Έδώ και αρκετά χρόνια η Λεωφόρος Κηφισίας δεν οδηγούσε μόνο στα Βόρεια προάστια της Αθήνας.

Οδηγούσε και στο νέο επιχειρηματικό και εμπορικό CITY των Αθηνών, που είχε γεμίσει από θεόρατα γυάλινα κτίρια, που θύμιζαν περισσότερο Ντουμπάι και Αραβικά Εμιράτα, παρά μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

Τα κτίρια αυτά δεν έμοιαζαν μόνο ως προς τα βασικά δομικά τους υλικά. Δηλαδή το μπετόν, το σίδερο και το γυαλί. Είχαν ακόμη ένα κοινό χαρακτηριστικό. Στο πάνω μέρος τους υπήρχε μια περίεργη για Eυρωπαϊκή πρωτεύουσα επιγραφή, που αποτύπωνε το όνομα του κατασκευαστή του: “babis vovos”!…

Είναι αλήθεια ότι αυτή η συνήθεια δεν ήταν καθόλου Ευρωπαϊκή. Πρόδιδε περισσότερο “Βαλκανικά” ή και ακόμα “Μεσανατολικά” ήθη.

Σε κάθε περίπτωση όμως είχε να κάνει με την εκρηκτική φιλοδοξία – κατά άλλους ματαιοδοξία – του δημιουργού ενός από τους μεγαλύτερους κατασκευαστικούς ομίλους, σε αστικές κατασκευές, στην σύγχρονη Ελλάδα. Του Μπάμπη Βωβού.

Του όγδοου παιδιού μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας της επαρχίας, που ξεκίνησε από τα Φιλιατρά της Μεσσηνίας και οραματίστηκε να χτίσει αυτό που ονομάστηκε αργότερα “Βωβόπολις”.

Το τέλος αυτής της κατασκευαστικής αυτοκρατορίας γράφεται με έναν ιδιαίτερα πικρό αλλά και συμβολικό τρόπο στις 28 Μαρτίου. Ημέρα, κατά την οποία θα βγει στον πλειστηριασμό το πατρικό σπίτι της οικογένειας Βωβού, σε μία από τις πιο κεντρικές πλατείες του Παλαιού Ψυχικού.

Το ακίνητο έχει συνολική έκταση λίγο πιο πάνω από το 1 στρέμμα, με την δυόροφη μονοκατοικία που είναι μέσα να καταλαμβάνει έκταση 650 τ.μ. .

Η περίπτωση της οικογένειας Βωβού είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές του λεγόμενου “Ελληνικού επιχειρηματικού ονείρου” που ξεκίνησε από το πουθενά, προχώρησε και εκτοξεύθηκε με βάση τον τραπεζικό δανεισμό και στην συνέχεια διαλύθηκε σαν πυροτέχνημα μέσα στο ζοφερό σκοτάδι της πρωτόγνωρης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Η ραγδαία άνοδος, από τα Φιλιατρά έως τον Πύργο “Αtrina”

Η αίσθηση του ερμητικά κλειστού ορίζοντα έσπρωξε τον, νεαρό στην δεκαετία του ’50, Μπάμπη Βωβό να αφήσει τα πατρογονικά χώματα της Μεσσηνίας και να έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Άριστος στις σπουδές του, θα μπει γρήγορα στις κατασκευές με πεδίο εκκίνησης το νησί της Μυκόνου. Στην συνέχεια θα κατασκευάσει και περιορισμένο αριθμό δημοσίων κτιρίων. Όπως επί δικτατορίας, το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, στον ύψος των οδών Αλεξάνδρας και Τρικούπη.

Λίγα χρόνια μετά (1974) θα ξεκινήσει την ανοδική του πορεία, ανηφορίζοντας την Λεωφόρο Κηφισίας. Στα περισσότερα κτήρια του, η αρχιτεκτονική του έμπνευση απέρριπτε το κλασσικό και το νεοκλασικό. Θεωρούσε ότι το καινούργιο επιχειρηματικό και εμπορικό City της Αθήνας έπρεπε να αναπτυχθεί γύρω από τον άξονα της Κηφισίας, με μία αισθητική, που κατά την γνώμη του είχε την εικόνα της “νεωτερικότητας”, η οποία όμως – σε γενικές γραμμές – συρρικνωνόταν σε… “μοντερνιές”  και “αμερικανιές” πελώριων γυάλινων κτιρίων, απρόσωπων και ψυχρών, τα οποία δεν είχαν τίποτα το ξεχωριστό. Και σε κάθε περίπτωση δεν είχαν καμία αισθητική, που να δένει αυτό το υπό διαμόρφωση καινούργιο City της Αθήνας με την βαθύτερη ιστορία της πόλης.

Το επικερδές παιχνίδι με την μεταφορά των συντελεστών

Ο κατασκευαστικός εγωκεντρισμός του Μπάμπη Βωβού, που αποτυπώθηκε κατά τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στις “φαραωνικές” επιγραφές με το όνομά του στις ταράτσες των πελώριων κτιρίων που κατασκεύαζε, δεν θα είχε εκτοξευτεί τόσο, αν δεν είχε θεσμοθετηθεί από τις κυβερνήσεις η περιβόητη μεταφορά συντελεστού δόμησης.

Ο πανέξυπνος Μπάμπης Βωβός, εκμεταλλευόμενος τις σχετικές διατάξεις, είχε προχωρήσει σε “δεξαμενισμό” συντελεστών δόμησης από άλλες περιοχές του Λεκανοπεδίου. Με αποτέλεσμα να μπορεί να χτίζει πολύ μεγαλύτερα και ψηλότερα κτίρια σε οικόπεδα, που αγόραζε και στις 2 πλευρές της Λεωφόρου Κηφισίας, στα οποία εκείνοι που του τα πουλούσαν δεν μπορούσαν να χτίσουν αντίστοιχα κτίρια. Γιατί δεν είχαν την δυνατότητα του Βωβού για να συσσωρεύουν συντελεστές δόμησης.

Την περίοδο εκείνη θρυλούνται πολλά για την φιλία του και την συνεργασία του με τον, επί σειρά ετών, προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ δήμαρχο, του Αμαρουσίου Παναγιώτη Τζανίκο.

Στο επίκεντρο της κοσμικής ζωής 

Ο Μπάμπης Βωβός, που έχει φτάσει σήμερα στα 85 του χρόνια, υπήρξε πάντοτε εργασιομανής και προσηλωμένος στην οικογένειά του.

Αν εξαιρέσει κανείς την εγωπάθεια, που είχε αναπτύξει γύρω από την δουλειά του, που αποτυπωνόταν στις γνωστές τεράστιες ταμπέλες με το όνομά του, απεχθανόταν την κοσμική ζωή και την έκθεσή του στον φωτογραφικό φακό και στα media.

Με τα 2, από τα 3 παιδιά του, συνέβη όμως ακριβώς το αντίθετο.

Ο Μπάμπης Βωβός παντρεύτηκε το 1963 με την σύζυγό του Μαίρη και απέκτησαν 3 παιδιά τον Άρη, την Άντα και την Νάταλι. Ο Άρης και η Άντα είχαν ακριβώς την αντίθετη νοοτροπία από αυτήν που είχε ο πατέρας τους. Κυριάρχησαν για πολλά χρόνια στο στερέωμα της κοσμικής Αθήνας. Κάνοντας και ακρότητες, οι οποίες κόστισαν πολλά πεταμένα λεφτά στην οικογένεια.

Βέβαια, ο Άρης Βωβός δεν ήταν τυχαίος. Τελείωσε, με καλές επιδόσεις, ένα απ’ τα καλύτερα Δημόσια πρότυπα σχολεία της Αθήνας, την Βαρβάκειο Σχολή. Και στην συνέχεια έκανε σπουδές πολιτικού μηχανικύ στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Τα πράγματα χάλασαν στην πορεία. Μέσα στην παραζάλη της Ελληνικής φούσκας, που προετοίμασε το έδαφος για να οδηγηθεί η χώρα στην χρεωκοπία.

Οι κοσμικές ιστορίες που καταγράφουν τις επιδόσεις των 2 από τα 3 παιδιά της οικογένειας Βωβού, συμπορεύτηκαν απολύτως με την φρενίτιδα εκείνης της άμυαλης εποχής.

Είναι αλήθεια ότι η Άντα Βωβού ξεπέρασε τις προβλέψεις. Φιλοδοξούσε πάντοτε να προκαλεί τα φλας των φωτογράφων και τα σχόλια της κοσμικής Αθήνας με τα ρούχα που επέλεγε να φορέσει και το “τεατράλε” μακιγιάζ της.

Περιόδευε, 3 με 4 φορές τον χρόνο, σε όλες τις διεθνείς πρωτεύουσες της μόδας για να εμπλουτίζει την γκαρνταρόμπα της με τα πιο προχωρημένα μοντελάκια των πιο διάσημων δημιουργών. Άλλωστε κανείς δεν της έβαλε όριο στο κόστος των πραγμάτων που αγόραζε!.

Από την πλευρά του ο Άρης Βωβός, αν και έκανε καλές και σοβαρές σπουδές, παρασύρθηκε γρήγορα από το κλίμα της εποχής. Είχε συλλογή από πολυτελέστατα και πανάκριβα αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων Porsche, Ferrari κλπ, έτρεχε με επιτυχία σε αγώνες Ράλι αυτοκινήτων, έχοντας κερδίσει πολλά πρωταθλήματα, μεταξύ των οποίων και το Ράλι Ακρόπολις.

Μαζί με την γυναίκα του Βίκυ Βωβού ταξίδευαν τακτικά με ιδιωτικές πτήσεις στο Μόντε Κάρλο, για να παίξουν στο καζίνο και για να συναναστραφούν με εκατομμυριούχους από τον υπόλοιπο κόσμο. Πάντοτε καλούσαν μαζί τους συντροφιές φίλων αναλαμβάνοντας να καλύψουν και το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων τους.

Το ίδιο συνέβαινε και τα καλοκαίρια. Όταν γύριζαν στο Αιγαίο και στο Ιόνιο με την πολυτελέστατη θαλαμηγό τους “Μαρία – Πια” που την βάπτισαν έτσι προς χάριν της μοναχοκόρης τους που είχε το ίδιο όνομα.

 

Με την Άντα Βωβού τα πράγματα ήταν ακόμα πιο έξαλλα. Ήταν ένα κορίτσι, που έδειχνε παγιδευμένο στις εμμονές της να προκαλέσει, να ξεχωρίσει με τρόπο προκλητικό και να σχολιαστεί.

Με το ίδιο κριτήριο επέλεγε και τις παρέες της και τα μέρη στα οποία σύχναζε διεθνώς.

Η αρχή του τέλους

Ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, πιο βελούδινα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η οικονομική κρίση. Και βεβαίως αν δεν είχε υπάρξει το γιγαντιαίο άλμα (που αποδείχτηκε τελικά άλμα στο κενό) του τεράστιου επιχειρηματικού εγχειρήματος με την διπλή ανάπλαση της λεωφόρου Αλεξάνδρας και του Βοτανικού.

Ήταν το μοιραίο πρότζεκτ για ολόκληρο τον Όμιλο Βωβού και το επιχειρηματικό Βατερλώ όλης της οικογένειας. Ο όμιλος Βωβού θα προσέφερε ένα μεγάλο οικόπεδο στο Βοτανικό για να κατασκευαστεί το γήπεδο ποδοσφαίρου του Παναθηναϊκού, το οποίο θα μεταφερόταν από την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Την ίδια στιγμή ο Όμιλος θα έπαιρνε τους “αγαπημένους” υψηλότερους συντελεστές δόμησης για να κατασκευάσει το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Ελλάδος, δίπλα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Το σχέδιο αυτό δεν προχώρησε ποτέ, γιατί μπλοκαρίστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η ζημιά όμως είχε γίνει. Ο Όμιλος είχε φορτωθεί στις πλάτης του υπερδανεισμό που ξεπερνούσε τα 120 εκατ. ευρό. Έγινε προσπάθεια για τακτική υποχώρηση και αναδίπλωση. Αλλά δεν πέτυχε.

Και μετά; Μετά άρχισαν οι κακές εξελίξεις να πέφτουν με καταιγιστικό ρυθμό στα κεφάλια των μελών της οικογένειας.

Πτώχευση των εταιριών, κατασχέσεις και πλειστηριασμοί ακινήτων, επιχειρηματικός μαρασμός και στο τέλος, ακόμη και σύλληψη για χρέη προς το δημόσιο, για λίγες ώρες, του “πατριάρχη” της οικογένειας Μπάμπη Βωβού.

Σε αυτή την κατηφορική πορεία η τελευταία πράξη πρόκειται να γραφεί στις 28 Μαρτίου. Με τον πλειστηριασμό της προσωπικής κατοικίας του Μπάμπη Βωβού, στο Παλαιό Ψυχικό, στην  πλατεία του “Μπλου Μπέλ”, με τιμή εκκίνησης τα 2,64 εκατ. €.

 

Θα μπορέσει η οικογένεια Βωβού να διασώσει το προσωπικό καταφύγιο του αρχηγού και πατέρα της από τα χέρια εκείνων που το διεκδικούν;

Οι επόμενες μέρες θα το δείξουν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η δυσμενής εξέλιξη αυτού του ιδιαίτερου νεοελληνικού success story  είναι πια δεδομένη. Και είναι παρόμοια με άλλες ιστορίες, που είναι απολύτως ενδεικτικές για το πως έφτασε η χώρα στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.