Η Μόσχα φαίνεται πως αλλάζει εκ νέου τη στρατηγική της στο ουκρανικό μέτωπο, καθώς η Ρωσία δεν εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να επιστρέψει ορισμένες από τις περιοχές που έχει καταλάβει στρατιωτικά, ακόμη και στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου.
Πόλεμος στην Ουκρανία: Το Κρεμλίνο αλλάζει τους όρους του πολέμου-Tι σχεδιάζει πλέον ο Πούτιν
Σύμφωνα με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στο Κρεμλίνο, οι συγκεκριμένες περιοχές δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως διαπραγματευτικό χαρτί, αλλά ως μόνιμες ζώνες ασφαλείας που η Μόσχα σκοπεύει να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εξακολουθεί να θεωρεί στρατηγικό στόχο την πλήρη κατάληψη της ανατολικής ουκρανικής περιφέρειας του Ντονέτσκ μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, σύμφωνα με τρεις πηγές που ζήτησαν να παραμείνουν ανώνυμες λόγω της ευαισθησίας των πληροφοριών, η Ρωσία σχεδιάζει να κρατήσει υπό τον έλεγχό της τμήματα των περιφερειών Σούμι και Χάρκοβο, κοντά στα ρωσικά σύνορα, παρουσιάζοντάς τα ως απαραίτητες ζώνες προστασίας.
Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει πλέον απομακρυνθεί από την ιδέα οποιασδήποτε εδαφικής παραχώρησης, καθώς στη Μόσχα εκτιμούν ότι η ολοένα και πιο επιθετική ρητορική από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί ένδειξη πως οι άτυπες συνεννοήσεις που είχαν διαμορφωθεί κατά τη συνάντηση κορυφής στην Αλάσκα με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει.
Το «πνεύμα της Άνκορατζ» και η νέα σκλήρυνση της Μόσχας
Παρότι η Ουάσινγκτον επιμένει ότι κατά τη σύνοδο κορυφής του περασμένου Αυγούστου δεν υπήρξε επίσημη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, στελέχη του Κρεμλίνου έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στην ύπαρξη ενός πλαισίου αμοιβαίων δεσμεύσεων, το οποίο περιγράφουν ως τη συμφωνία του «πνεύματος της Άνκορατζ» ανάμεσα στον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ντόναλντ Τραμπ.
Με βάση αυτή την εκδοχή των γεγονότων, η Ουκρανία θα δεχόταν πιέσεις προκειμένου να παραχωρήσει εδάφη στην περιφέρεια του Ντονέτσκ, ενώ ως αντάλλαγμα η Ρωσία θα επέστρεφε περιοχές που είχε καταλάβει στις περιφέρειες Σούμι και Χάρκοβο.
Ωστόσο, το σκηνικό φαίνεται να έχει μεταβληθεί δραστικά. Το Κρεμλίνο έχει υιοθετήσει σκληρότερη γραμμή, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος — ακόμη και στην περιοχή της Μόσχας — έχουν προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και ενεργειακές υποδομές, οδηγώντας παράλληλα σε ελλείψεις καυσίμων σε αρκετές περιοχές της χώρας.
Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε τη στήριξή του σε νέο νομοσχέδιο κυρώσεων, το οποίο είχε προωθήσει ο εκλιπών γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ και προβλέπει την επιβολή δασμών έως και 100% στους πέντε μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό των πληροφοριών.
Οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες – Η μάχη για το Ντονέτσκ καθορίζει την επόμενη φάση του πολέμου
Η διπλωματική προσπάθεια για την επίτευξη μιας ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία παραμένει ουσιαστικά σε αδιέξοδο, παρά τις αρχικές προσδοκίες ότι η συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής.
Η συγκεκριμένη συνάντηση αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σε διάρκεια κατ’ ιδίαν επαφή μεταξύ των δύο ηγετών και πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα κλίμα αυξημένων προσδοκιών για μια πιθανή συμφωνία που θα άνοιγε τον δρόμο προς τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποχώρησε από την Άνκορατζ χωρίς να έχει αποδεχθεί μια άμεση κατάπαυση του πυρός, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρώτο βήμα για την έναρξη ευρύτερων ειρηνευτικών συνομιλιών.
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε μετά τη συνάντηση ότι η επίτευξη συμφωνίας εξαρτάται πλέον από τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μεταφέροντας ουσιαστικά το βάρος της επόμενης κίνησης στο Κίεβο.
