Η σκιά του πολέμου εξακολουθεί να βαραίνει την καθημερινότητα στην Ουκρανία, όχι μόνο στα χαρακώματα και τις εμπόλεμες ζώνες, αλλά και στους δρόμους των πόλεων, εκεί όπου η ανάγκη για νέες στρατιωτικές δυνάμεις συναντά τον φόβο, την αγωνία και την κοινωνική ένταση.
Πόλεμος στην Ουκρανία: «Όλοι φοβούνται να πεθάνουν»- Όλο και περισσότεροι στρατεύσιμοι Ουκρανοί κρύβονται όπως-όπως από τη στρατολογία
Η ολοένα και μεγαλύτερη πίεση για την ενίσχυση του ουκρανικού στρατού αναδεικνύει ένα από τα πιο δύσκολα και επώδυνα ζητήματα που καλείται να διαχειριστεί το Κίεβο: την επιστράτευση χιλιάδων ανδρών σε έναν πόλεμο που διανύει πλέον τον τέταρτο χρόνο του.
Σε ολόκληρη τη χώρα, πληθαίνουν οι μαρτυρίες ανθρώπων που αποφεύγουν να εμφανιστούν σε δημόσιους χώρους, αλλάζουν διαδρομές ή παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, προκειμένου να μην εντοπιστούν από τις υπηρεσίες στρατολόγησης. Την ίδια ώρα, καταγράφονται ολοένα και περισσότερα περιστατικά συγκρούσεων, καταγγελιών και αλληλοκατηγοριών, αποτυπώνοντας το βαρύ κοινωνικό τίμημα μιας παρατεταμένης πολεμικής σύγκρουσης.
Ο Βασίλ Κρουπίτς, βετεράνος του πολέμου, αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανθρώπων που βρέθηκαν και στις δύο πλευρές αυτής της δύσκολης πραγματικότητας. Έχοντας πολεμήσει στο Ντονμπάς και επιζήσει από σφοδρές επιθέσεις των ρωσικών δυνάμεων, γνωρίζει όσο λίγοι το κόστος της μάχης. Ωστόσο, όταν ανέλαβε καθήκοντα που σχετίζονταν με τον εντοπισμό πολιτών που απέφευγαν τη στράτευση, βρέθηκε αντιμέτωπος με την οργή συμπατριωτών του.
Σύμφωνα με την περιγραφή του, δύο άνδρες αρνήθηκαν να επιδείξουν τα απαραίτητα έγγραφα και επιχείρησαν να διαφύγουν. Η κατάσταση ξέφυγε γρήγορα από τον έλεγχο και, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, δέχθηκε επίθεση με λοστό, τραυματισμός που τον καθήλωσε για εβδομάδες.
«Μου έσπασε το πλευρό. Ήμουν πεσμένος εκεί και δεν μπορούσα να αναπνεύσω», ανέφερε.
Το συγκεκριμένο περιστατικό δεν αντιμετωπίζεται από τις ουκρανικές αρχές ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ως ένδειξη μιας βαθύτερης κρίσης που εκδηλώνεται γύρω από τη διαδικασία της στρατολόγησης. Οι ανάγκες του μετώπου παραμένουν πιεστικές και οι ελλείψεις προσωπικού εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία στη στρατιωτική ηγεσία.
Τα τελευταία χρόνια, οι επιθέσεις εναντίον στελεχών που συμμετέχουν στις διαδικασίες επιστράτευσης εμφανίζουν αυξητική τάση, με εκατοντάδες περιστατικά να έχουν καταγραφεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Παράλληλα, πολίτες και οργανώσεις κάνουν λόγο για αυθαίρετες πρακτικές, καταγγέλλοντας περιπτώσεις κακομεταχείρισης και παράνομων κρατήσεων από μέλη των υπηρεσιών στρατολόγησης.
«Η βία οδηγεί στη βία. Είναι τεράστιο πρόβλημα και πρόκειται να γίνει χειρότερο», ανέφερε ο βουλευτής της αντιπολίτευσης Ολεξάντρ Χοντσαρένκο.
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται και η λεγόμενη «busification», όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται στην Ουκρανία η πρακτική των κινητών περιπολιών επιστράτευσης. Πρόκειται για ομάδες που πραγματοποιούν ελέγχους σε δημόσιους χώρους, εντοπίζουν άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας και τους μεταφέρουν σε κέντρα καταγραφής και εκπαίδευσης, μια πρακτική που διχάζει την κοινή γνώμη και προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
«Όταν χρειάζονται επιπλέον 5.000 άνδρες, αρχίζουν να τους παίρνουν. Και αν αυτοί αρνηθούν, αυτό καταλήγει σε καβγάδες στους δρόμους», σημειώνει ο στρατιωτικός αναλυτής Ιβάν Στούπακ.
Πόλεμος στην Ουκρανία: «Όλοι φοβούνται να πεθάνουν»- Όλο και περισσότεροι στρατεύσιμοι Ουκρανοί κρύβονται όπως-όπως από τη στρατολογία
Ανάμεσα σε όσους καταγγέλλουν υπερβολική χρήση βίας βρίσκεται και ο καθηγητής πανεπιστημίου Κίριλο Ογκντάνσκι, ο οποίος υποστηρίζει ότι δέχθηκε επίθεση από μέλη υπηρεσίας στρατολόγησης, παρά το γεγονός ότι, όπως αναφέρει, εξαιρούνταν από την υποχρεωτική επιστράτευση.
«Ένας από αυτούς χτύπησε το τηλέφωνο από το χέρι μου και δύο με έσπρωξαν από πίσω μέσα στο λεωφορείο. Όταν ρώτησα τι συμβαίνει, ένας άρχισε να με χτυπάει στο κεφάλι. Με χτύπησε αρκετές φορές στη μύτη», περιγράφει.
Η μαρτυρία του αναδεικνύει την ένταση που επικρατεί γύρω από ένα ζήτημα το οποίο διχάζει την ουκρανική κοινωνία. Ο ίδιος σπεύδει να διευκρινίσει ότι αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι η εφαρμογή του νόμου δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών.
«Καταλαβαίνω το πρόβλημα της επιστράτευσης, αλλά κανένας αξιωματούχος δεν έχει το δικαίωμα να συμπεριφέρεται έτσι».
Η Ουκρανία βρίσκεται σήμερα ενώπιον ενός ιδιαίτερα δύσκολου διλήμματος. Από τη μία πλευρά, η συνέχιση της άμυνας απέναντι στη ρωσική εισβολή προϋποθέτει σταθερή ανανέωση των στρατιωτικών δυνάμεων. Από την άλλη, ο φόβος της πρώτης γραμμής, οι απώλειες και η αβεβαιότητα του πολέμου ωθούν ολοένα και περισσότερους πολίτες στην αποφυγή της στράτευσης.
Ο Βασίλ Κρουπίτς, παρά τα τραύματα που φέρει τόσο στο σώμα όσο και στη μνήμη του, επιμένει ότι οι απαιτήσεις του πολέμου δεν αφήνουν πολλά περιθώρια επιλογών.
«Εμείς κάνουμε το καθήκον μας. Πολεμήσαμε, υπερασπιστήκαμε τον λαό μας – και τώρα μας επιτίθενται».
Όταν καλείται να απαντήσει στο τι θα μπορούσε να πείσει περισσότερους ανθρώπους να υπηρετήσουν οικειοθελώς, στέκεται στην ανάγκη για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και αυξημένες απολαβές για τους στρατιώτες. Ωστόσο, η τελική του τοποθέτηση αποτυπώνει με ωμότητα το αδιέξοδο που βιώνει σήμερα η ουκρανική κοινωνία.
«Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, δεν μπορεί. Τα παιδιά μας πρέπει να αντικατασταθούν. Αλλά κανείς δεν προσφέρεται εθελοντικά».
Και έπειτα, με μια φράση που συμπυκνώνει τον φόβο ενός ολόκληρου λαού έπειτα από χρόνια πολέμου, καταλήγει:
«Όλοι φοβούνται να πεθάνουν».

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα