Σε ανάλυση που φιλοξενείται στο Middle East Forum, ο αναλυτής Michael Rubin, ανώτερος συνεργάτης του American Enterprise Institute, υποστηρίζει ότι διαμορφώνεται μια νέα και δυνητικά ιδιαίτερα ανησυχητική πυρηνική πραγματικότητα, με επίκεντρο την Τουρκία. Όπως σημειώνει, η προοπτική μιας τουρκικής πυρηνικής ικανότητας δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά ενδέχεται να επηρεάσει άμεσα και την Ινδία.
Για δεκαετίες, η πυρηνική στρατηγική του Νέου Δελχί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το Πακιστάν. Η ιστορική δήλωση του Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο ότι οι Πακιστανοί θα «έτρωγαν γρασίδι» για να αποκτήσουν την «ισλαμική βόμβα», σε συνδυασμό με την αυξανόμενη πίεση της Κίνα στην περιοχή του Λαντάκ, αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες που ώθησαν την Ινδία στην πυρηνική της θωράκιση. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Rubin, στο γεωπολιτικό σκηνικό εμφανίζεται πλέον ένας νέος και πιο σύνθετος παίκτης: η Τουρκία.
Το Πακιστάν χαρακτηρίζεται ως «γνωστή απειλή» για την Ινδία. Παρά τις ανησυχίες για πιθανή αποσταθεροποίηση ή για τον κίνδυνο απώλειας ελέγχου του πυρηνικού του οπλοστασίου σε περίπτωση πραξικοπήματος, το Νέο Δελχί έχει αναπτύξει μηχανισμούς διαχείρισης της έντασης με το Ισλαμαμπάντ. Σε κρίσεις όπως εκείνη του Κάργκιλ, οι φόβοι της διεθνούς κοινότητας επικεντρώνονταν στο ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, ενώ μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, διατηρούσαν διαύλους επιρροής και πίεσης.
Αντίθετα, ο Rubin εκτιμά ότι η Άγκυρα ενδέχεται να αποδειχθεί πιο περίπλοκη πρόκληση. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλει είναι ότι, ως μέλος του ΝΑΤΟ, η Τουρκία καλύπτεται από το Άρθρο 5 της Συμμαχίας. Κατά την ανάλυση, αυτό θα μπορούσε να της προσφέρει ένα στρατηγικό «δίχτυ ασφαλείας», αποτρέποντας ενδεχόμενα προληπτικά πλήγματα από χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η γεωγραφική απόσταση των περίπου 4.500 χιλιομέτρων από την Ινδία ίσως δημιουργεί στην τουρκική ηγεσία την αίσθηση ότι μπορεί να κινηθεί υποστηρικτικά προς αντιπάλους του Νέου Δελχί χωρίς άμεσο κόστος. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον πυρηνικό σταθμό στο Ακούγιου, με την εκτίμηση ότι μετά την πλήρη λειτουργία του αντιδραστήρα, η Τουρκία θα μπορούσε –υπό ορισμένες προϋποθέσεις– να αποκτήσει πυρηνικό όπλο σε διάστημα περίπου πέντε ετών.
Η ανάλυση αγγίζει και το ιδεολογικό υπόβαθρο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, αποδίδοντας στον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φιλοδοξίες περιφερειακής ηγεμονίας και μια πιο επιθετική στάση έναντι της Ινδίας. Γίνεται λόγος για έναν «πολυμέτωπο» ανταγωνισμό, που εκτείνεται από τη ρητορική και τα μέσα ενημέρωσης έως την υποστήριξη πολιτικών και θρησκευτικών αφηγήσεων.
Τέλος, ο Rubin υποστηρίζει ότι, ενώ η Δύση εμφανίζεται επιφυλακτική ή και διστακτική απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις, το Ισραήλ αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά το ενδεχόμενο μιας πυρηνικά ενισχυμένης Άγκυρας. Καταλήγει δε ότι η Ινδία θα πρέπει να επανεξετάσει τη στρατηγική της, λαμβάνοντας υπόψη το σενάριο μιας Τουρκίας που, εφόσον αποκτήσει πυρηνική δυνατότητα, θα μπορούσε να κινηθεί με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και λιγότερους περιορισμούς στο διεθνές πεδίο.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα