Ο Ρώσος πρόεδρος θεωρεί, σύμφωνα με τον Economist, πως μια έξοδος από τον πόλεμο χωρίς να έχει επιτύχει ακόμη και τον ελάχιστο στόχο που έχει θέσει, την κατάκτηση ολόκληρου του Ντονμπάς, θα μπορούσε να τον φέρει αντιμέτωπο με τη ρωσική ελίτ και, τελικά, να απειλήσει ακόμη και την παραμονή του στην εξουσία.
Ρωσία: «Αν υποχωρήσω στον πόλεμο της Ουκρανίας, θα με κρεμάσουν!»- Ο Economist θεωρεί ότι ο Ρώσος Πρόεδρος Πούτιν είναι δέσμιος των ολιγαρχών της χώρας και σχεδιάζει να ρίξει άλλους 400.000 άνδρες στα μέτωπα του πολέμου
Πριν από μερικές ημέρες, σε μια συνάντηση με φοιτητές και μέλη του προσωπικού πανεπιστημίου στη Μόσχα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν έκανε μια αναπάντεχη αναφορά στις όρκες και τις πολικές αρκούδες.
Οι όρκες, υποστήριξε ο Ρώσος πρόεδρος, τρέφονται με πολικές αρκούδες. «Αυτή είναι η τροφική αλυσίδα», είπε. «Τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται γι’ αυτό, ώστε να καταλαβαίνουν σε τι είδους κόσμο ζούμε και γιατί διεξάγουμε την ειδική στρατιωτική επιχείρηση» – όπως εξακολουθεί να αποκαλεί η Μόσχα τον πόλεμο που ξεκίνησε πριν 4,5 χρόνια στην Ουκρανία.
Η εικόνα που επέλεξε ο Πούτιν έχει τη δική της σημειολογία. Όπως επισημαίνει ο Economist, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη περίπτωση όρκας που να έχει φάει πολική αρκούδα. Ωστόσο, η αναφορά λειτουργεί ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Ρώσος πρόεδρος φαίνεται να αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις: ως μια αδυσώπητη τροφική αλυσίδα, όπου ο ισχυρότερος επιβάλλεται στον πιο αδύναμο.
Και ακριβώς αυτή η αντίληψη είναι που προκαλεί ανησυχία στη Δύση. Γιατί, εάν ο Πούτιν θεωρεί ότι η υποχώρηση ισοδυναμεί με αδυναμία, τότε το αδιέξοδο στην Ουκρανία δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε συμβιβασμό. Μπορεί, αντίθετα, να οδηγήσει σε νέα κλιμάκωση.
Ο φόβος ότι θα επιλέξει ξανά την κλιμάκωση
Ο ρωσικός στρατός βρίσκεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένος σε έναν εξαιρετικά αιματηρό πόλεμο φθοράς, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς ή βαριά τραυματίες κάθε μήνα. Η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε μια πανάκριβη αναμέτρηση drones, πυραύλων και πυροβολικού, που προκαλεί τεράστιες καταστροφές στην Ουκρανία, αλλά ταυτόχρονα αφήνει ολοένα πιο ευδιάκριτα τα σημάδια της και μέσα στη Ρωσία.
Παρά το τεράστιο κόστος, ο Πούτιν δεν δείχνει διάθεση να κάνει πίσω.
Αντιθέτως, στη Δύση ενισχύεται ο φόβος ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα επιχειρήσει να ξεφύγει από αυτό που οι ίδιοι οι Ρώσοι αποκαλούν «tupik» – ένα αδιέξοδο – ακολουθώντας μια γνώριμη συνταγή: περισσότερη πίεση, περισσότερη βία και ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση.
Οι ενδείξεις της δυτικής ανησυχίας έχουν ήδη αρχίσει να συσσωρεύονται.
