Η εικόνα μιας ενισχυμένης και τεχνολογικά αναβαθμισμένης Πολεμικής Αεροπορίας, με αιχμή τα F-16 Viper και την προοπτική ένταξης των F-35 Lightning II, καλλιεργεί την αίσθηση ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή εικόνα, αναδύονται σοβαροί προβληματισμοί για το κατά πόσο αυτή η ισχύς μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την αμφιβολία παίζει η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες δεν έχουν ακόμη εγκρίνει την αποδέσμευση κρίσιμων οπλικών συστημάτων, όπως οι AGM-158 JASSM, οι Harpoon και οι AARGM. Η καθυστέρηση αυτή δεν φαίνεται να είναι απλώς διαδικαστική, αλλά ενδέχεται να αντανακλά ευρύτερες στρατηγικές επιλογές που επηρεάζουν άμεσα το εύρος των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Ελλάδας.
Παρότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την προμήθεια των JASSM, και συγκεκριμένα για περιορισμένο αριθμό βλημάτων της βασικής έκδοσης, η έγκριση δεν έχει ακόμη δοθεί. Αντίθετα, άλλοι σύμμαχοι, όπως η Πολωνία, η Φινλανδία και η Ολλανδία, εξασφαλίζουν μεγαλύτερες ποσότητες και μάλιστα στην προηγμένη έκδοση αυξημένης εμβέλειας.
Αυτή η διαφοροποίηση δημιουργεί ένα σαφές επιχειρησιακό κενό: ενώ επενδύονται σημαντικοί πόροι σε σύγχρονες πλατφόρμες, η απουσία των κατάλληλων όπλων περιορίζει την πραγματική τους αξία στο πεδίο. Με άλλα λόγια, η τεχνολογική αναβάθμιση δεν συνοδεύεται απαραίτητα από την αντίστοιχη ενίσχυση της ισχύος κρούσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια εξάρτηση όπου η τελική επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις δυνατότητες της χώρας, αλλά και από τις πολιτικές αποφάσεις τρίτων. Έτσι, παρά τη συμμαχική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, γίνεται σαφές ότι αυτή έχει όρια, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα που αγγίζουν την ισορροπία ισχύος στην ευρύτερη περιοχή.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα