TOP ΝΕΑ

Politico: Η Ευρώπη βαδίζει μέσα σε μια τέλεια πολιτική καταιγίδα!- Το χάος στη Γαλλία και τα ερωτήματα για την ενότητα της «επόμενης μέρας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Αδιέξοδα, ενεργειακές πιέσεις και εκλογικές αναμετρήσεις απειλούν τις αποφάσεις των Βρυξελλών

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι Βρυξέλλες καλούνται να λάβουν αποφάσεις καθοριστικής σημασίας για το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης, την ενεργειακή της ασφάλεια και τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, οι εσωτερικές διαφωνίες και η πολιτική αβεβαιότητα απειλούν να περιορίσουν δραματικά τα περιθώρια συνεννόησης μεταξύ των κρατών-μελών.

Politico: Η Ευρώπη βαδίζει μέσα σε μια τέλεια πολιτική καταιγίδα!- Το χάος στη Γαλλία και τα ερωτήματα για την ενότητα της «επόμενης μέρας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Την ίδια στιγμή, οι εκλογικοί κύκλοι στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες διαμορφώνουν ένα ολοένα πιο σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, στο οποίο οι εθνικές προτεραιότητες ενδέχεται να υπερισχύσουν της ανάγκης για κοινές ευρωπαϊκές λύσεις. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Ιταλία, οι τέσσερις χώρες που αποτελούν τον βασικό οικονομικό και πολιτικό πυρήνα της Ένωσης, βρίσκονται αντιμέτωπες με διαφορετικές, αλλά εξίσου σημαντικές προκλήσεις, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν άμεσα τη λειτουργία της ΕΕ.

Όπως επισημαίνει το Politico, η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα μια σειρά από κρίσιμα μέτωπα: να συμφωνήσει για τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό στην ιστορία της, ύψους 2 τρισ. ευρώ, να εξασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα.

Στο ήδη βεβαρημένο αυτό σκηνικό προστίθεται η αβεβαιότητα που συνοδεύει τις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις και τις πολιτικές εξελίξεις στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ένωσης. Οι τέσσερις χώρες αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το 60% του ΑΕΠ και του πληθυσμού της ΕΕ, γεγονός που καθιστά τις εσωτερικές τους εξελίξεις κρίσιμο παράγοντα για τη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών συσχετισμών.

Η Ισπανία οδεύει προς τις κάλπες τον Νοέμβριο, η προεδρική θητεία του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία ολοκληρώνεται τον Απρίλιο του 2027, στη Γερμανία η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) ασκεί αυξανόμενη πίεση στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ενώ η Ιταλία προετοιμάζεται για τις εκλογές του 2027.

Το αποτέλεσμα είναι μια συγκυρία που απειλεί να μετατρέψει κάθε ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση σε δύσκολη άσκηση ισορροπίας. Οι κυβερνήσεις καλούνται να σταθμίσουν τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις τους απέναντι στις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, την ώρα που οι αποφάσεις που εκκρεμούν δεν επιδέχονται εύκολες αναβολές. Για τις Βρυξέλλες, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η επίτευξη επιμέρους συμφωνιών, αλλά και η ίδια η δυνατότητα της Ένωσης να λειτουργεί ως ενιαίο πολιτικό και οικονομικό σύνολο.

Το πρώτο καμπανάκι στη Σύνοδο Κορυφής

Τα πρώτα σαφή σημάδια των δυσκολιών που βρίσκονται μπροστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση έγιναν ορατά στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής. Έπειτα από δύο ημέρες διαβουλεύσεων και έντονων συζητήσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν κατάφεραν να σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο στο ζήτημα του νέου προϋπολογισμού, ενώ οι διαφωνίες για την ενεργειακή πολιτική ανέδειξαν το βάθος των αποκλίσεων μεταξύ των κρατών-μελών.

Παρά τις προσπάθειες του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για μια πολιτική συμφωνία έως το τέλος του 2026, τα συμπεράσματα της Συνόδου δεν περιλάμβαναν κάποια συγκεκριμένη δέσμευση προς αυτή την κατεύθυνση. Η απουσία προόδου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ο χρόνος για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων περιορίζεται και οι επόμενες συναντήσεις των Ευρωπαίων ηγετών, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, αναμένεται να είναι καθοριστικές.

Η δυσκολία εξεύρεσης κοινά αποδεκτών λύσεων δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη συνηθισμένη διαφωνία στους κόλπους της ΕΕ. Αντιθέτως, αποτυπώνει το πόσο περίπλοκη έχει γίνει η προσπάθεια συγκερασμού διαφορετικών εθνικών συμφερόντων, ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις αφορούν μεγάλα οικονομικά μεγέθη και δεσμεύσεις με μακροπρόθεσμο αντίκτυπο.

Μιλώντας στο Politico στο περιθώριο της Συνόδου, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο το αδιέξοδο που διαμορφώνεται.

«Όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να ολοκληρώσουμε μια πολιτική συμφωνία έως το τέλος του έτους», ανέφερε, εξηγώντας ωστόσο ότι οι ισπανικές εκλογές καθιστούν πλέον ανέφικτο αυτόν τον στόχο.

Η αναφορά αυτή καταδεικνύει πόσο άμεσα μπορούν οι εθνικές πολιτικές εξελίξεις να επηρεάσουν τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό. Ακόμη και όταν υπάρχει επίγνωση της ανάγκης για συμφωνία, η αβεβαιότητα στο εσωτερικό ενός κράτους-μέλους μπορεί να αποδειχθεί αρκετή για να ανατρέψει τα χρονοδιαγράμματα.

Το κλίμα προβληματισμού αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις Ευρωπαίων διπλωματών και αξιωματούχων. Σύμφωνα με το Politico, έξι εξ αυτών περιέγραψαν μια Ένωση που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να γεφυρώσει τις διαφορές των κρατών-μελών και να καταλήξει σε κοινές αποφάσεις.

«Του χρόνου θα είναι χειρότερα», προειδοποίησε χαρακτηριστικά ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης.

Advertisement

Η φράση αυτή συνοψίζει την ανησυχία που διατρέχει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: ότι οι σημερινές δυσκολίες ενδέχεται να αποτελούν μόνο την αρχή μιας περιόδου κατά την οποία η λήψη αποφάσεων θα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, καθώς οι εξωτερικές πιέσεις θα συναντούν μια Ευρώπη με περιορισμένη πολιτική συνοχή.

Η Ευρώπη πιέζεται από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα

Η εσωτερική πολιτική αστάθεια εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα δυσμενή διεθνή συγκυρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να προστατεύσει τα στρατηγικά και οικονομικά της συμφέροντα σε ένα περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές ισορροπίες δοκιμάζονται και οι ανταγωνισμοί εντείνονται.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αμφισβητεί καθιερωμένες διατλαντικές ισορροπίες, δημιουργώντας πρόσθετη αβεβαιότητα στις σχέσεις της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, η Κίνα ενισχύει την παρουσία της στις ευρωπαϊκές αγορές μέσω φθηνών εξαγωγών και διευρύνει την επιρροή της σε κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες, εντείνοντας τις ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και την εξάρτησή της από εξωτερικούς προμηθευτές.

Την ίδια ώρα, η Ρωσία συνεχίζει τις επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Σύμφωνα με το Politico, στις ενέργειες αυτές περιλαμβάνονται κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και απόπειρες επιθέσεων με drones, όπως εκείνη στο αεροδρόμιο της Λειψίας, για την οποία το Βερολίνο κατηγόρησε τη Μόσχα.

Οι εξελίξεις αυτές συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο πλέγμα απειλών, στο οποίο η Ευρώπη καλείται να απαντήσει με ενιαία στρατηγική, αυξημένο συντονισμό και αποτελεσματικότερη συνεργασία. Ωστόσο, η διαμόρφωση μιας κοινής γραμμής προϋποθέτει πολιτική συνεννόηση και ισχυρή ηγεσία, δύο στοιχεία που δοκιμάζονται από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και την εκλογική αβεβαιότητα.

«Επιδιώκουν τη διαίρεσή μας. Θέλουν να μας διχάσουν», δήλωσε ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Μπαρτ Ντε Βέβερ, στο περιθώριο της Συνόδου, προειδοποιώντας ότι οι αντίπαλοι της Ευρώπης γνωρίζουν πού μπορούν να την πλήξουν.

Η προειδοποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η συνοχή της Ένωσης δεν δοκιμάζεται μόνο από τις εξωτερικές απειλές, αλλά και από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στην εξεύρεση κοινών λύσεων. Όσο οι διαφωνίες παραμένουν ανοιχτές, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος οι εξωτερικές πιέσεις να αξιοποιήσουν τις εσωτερικές ρωγμές.

Το χρηματοδοτικό κενό της Ουκρανίας και οι δύσκολες επιλογές

Μέσα σε αυτό το ήδη περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον, η χρηματοδότηση της Ουκρανίας εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες για τις Βρυξέλλες. Η συνέχιση της ρωσικής εισβολής, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες ανάγκες της ουκρανικής οικονομίας και την εκτεταμένη καταστροφή ενεργειακών υποδομών, δημιουργεί μια πιεστική ανάγκη εξεύρεσης πρόσθετων πόρων.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ουκρανία αναμένεται να αντιμετωπίσει δημοσιονομικό κενό ύψους 30 έως 35 δισ. δολαρίων το 2027. Η ανάγκη κάλυψης αυτού του ποσού γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, καθώς η Ρωσία συνεχίζει να πλήττει τις ενεργειακές υποδομές της χώρας ενόψει ενός ιδιαίτερα δύσκολου χειμώνα.

Το μέγεθος της πρόκλησης αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη συμφωνήσει πέρυσι σε οικονομική στήριξη ύψους 90 δισ. ευρώ. Παρά την προηγούμενη αυτή δέσμευση, οι ανάγκες της Ουκρανίας εξακολουθούν να υπερβαίνουν τους διαθέσιμους πόρους, μεταφέροντας το βάρος μιας νέας απόφασης στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Μία από τις λύσεις που έχουν τεθεί στο τραπέζι είναι η αξιοποίηση των περίπου 200 δισ. ευρώ σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που παραμένουν δεσμευμένα στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό Euroclear, με έδρα το Βέλγιο. Η πρόταση θα μπορούσε να προσφέρει μια σημαντική χρηματοδοτική διέξοδο, ωστόσο προσκρούει σε σοβαρές πολιτικές και νομικές επιφυλάξεις, καθώς και στις ανησυχίες για τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης.

Το Βέλγιο εξακολουθεί να αντιτίθεται στην αξιοποίηση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, έχοντας ήδη μπλοκάρει προηγούμενες σχετικές προσπάθειες. Η στάση αυτή αποτυπώνει το δύσκολο δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ένωση: από τη μία πλευρά, την ανάγκη να διασφαλίσει τη συνέχιση της στήριξης προς το Κίεβο και, από την άλλη, την απουσία συμφωνίας για τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι πόροι.

«Τίποτα δεν έχει αλλάξει», σχολίασε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας, Ουλφ Κρίστερσον, αποχωρώντας από τη Σύνοδο.

Μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η έκδοση νέου κοινού ευρωπαϊκού χρέους, η οποία θα επέτρεπε τη συγκέντρωση πρόσθετων κεφαλαίων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, και αυτή η λύση προϋποθέτει δύσκολους πολιτικούς συμβιβασμούς, καθώς οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς την κατανομή του οικονομικού βάρους και τους όρους μιας τέτοιας κοινής δανειοδότησης.

Το αδιέξοδο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση υπό το πρίσμα των προειδοποιήσεων του Ουκρανού προέδρου, Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Μιλώντας στη Σύνοδο, ο ίδιος προειδοποίησε ότι μια ενδεχόμενη ήττα της Ουκρανίας θα μπορούσε να οδηγήσει έως και 20 εκατομμύρια Ουκρανούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπογραμμίζοντας τις ευρύτερες συνέπειες που θα είχε μια τέτοια εξέλιξη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και σταθερότητα.

«Η Ρωσία μάς σκοτώνει. Δεν θέλουν να σταματήσουν», δήλωσε.

Για την Ευρώπη, επομένως, η χρηματοδότηση της Ουκρανίας δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ζήτημα δημοσιονομικού σχεδιασμού. Συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της ηπείρου, τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ενότητας και την ικανότητα των κρατών-μελών να αναλαμβάνουν κοινές δεσμεύσεις σε περιόδους κρίσης.

Politico: Η Ευρώπη βαδίζει μέσα σε μια τέλεια πολιτική καταιγίδα!- Το χάος στη Γαλλία και τα ερωτήματα για την ενότητα της «επόμενης μέρας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρώπη χωρίς ισχυρή ηγεσία

Πίσω από τις οικονομικές δυσκολίες και τις γεωπολιτικές προκλήσεις αναδύεται ένα ακόμη κρίσιμο πρόβλημα: η απουσία μιας σταθερής πολιτικής ηγεσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διαμόρφωση συμβιβασμών και την προώθηση κοινών ευρωπαϊκών επιλογών.

Η αβεβαιότητα γύρω από το πολιτικό μέλλον των ηγετών των μεγαλύτερων κρατών-μελών περιορίζει τα περιθώρια πρωτοβουλιών και αποδυναμώνει τις συμμαχίες που στο παρελθόν διευκόλυναν την επίτευξη συμφωνιών. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται αποφασιστικότητα και στρατηγικό σχεδιασμό, αρκετοί από τους βασικούς πολιτικούς της πρωταγωνιστές βρίσκονται αντιμέτωποι με εσωτερικές πιέσεις που δυσκολεύουν τη λήψη αποφάσεων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

«Έχουμε πλέον μια Ευρώπη χωρίς προφανή ηγέτη», σημείωσε Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico. «Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είναι ισχυρή. Αλλά δεν έχουμε μια Μέρκελ ή έναν Μιτεράν».

Η αναφορά αυτή παραπέμπει σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη διέθετε ηγέτες με ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα, ικανούς να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις και να διαμορφώνουν ευρύτερες συναινέσεις. Σήμερα, αντίθετα, η Ένωση καλείται να διαχειριστεί πολλαπλές κρίσεις χωρίς να διαθέτει έναν εξίσου σαφή πολιτικό πόλο αναφοράς.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Εμανουέλ Μακρόν, η δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης του οποίου περιορίζεται από το γεγονός ότι δεν μπορεί, βάσει του γαλλικού Συντάγματος, να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία.

Σύμφωνα με τέσσερις Ευρωπαίους διπλωμάτες, ο Γάλλος πρόεδρος παραδέχθηκε σε κλειστή συζήτηση κατά τη Σύνοδο Κορυφής ότι τους τελευταίους μήνες της θητείας του δεν θα διαθέτει την πολιτική νομιμοποίηση που απαιτείται για να υπογράψει συμφωνία για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από την πορεία των διαπραγματεύσεων, καθώς η Γαλλία παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών ισορροπιών. Η εξασθένηση της δυνατότητας του Παρισιού να αναλάβει πρωτοβουλίες ενδέχεται να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια επίτευξης συμβιβασμών σε ζητήματα που απαιτούν τη συναίνεση των κρατών-μελών.

Η Ισπανία, η Γερμανία και η Ιταλία μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις

Στην Ισπανία, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο εκλογικής ήττας, έπειτα από οκτώ χρόνια στην εξουσία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα της κεντροδεξιάς και της ακροδεξιάς, ενώ οι εκλογές της 29ης Νοεμβρίου συμπίπτουν με μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις.

Η χρονική αυτή σύμπτωση εντείνει τον προβληματισμό στις Βρυξέλλες, καθώς η προεκλογική αντιπαράθεση και η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα ενδέχεται να περιορίσουν τη δυνατότητα της ισπανικής κυβέρνησης να αναλάβει δεσμεύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σύμφωνα με δύο Ευρωπαίους διπλωμάτες, ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος, δεν αναμένεται να σχηματιστεί νέα ισπανική κυβέρνηση πριν από τον Ιανουάριο. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες καθυστερήσεις, μεταθέτοντας κρίσιμες αποφάσεις σε μια περίοδο κατά την οποία τα περιθώρια ελιγμών θα είναι ακόμη πιο περιορισμένα.

Στη Γερμανία, η κατάσταση είναι διαφορετική, αλλά εξίσου περίπλοκη. Η άνοδος της AfD και η υποχώρηση της δημοτικότητας του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς περιορίζουν τα πολιτικά περιθώρια της κυβέρνησης, ενισχύοντας τις πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας. Παρότι οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές δεν είναι προγραμματισμένες πριν από το 2029, οι πολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν ήδη τη δυνατότητα του Βερολίνου να διαμορφώνει σταθερές θέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η Γερμανία, ως μία από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ένωσης και βασικός παράγοντας στις συζητήσεις για τη δημοσιονομική πολιτική, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην αναζήτηση συμβιβασμών. Εάν οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις περιορίσουν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να αναλάβει πρωτοβουλίες, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να επεκταθούν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή διαπραγματευτική διαδικασία.

Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι οδεύει προς τις εκλογές του Οκτωβρίου 2027. Ωστόσο, Ευρωπαίος διπλωμάτης εκτίμησε ότι η Ιταλίδα πρωθυπουργός ενδέχεται να επιλέξει την προσφυγή στις κάλπες νωρίτερα, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό.

Οι εξελίξεις στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ συνθέτουν, έτσι, ένα περιβάλλον στο οποίο οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις ανάγκες της ευρωπαϊκής συνεργασίας και στις απαιτήσεις της εσωτερικής πολιτικής σκηνής. Η προοπτική αλλαγών στην ηγεσία, η εκλογική αβεβαιότητα και οι πιέσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης καθιστούν δυσκολότερη την οικοδόμηση σταθερών συμμαχιών και την ανάληψη δεσμεύσεων που θα έχουν αντίκτυπο πέρα από τον εκάστοτε εθνικό εκλογικό κύκλο.

Ο χρόνος τελειώνει για τις Βρυξέλλες

Στο επίκεντρο όλων αυτών των εξελίξεων βρίσκεται ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, ο οποίος εξελίσσεται σε πραγματική δοκιμασία για την ικανότητα της Ένωσης να λειτουργεί συντονισμένα και να λαμβάνει συλλογικές αποφάσεις. Το ύψος του, οι διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών-μελών και οι αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες καθιστούν τη διαπραγμάτευση ιδιαίτερα απαιτητική.

Ο Αντόνιο Κόστα επιμένει ότι η συμφωνία πρέπει να επιτευχθεί έως το τέλος του 2026, προκειμένου ο νέος προϋπολογισμός να είναι έτοιμος να τεθεί σε εφαρμογή από το 2028. Το χρονοδιάγραμμα αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει ότι οι κυβερνήσεις θα καταφέρουν να υπερβούν τις διαφωνίες τους και να καταλήξουν σε μια κοινά αποδεκτή λύση μέσα στους επόμενους μήνες.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εμφανίστηκε, πάντως, καθησυχαστικός απέναντι στις ανησυχίες ότι οι εκλογικές αναμετρήσεις θα μπορούσαν να παραλύσουν την Ένωση.

«Ζούμε σε 27 δημοκρατίες. Σχεδόν κάθε μήνα έχουμε εκλογές. Αν περιμέναμε να μην υπάρχουν εκλογές, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να εγκρίνουμε έναν νέο προϋπολογισμό», δήλωσε.

Η τοποθέτησή του αναδεικνύει μια βασική παράμετρο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας: οι εκλογές αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας των κρατών-μελών και δεν μπορούν από μόνες τους να αποτελούν εμπόδιο στη λήψη αποφάσεων. Το πρόβλημα προκύπτει όταν οι εκλογικοί κύκλοι συμπίπτουν με βαθιές πολιτικές ανακατατάξεις, αποδυναμώνοντας τις κυβερνήσεις και περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να προχωρήσουν σε δύσκολους συμβιβασμούς.

Στις Βρυξέλλες, πάντως, η ανησυχία παραμένει έντονη. Τα περιθώρια για την επίτευξη συμφωνίας στενεύουν και οι επόμενες Σύνοδοι του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για την ευρωπαϊκή συνοχή. Εάν δεν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος, οι διαπραγματεύσεις θα μεταφερθούν στο 2027, όταν οι εκλογικές αναμετρήσεις και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις ενδέχεται να καταστήσουν ακόμη δυσκολότερες τις υποχωρήσεις που απαιτούνται από τις κυβερνήσεις.

Ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος εκτίμησε ότι ο Ιανουάριος θα μπορούσε να αποτελέσει ένα τελευταίο παράθυρο ευκαιρίας για την επίτευξη συμφωνίας, προτού οι πολιτικές αναταράξεις στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες περιπλέξουν περαιτέρω την κατάσταση.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα καταφέρει να αξιοποιήσει τους τελευταίους μήνες του 2026 για να υπερβεί τις διαφορές της ή εάν θα εισέλθει στο 2027 με ανοιχτά τα σημαντικότερα μέτωπα της πολιτικής και οικονομικής της ατζέντας.

Η διαχείριση του προϋπολογισμού, η χρηματοδότηση της Ουκρανίας, η ενεργειακή ασφάλεια και η αντιμετώπιση των γεωπολιτικών πιέσεων δεν αποτελούν ανεξάρτητα ζητήματα. Συνδέονται μεταξύ τους και απαιτούν μια Ευρώπη ικανή να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, να μοιράζεται το κόστος και να υπερασπίζεται συλλογικά τα συμφέροντά της.

Εάν οι πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό των κρατών-μελών αποδειχθούν ισχυρότερες από τη διάθεση για συμβιβασμό, οι Βρυξέλλες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με μια παρατεταμένη περίοδο αδράνειας, ακριβώς τη στιγμή που οι διεθνείς εξελίξεις απαιτούν ταχύτητα και αποφασιστικότητα.

Η «τέλεια πολιτική καταιγίδα» που περιγράφει το Politico δεν αφορά, συνεπώς, μόνο τη σύμπτωση εκλογικών αναμετρήσεων, οικονομικών πιέσεων και γεωπολιτικών κρίσεων. Αφορά κυρίως τον κίνδυνο όλα αυτά τα μέτωπα να συγκλίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη δυσκολεύεται να βρει κοινό βηματισμό και ισχυρή πολιτική κατεύθυνση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button