Στις 25 Αυγούστου, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ ταξίδεψε αιφνιδιαστικά στη Μόσχα. Το περιεχόμενο της αποστολής του παραμένει αντικείμενο διαφορετικών εκτιμήσεων. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο Ράτκλιφ μετέφερε στον Πούτιν προειδοποίηση να μην επιχειρήσει επίθεση εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με μια άλλη, παρουσίασε μια ιδιαίτερα δυσοίωνη αξιολόγηση για τις προοπτικές της Ρωσίας και προσπάθησε να τον πείσει να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Τρεις ημέρες αργότερα, η Φινλανδία ζήτησε τη συνδρομή σουηδικών αεροσκαφών και πολεμικών πλοίων για την επιτήρηση των συνόρων της με τη Ρωσία, υπό τον φόβο πιθανών παραβιάσεων.
Η Γερμανία, την ίδια ώρα, προετοιμάζεται να κατηγορήσει δημοσίως τη Ρωσία για επίθεση με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας στις 4 Αυγούστου και, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, αναμένεται να εξετάσει την επιβολή νέων κυρώσεων.
Στις 20 Αυγούστου, η Ρουμανία ανακοίνωσε ότι κατέστρεψε ρωσικό ναυτικό drone, το οποίο είχε ως στόχο πλατφόρμα γεώτρησης στα χωρικά της ύδατα. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 25 Αυγούστου, η Σλοβακία ανακοίνωσε ότι απέτρεψε εμπρηστική επίθεση σε εργοστάσιο κατασκευής drones.
Το σκηνικό που διαμορφώνεται είναι αυτό μιας σύγκρουσης που δεν περιορίζεται πλέον στα χαρακώματα της Ουκρανίας, αλλά αγγίζει ολοένα περισσότερο το ευρωπαϊκό έδαφος.
Η προειδοποίηση Πούτιν για «αντίποινα»
Την ίδια στιγμή, ο Πούτιν έσπασε τη μακρά σιωπή του για τις ολοένα πιο αποτελεσματικές ουκρανικές επιθέσεις με drones βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.
Οι στόχοι δεν περιορίζονται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Περιλαμβάνουν διυλιστήρια πετρελαίου, κέντρα logistics, αλλά ακόμη και αποθήκες της Wildberries, της μεγαλύτερης εταιρείας ηλεκτρονικού εμπορίου της Ρωσίας.
Σε ομιλία του στις 22 Αυγούστου, ο Ρώσος πρόεδρος κατηγόρησε την Ουκρανία ότι άνοιξε το «κουτί της Πανδώρας» και προειδοποίησε για «αντίποινα στους πιο ευαίσθητους τομείς της οικονομίας σας».
Νωρίτερα την ίδια ημέρα, μιλώντας στην Ενωμένη Ρωσία, το κόμμα που αποτελεί τον βασικό πολιτικό βραχίονα του Κρεμλίνου, απέρριψε κάθε συζήτηση περί τερματισμού του πολέμου.
«Η ειδική στρατιωτική επιχείρηση συνεχίζεται», είπε. «Θα κινηθούμε μόνο προς τα εμπρός».
Η διατύπωση ήταν λιτή, αλλά το μήνυμα ξεκάθαρο: τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, η Μόσχα δεν προετοιμάζει το έδαφος για υποχώρηση.
Οι πληροφορίες από το Κρεμλίνο
Πηγές κοντά στο Κρεμλίνο υποστηρίζουν ότι, ύστερα από αρκετές εβδομάδες εσωτερικού προβληματισμού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ο Πούτιν φαίνεται να έχει καταλήξει στην επιλογή της κλιμάκωσης.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εκτίμηση ενός επί χρόνια συνεργάτη του, σύμφωνα με την οποία ο Ρώσος πρόεδρος ενδέχεται να εξέλαβε ακόμη και την επίσκεψη Ράτκλιφ στη Μόσχα ως ένδειξη αμερικανικής αδυναμίας.
Η συγκεκριμένη ανάγνωση παραπέμπει σε ένα προηγούμενο που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Τον Νοέμβριο του 2021, ο τότε διευθυντής της CIA Μπιλ Μπερνς είχε ταξιδέψει στη Μόσχα προκειμένου να προειδοποιήσει τον Πούτιν να μην εισβάλει στην Ουκρανία. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Ρώσος πρόεδρος είχε ερμηνεύσει και τότε την αμερικανική παρέμβαση με τρόπο που δεν προμήνυε αποκλιμάκωση.
Τρεις μήνες αργότερα, διέταξε την εισβολή.
Η βασική προτεραιότητα: Να μείνει στην εξουσία
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι σκέφτεται ο Πούτιν ή ποια απόφαση έχει ήδη λάβει. Η ανάλυση του Economist, ωστόσο, επιχειρεί να φωτίσει τα κίνητρα πίσω από τη στάση του και καταλήγει σε ένα συμπέρασμα: τόσο η αρχική απόφαση για την εισβολή όσο και η πιθανότητα μιας νέας κλιμάκωσης συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την εσωτερική πολιτική πραγματικότητα της Ρωσίας.
Πάνω απ’ όλα βρίσκεται η διατήρηση της εξουσίας του — και μαζί της η προσωπική του ασφάλεια.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που φαίνεται πλέον να αντιμετωπίζει το Κρεμλίνο είναι η σταδιακή διάβρωση της σιωπηρής αποδοχής του πολέμου από τη ρωσική κοινωνία.
Για μεγάλο διάστημα, ο πόλεμος μπορούσε να παρουσιάζεται ως κάτι μακρινό, περιορισμένο στα πεδία των μαχών. Οι ουκρανικές επιθέσεις, όμως, βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, με στόχους διυλιστήρια και εγκαταστάσεις logistics, αλλά και οι περιορισμοί στο Διαδίκτυο που επιβάλλουν οι υπηρεσίες ασφαλείας, έχουν αρχίσει να διαταράσσουν αυτή την επίπλαστη κανονικότητα.
Η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» εισβάλλει πλέον στην καθημερινότητα των Ρώσων.
Σύμφωνα με το ανεξάρτητο Levada Centre, το 57% των Ρώσων χαρακτηρίζει πλέον την κατάσταση στη χώρα «τεταμένη». Μεταξύ των βασικών αιτιών που αναφέρουν οι πολίτες βρίσκονται ο πόλεμος, οι ανθρώπινες απώλειες, η επιστράτευση, οι επιθέσεις με drones και η απουσία μιας ξεκάθαρης προοπτικής για το μέλλον.
Την ίδια στιγμή, η εμπιστοσύνη στην τηλεοπτική προπαγάνδα υποχωρεί, νεότεροι Ρώσοι χρησιμοποιούν τα social media για να ζητήσουν τον τερματισμό του πολέμου και τα ποσοστά αποδοχής του Πούτιν εμφανίζουν κάμψη.
Ρωσία: «Αν υποχωρήσω στον πόλεμο της Ουκρανίας, θα με κρεμάσουν!»- Ο Economist θεωρεί ότι ο Ρώσος Πρόεδρος Πούτιν είναι δέσμιος των ολιγαρχών της χώρας και σχεδιάζει να ρίξει άλλους 400.000 άνδρες στα μέτωπα του πολέμου
«Υπάρχει η αίσθηση ότι ο τσάρος είναι γυμνός»
Ακόμη πιο δυσοίωνο εμφανίζεται το κλίμα στους κόλπους της ίδιας της ρωσικής ελίτ.
Σύμφωνα με άνθρωπο του συστήματος, το σημαντικότερο πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η κατάσταση της οικονομίας ούτε η απουσία θεαματικών στρατιωτικών επιτυχιών. Είναι ο χρόνος που έχει χαθεί.
Σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση, αρχίζουν για ορισμένους να μοιάζουν με αποτυχία. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο για ένα καθεστώς που έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής του γύρω από την εικόνα της ισχύος.
«Υπάρχει μια αυξανόμενη αίσθηση ότι ο τσάρος είναι γυμνός», αναφέρει στον Economist άλλο μέλος της ρωσικής ελίτ.
Κανένα από τα οικονομικά ή πολιτικά προβλήματα της Ρωσίας δεν θεωρείται, από μόνο του, αρκετό για να ανατρέψει τον Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει οικονομικούς πόρους, κρατικούς μηχανισμούς και ένα ισχυρό σύστημα καταστολής που του επιτρέπει να διατηρεί τον έλεγχο.
Ωστόσο, σε ένα σύστημα όπως το ρωσικό, δεν έχει σημασία μόνο η πραγματική ισχύς. Έχει σημασία και η αντίληψη για αυτήν.
Και όταν η εικόνα του ισχυρού ηγέτη αρχίζει να ραγίζει, ακόμη και ελαφρώς, η ανάγκη να αποδειχθεί ξανά η ισχύς μπορεί να γίνει από μόνη της κινητήριος δύναμη.
Η «λογική του υποκόσμου»: Ποτέ μην δείχνεις αδυναμία
Ο Πούτιν μπορεί να περιγράφει τους στόχους του με όρους γεωπολιτικής, εθνικής ασφάλειας και ιστορικής αποστολής. Σύμφωνα, όμως, με την ανάλυση του Economist, πίσω από αρκετές από τις αποφάσεις του φαίνεται να λειτουργεί μια διαφορετική λογική, που παραπέμπει στους άγραφους κανόνες του οργανωμένου εγκλήματος: ποτέ μην δείχνεις αδυναμία.
Το ρωσικό σύστημα εμφανίζεται να έχει μεγάλη ανοχή στη βία, αλλά πολύ μικρότερη στην αποτυχία.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο Πούτιν πιθανότατα θεωρεί ότι ο τερματισμός του πολέμου χωρίς να έχει επιτευχθεί ούτε ο ελάχιστος στόχος του — η κατάληψη ολόκληρης της περιοχής του Ντονμπάς στην ανατολική Ουκρανία — θα μπορούσε να τον φέρει αντιμέτωπο με τη ρωσική ελίτ και να θέσει σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια του την εξουσία.
«Θα με κρεμάσουν», φέρεται να είχε πει κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του πολέμου σε ανθρώπους του στενού του κύκλου, σύμφωνα με πηγή που επικαλείται ο Economist.
Η φράση, εφόσον αποδίδει πράγματι τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο Πούτιν το ενδεχόμενο μιας αποτυχίας, αποκαλύπτει τον βαθύτερο φόβο πίσω από την άρνησή του να υποχωρήσει.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η συνέχιση του πολέμου με τη σημερινή μορφή αποτελεί πραγματική λύση για το Κρεμλίνο. Η αδράνεια δεν οδηγεί σε διέξοδο, αλλά σε σταδιακή εξάντληση.
«Τα σενάρια που βασίζονται απλώς στην αδράνεια είναι επιζήμια για το Κρεμλίνο», αναφέρει μέλος της ρωσικής ελίτ, καθώς καταναλώνουν οικονομικούς πόρους και εξαντλούν πολιτικό κεφάλαιο χωρίς να προσφέρουν ξεκάθαρη διέξοδο.
Έτσι, ο Πούτιν βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: η υποχώρηση μπορεί να είναι επικίνδυνη, αλλά και η αδράνεια έχει κόστος. Η κλιμάκωση, υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να εμφανίζεται ως η μόνη επιλογή που επιτρέπει στο Κρεμλίνο να διατηρήσει την πρωτοβουλία.
Πώς θα μπορούσε να κλιμακώσει
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει κλιμάκωση, αλλά και ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει.
Η Ρωσία θεωρείται πιθανό να εντείνει τον υβριδικό πόλεμο και τις επιχειρήσεις δολιοφθοράς εναντίον των συμμάχων της Ουκρανίας. Παράλληλα, θα μπορούσε να επιχειρήσει να πλήξει τις οδούς μέσω των οποίων μεταφέρεται η ευρωπαϊκή βοήθεια προς το Κίεβο, δημιουργώντας ένα ολοένα πιο επικίνδυνο μέτωπο αντιπαράθεσης μεταξύ Μόσχας και Δύσης.
Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών ανησυχούν επίσης για το ενδεχόμενο η Μόσχα να στοχεύσει εργοστάσια στην Ευρώπη που κατασκευάζουν στρατιωτικό υλικό για την Ουκρανία.
Η βασική τους εκτίμηση, ωστόσο, παραμένει ότι ο Πούτιν, παρά τις πρόσφατες απειλές προς το Λονδίνο και το Παρίσι για τη στήριξη που παρέχουν στο Κίεβο, δεν επιθυμεί μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με το ΝΑΤΟ.
Η κλιμάκωση, επομένως, θα μπορούσε να κινηθεί κάτω από το όριο μιας ευθείας σύγκρουσης με τη Συμμαχία — αλλά να γίνει ταυτόχρονα πιο επιθετική, πιο απρόβλεπτη και πιο δύσκολα διαχειρίσιμη.
Άλλοι 300.000 έως 400.000 άνδρες στον πόλεμο
Μέσα στην ίδια την Ουκρανία, η κλιμάκωση θα σήμαινε κυρίως την εντατικοποίηση των επιχειρήσεων που ήδη πραγματοποιεί η Ρωσία.
Στις 30 Αυγούστου, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι προετοιμάζει ένα μαζικό πλήγμα εναντίον των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας.
Το Κίεβο, από την πλευρά του, προετοιμάζεται ήδη για τέτοιου είδους επιθέσεις, θεωρώντας ότι εντάσσονται στη ρωσική προσπάθεια να καμφθεί η ουκρανική αντίσταση κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Στο μέτωπο του χερσαίου πολέμου, ρωσικές πηγές αναφέρουν ότι ο Πούτιν είναι αποφασισμένος να ρίξει ακόμη 300.000 έως 400.000 άνδρες στη μάχη.
Το ενδεχόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Μόσχα δεν χρειάζεται να ανακοινώσει ένα νέο, ξεχωριστό κύμα επιστράτευσης. Η αρχική εντολή επιστράτευσης δεν ανεστάλη ποτέ επίσημα, αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο για νέες στρατολογήσεις.
Οι επιπλέον άνδρες πιθανότατα θα στρατολογηθούν μέσω πιέσεων που θα ασκήσουν οι περιφερειακές κυβερνήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, το Κρεμλίνο θα μπορούσε να επιχειρήσει να διατηρήσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε τοπικό επίπεδο, αποτρέποντας τη μετατροπή της σε ένα ενιαίο πανεθνικό πολιτικό πρόβλημα.
Οι Αρχές φέρονται ήδη να δοκιμάζουν αυτό το νέο σύστημα στρατολόγησης στην Πένζα, περίπου 750 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Μόσχας.
Εάν το σχέδιο προχωρήσει, θα πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα άντληση ανθρώπινου δυναμικού από τη ρωσική κοινωνία, χωρίς απαραίτητα το πολιτικό κόστος μιας νέας, ανοιχτά ανακοινωμένης γενικής επιστράτευσης.
Και περισσότερη καταστολή στο εσωτερικό
Η κλιμάκωση δεν θα περιοριζόταν, όμως, στο πεδίο των μαχών.
Ο Πούτιν θα μπορούσε επίσης, σύμφωνα με τον Economist, να εντείνει την καταστολή εναντίον των λεγόμενων «εσωτερικών εχθρών». Όχι κατ’ ανάγκην επειδή αυτοί αποτελούν πραγματική απειλή για την εξουσία του, αλλά επειδή το Κρεμλίνο χρειάζεται να διατηρεί διαρκώς την εικόνα ενός κράτους που ελέγχει την κατάσταση και δεν επιτρέπει αμφισβήτηση.
Περισσότερες συλλήψεις, μεγαλύτερος έλεγχος της ενημέρωσης, αυστηρότεροι περιορισμοί στο Διαδίκτυο και περαιτέρω πίεση σε όσους εκφράζουν αντίθεση στον πόλεμο θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος αυτής της εσωτερικής κλιμάκωσης.
Τίποτα από όλα αυτά, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί στη Ρωσία.
Αντίθετα, μια νέα κλιμάκωση είναι πιθανό να αυξήσει ακόμη περισσότερο το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, να εντείνει την πίεση στη ρωσική κοινωνία και να διευρύνει την αστάθεια τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και πέρα από τα σύνορά της.
Και έτσι, ο πόλεμος που ξεκίνησε ως μια προσπάθεια επιβολής ισχύος κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο η έξοδος μοιάζει ολοένα πιο δύσκολη: ο Πούτιν δυσκολεύεται να σταματήσει χωρίς να εμφανιστεί αδύναμος, αλλά κάθε νέα κλιμάκωση κάνει την τελική έξοδο ακόμη πιο δαπανηρή.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα