποιήθηκε χωρίς να απαιτηθεί κάποιο αντάλλαγμα από την αμερικανική πλευρά.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα