Του ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ  Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ


Η απορία όλων των συνετών οικονομολόγων είναι μία: Πως πρέπει να χαρακτηριστεί μία πολιτική απόφαση, που μετά από τρία επάλληλα μνημόνια και κεφαλαιακούς ελέγχους, με στόχο να εξέλθει η χώρα στις αγορές, καταλήξαμε σε ένα τέταρτο, που μας αποκλείει από τις αγορές σε ανάπτυγμα δεκαετίας. Αποτυχία ή επιτυχία;

Η ολοκλήρωση της τρίτης δανειακής σύμβασης του Ιουνίου 2016, προβλέπετο να οριστικοποιηθεί στις 20 Αυγούστου 2018. Όπως όλοι γνωρίζαμε, με την εκταμίευση της τελευταίας δόσης (11,7 δις) που συμβατικά υποχρεούντο να εκταμιεύσουν μέσω του ESM τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης τυπικά έληγε και  η δανειακή σχέση του τρίτου μνημονίου και τα αδιάθετα κεφάλαια που είχαν πιστωθεί για τους σκοπούς του μνημονίου, επέστρεφαν από το ESM στις χώρες μέλη.

Οι επιλογές ήταν δύο: Η μία, καθαρή και χωρίς επιτήρηση, έξοδος από την οιαδήποτε συμβατική δέσμευση και εποπτεία. Η δεύτερη, 4η δανειακή συμφωνία. Και οι τρεις θεσμικοί παράγοντες που προβλέπετο να συντάξουν προς τα διοικητικά τους συμβούλια εκθέσεις αξιολόγησης και βιωσιμότητας του Ελληνικού χρέους, ΔΝΤ – ΕΚΤ – ESM, είχαν, όπως αναφέρθηκε σε δημοσιογραφικές πληροφορίες, ενημερώσει τους πάντες ότι ήταν αδύνατο να πιστοποιηθεί το αξιόχρεο της χώρας. Ακόμη και πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών γνωρίζουν ότι η δυνατότητα χρηματοδότησης ήταν εκ των πραγμάτων ανύπαρκτη για την χώρα . Ο περιορισμός μάλιστα δεν αφορούσε τα πιθανά νέα δάνεια για κάλυψη νέων αναγκών, αλλά κυρίως κάλυπτε και δάνεια για αποπληρωμή λήξεων παλαιών.

Πολλοί αναγνώστες πιθανόν να αναρωτηθούν, πως μια χώρα στη ζώνη του Ευρώ, δεν είναι αξιόπιστη, ώστε να εκδώσει εθνικά ομόλογα, διαπραγματεύσιμα στις αγορές. Η απάντηση είναι σαφής. Κάθε ομόλογο, κρατικό ή μη που δεν είναι προεξοφλήσιμο στις αγορές ή στην κεντρική τράπεζα, δεν είναι αξιόπιστο. Άρα κανένας πιστωτικός οίκος δεν έχει την δυνατότητα να εγγυηθεί την διάθεση ομόλογων χώρας που ανήκει σε ζώνη σκληρού νομίσματος, αν η κεντρική τράπεζα δεν αποδέχεται την προεξόφλησή τους.

Ούτε ο κ. ΥΠΟΙΚ, ούτε οι λοιποί εταίροι μας, ούτε προφανώς οι αγορές, μπορούσαν να εξασφαλίσουν για την χώρα μία καθαρή έξοδο. Η βιωσιμότητα ήταν αδύναμη και η παροχή εγγυήσεων περιορισμένη. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μάλιστα που όλοι γνώριζαν, ήταν ότι οι ΗΠΑ είχαν ανακοινώσει την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού και η ΕΚΤ είχε γνωστοποιήσει το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης.

Η λύση ήταν μία και μοναδική. Η 3η δανειακή σύμβαση να συνδεθεί με την επόμενη 4η, και η χώρα μας να έχει την ικανοποιητική δυνατότητα να αποπληρώσει τις λήξεις που θα αντιμετώπιζε στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, με δεδομένο ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα (3,5% ) θα κάλυπτε ικανοποιητικά τους τόκους των υφισταμένων δανείων. Για να μπορέσουν οι πιστωτές να προχωρήσουν στην εξασφάλιση, έστω και μεσοπρόθεσμα, της χορήγησης του αξιόχρεου, υποχρέωσαν την χώρα να δεσμευτεί συμβατικά με 4ο μνημόνιο :

  • Παίρνοντας ένα νέο δάνειο 15 δις, πριν από την λήψη του 3ου μνημονίου (δάνειο γέφυρα). έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του Ιουλίου (11,7 δις) και επιπρόσθετα 3,3 δις. για μέρος του δανείου του ΔΝΤ.
  • Να μετακυλήσει χρέη του ESM που λήγουν την επόμενη δεκαετία για μετά το 2060, παρέχοντας περίοδο χάριτος στην εξυπηρέτηση 10 ετών. Απλά για τα επόμενα 10 χρόνια δεν πληρώνουμε λήξεις δανείων, ούτε τόκους..
  • Επιστρέφονται στην χώρα τα κέρδη των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης που  τα είχε αποποιηθεί  κατά την περίοδο Βαρουφάκη, ώστε να αποπληρωθούν άλλα χρέη που λήγουν,

Υπάρχει ένα πιθανό αποθεματικό γύρω στα 8 δις., όχι από νέα δάνεια αλλά από δημόσια  έσοδα και αποκρατικοποιήσεις ώστε να καλυφθούν πιθανές χρηματοπιστωτικές ανάγκες βραχυχρονίων υποχρεώσεων. Η συγκεκριμένη κατάθεση του ποσού θα πιστωθεί στην ΤτΕ. Και μαζί με τα πλεονάσματα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα αποδεσμεύσει τις συστημικές τράπεζες από την χορήγηση αθέμητων και εκτός κοινοτικών συμφωνιών, χρηματοδοτήσεις του δημόσιου τομέα.

Όλα αυτά γιατ;. Διότι παρ’ όλες τις προσπάθειες της κυβέρνησης και παρ’ όλη την επιβολή ποσοτικών ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η χρονική ασυνέπεια της εφαρμογής των όρων της 3ης μνημονιακής δανειακής σύμβασης δεν μας επέτρεψε να ολοκληρώσουμε την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Η 4η δανειακή συμφωνία μετά τις φιέστες θα περάσει από την Βουλή. Η δημοσιονομική πειθαρχία των πλεονασμάτων και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας από το «υπερταμείο» θα συμβάλλουν ως χορηγοί στις πιθανές ακαμψίες των εσόδων. Η μακροβιότερη εθνική επιτήρηση θα εγκριθεί σύντομα επισφραγίζοντας σχεδόν μόνιμα τις δεσμεύσεις της εθνικής μας κυριαρχίας από πολλές κυβερνήσεις του μέλλοντος.