Οι διαπραγματεύσεις υπό αμερικανική διαμεσολάβηση έχουν παραμείνει στάσιμες από τον Φεβρουάριο, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει στρέψει μεγάλο μέρος της προσοχής της στις εξελίξεις που αφορούν τον πόλεμο με το Ιράν.
Τον Ιούνιο, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιχείρησε να αναζωπυρώσει τη διπλωματική διαδικασία, απευθύνοντας δημόσια πρόσκληση στον Βλαντίμιρ Πούτιν για απευθείας ειρηνευτικές συνομιλίες.
Η πρόταση, ωστόσο, απορρίφθηκε από τον Ρώσο πρόεδρο, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να «συνεχίσουν να εργάζονται», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Μόσχα εξακολουθεί να θεωρεί το στρατιωτικό πεδίο ως το βασικό μέσο επίτευξης των στόχων της.
Την ίδια περίοδο, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, και ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάρκο Ρούμπιο, βρέθηκαν στις Φιλιππίνες, στο πλαίσιο της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών της Ένωσης Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN).
Ο Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε τη Δευτέρα ότι παραμένει «ανοιχτός» σε μια συνάντηση με τον Σεργκέι Λαβρόφ, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής κάποια συγκεκριμένη συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών.
Πόλεμος στην Ουκρανία: Το Κρεμλίνο αλλάζει τους όρους του πολέμου-Tι σχεδιάζει πλέον ο Πούτιν
Την ώρα που η διπλωματία παραμένει στάσιμη, η στρατιωτική δραστηριότητα στο ουκρανικό μέτωπο συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.
Η Ρωσία έχει εντείνει τις τελευταίες εβδομάδες τις επιθέσεις της με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους εναντίον του Κιέβου, αλλά και άλλων μεγάλων ουκρανικών πόλεων, αυξάνοντας την πίεση τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο.
Παράλληλα, οι σκληρότερες μάχες εξακολουθούν να διεξάγονται στην περιφέρεια του Ντονέτσκ, όπου το επίκεντρο των επιχειρήσεων βρίσκεται γύρω από την Κονστιαντίνιβκα.
Η πόλη αυτή θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους ανεφοδιασμού των ουκρανικών δυνάμεων. Η ενδεχόμενη κατάληψή της θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο προς δύο από τα σημαντικότερα αμυντικά προπύργια της Ουκρανίας στην περιοχή, το Κραματόρσκ και το Σλοβιάνσκ.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει η Ουκρανία να παραδώσει τον έλεγχο των περιοχών του Ντονέτσκ που παραμένουν υπό ουκρανική διοίκηση, παρά το γεγονός ότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει να τις καταλάβουν από το 2014.
Το Κίεβο απορρίπτει κατηγορηματικά αυτό το αίτημα και υποστηρίζει ότι η μόνη ρεαλιστική βάση για τον τερματισμό του πολέμου είναι η διατήρηση της σημερινής γραμμής του μετώπου, χωρίς περαιτέρω εδαφικές παραχωρήσεις.
Σύμφωνα με δύο από τις πηγές που βρίσκονται κοντά στο Κρεμλίνο, η Ρωσία θα ήταν διατεθειμένη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μόνο αφού ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιτύχει τον βασικό στρατιωτικό του στόχο: την πλήρη κατάληψη της περιφέρειας του Ντονέτσκ.
Μάλιστα, σύμφωνα με μία από τις πηγές, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας έχει διαβεβαιώσει τον πρόεδρο ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να οδηγήσουν στον πλήρη έλεγχο της περιοχής έως το τέλος του έτους.
Ωστόσο, η αισιοδοξία αυτή δεν συμμερίζονται όλα τα στελέχη των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων. Αρκετοί αξιωματούχοι του στρατού θεωρούν το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υπερβολικά φιλόδοξο και εκτιμούν ότι η πλήρης κατάληψη του Ντονέτσκ είναι πιθανότερο να ολοκληρωθεί ακόμη και το 2027, σύμφωνα με πρόσωπο που βρίσκεται κοντά στο υπουργείο Άμυνας στη Μόσχα.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές αποτυπώνεται και στις διαφορετικές ερμηνείες που δίνουν Ουάσινγκτον και Μόσχα για όσα συζητήθηκαν στην Άνκορατζ.
Στις 25 Ιουνίου, ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «υπήρξε μια πρόταση στην Αλάσκα, αλλά δεν υπήρξε συμφωνία στην Αλάσκα» για τον τερματισμό του πολέμου, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «αν υπήρχε συμφωνία, ο πόλεμος θα είχε τελειώσει».
Η τοποθέτηση αυτή επιχείρησε να ξεκαθαρίσει ότι η συνάντηση των δύο ηγετών δεν κατέληξε σε μια δεσμευτική συμφωνία, αλλά περισσότερο σε μια ανταλλαγή προτάσεων και θέσεων, χωρίς να υπάρξει το απαιτούμενο έδαφος για μια τελική διευθέτηση.
Μία ημέρα αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, έδωσε μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το περιεχόμενο των συνομιλιών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε απαντήσει στην Αλάσκα στις προτάσεις που είχε μεταφέρει προηγουμένως στη Μόσχα ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ.
Ο Σεργκέι Λαβρόφ υποστήριξε ότι, από τη στιγμή που η μία πλευρά — στην προκειμένη περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες — είχε καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις και η άλλη πλευρά είχε δηλώσει ότι συμφωνεί με αυτές, δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα.
«Εάν η μία πλευρά, στην προκειμένη περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες, καταθέτει προτάσεις για μια διευθέτηση και η άλλη πλευρά εκφράζει τη συμφωνία της με αυτές τις προτάσεις, τότε το να υποστηρίζεται ότι δεν υπήρξε συμφωνία είναι, για να το θέσω ήπια, κάπως άκομψο», δήλωσε ο Σεργκέι Λαβρόφ.
Η αντιπαράθεση αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο των πιθανών συμβιβασμών, αλλά και ως προς την ίδια την ανάγνωση των γεγονότων.
Για τη Μόσχα, οι συνομιλίες στην Αλάσκα αποτέλεσαν μια βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια μελλοντική συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναγνωριστούν οι ρωσικές απαιτήσεις στο πεδίο των εδαφικών διεκδικήσεων.
Για την Ουάσινγκτον, αντίθετα, δεν υπήρξε παρά μια διερευνητική προσπάθεια χωρίς δεσμευτικό αποτέλεσμα, με την ευθύνη για την επόμενη κίνηση να παραμένει ανοικτή.
Η νέα πραγματικότητα στο μέτωπο
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι το Κρεμλίνο επιχειρεί να επανακαθορίσει τους όρους της σύγκρουσης, μετατρέποντας τις στρατιωτικές κατακτήσεις σε μόνιμα διαπραγματευτικά δεδομένα.
Η επιμονή της Μόσχας στη διατήρηση εδαφών που κατέχει και στη δημιουργία ζωνών ασφαλείας κοντά στα ρωσικά σύνορα δείχνει ότι η ρωσική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει πλέον τις περιοχές αυτές ως προσωρινά διαπραγματευτικά εργαλεία, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Την ίδια στιγμή, η μάχη για το Ντονέτσκ αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την επόμενη φάση του πολέμου. Εφόσον η Ρωσία καταφέρει να επιτύχει τον στόχο της πλήρους κατάληψης της περιοχής, το Κρεμλίνο θα εισέλθει σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση από διαφορετική θέση ισχύος.
Αντίθετα, η αδυναμία επίτευξης αυτού του στόχου ενδέχεται να παρατείνει έναν πόλεμο φθοράς, στον οποίο καμία από τις δύο πλευρές δεν δείχνει μέχρι στιγμής διατεθειμένη να εγκαταλείψει τις βασικές της επιδιώξεις.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σκηνικό παρατεταμένης αβεβαιότητας, όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι κυρώσεις και οι διπλωματικές κινήσεις αλληλοεπηρεάζονται, ενώ η προοπτική μιας συμφωνίας ειρήνης παραμένει μακρινή.
Η Μόσχα δείχνει να ποντάρει στη στρατιωτική πίεση και στον χρόνο, θεωρώντας ότι οι εξελίξεις στο πεδίο μπορούν να διαμορφώσουν τους όρους μιας μελλοντικής συμφωνίας.
Το Κίεβο, από την πλευρά του, επιμένει ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία δεν μπορεί να βασίζεται στην αναγνώριση των εδαφικών απωλειών που προέκυψαν από τη ρωσική εισβολή.
Έτσι, ο πόλεμος εισέρχεται σε μια ακόμη πιο σύνθετη φάση, όπου το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ποιος θα επικρατήσει στο πεδίο της μάχης, αλλά και ποιος θα καταφέρει να επιβάλει τη δική του εκδοχή για την επόμενη ημέρα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα