Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, στις 8.00 το πρωί ο στρατηγός Φέλμι, ο επικεφαλής των γερμανικών στρατευμάτων, καταθέτει στεφάνι στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα, συνοδευόμενος από τον δοτό δήμαρχο της Αθήνας Γεωργάτο. Μόλις αποχωρούν οι Γερμανοί και τα παρελκόμενά τους από την πλατεία Συντάγματος, ένα έξαλλο πλήθος τσαλαπατάει το στεφάνι και ξεχύνεται στους δρόμους.

Νωρίτερα, οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των κατακτητών έχουν εγκαταλείψει την πόλη μέσω της Ιεράς Οδού, ενώ στις 9.15 το πρωί η Γερμανική σημαία υποστέλλεται από την Ακρόπολη, μετά από 3,5 χρόνια, για την ακρίβεια μετά από 1624 μέρες, από τον Απρίλιο του 1941. Ένας Γερμανός στρατιώτης την τυλίγει την παίρενει μαζί του και αποχωρεί βιαστικά – η Κατοχή έχει μόλις τελειώσει.

Το παράξενο είναι πως ενώ σε όλες τις άλλες χώρες που ενεπλάκησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πολεμο, γιορτάζεται η λήξη του την 9η Μαίου του 1945, (όταν συνθηκολόγησε η Γερμανία), ή τη 2α Σεπτεμβρίου του 1945, (με την άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας), εμείς εδώ αφήνουμε την απελευθέρωση της Αθήνας να περάσει σχεδόν στο ντούκου, ενώ γιορτάζουμε με λαμπρότητα την 28η Οκτωβρίου του 1940, την ημέρα δηλαδή που μπήκαμε στον πόλεμο.

Όπως και να ‘χει, στις 12 Οκτωβρίου του 1944 έχουμε την απελευθέρωση της Αθήνας και συνεπακόλουθα, της Ελλάδας. Για να δούμε όμως τί λέει για τη λέξη «απελευθέρωση» το Λεξικό Τεγόπουλου Φυτράκη: λοιπόν, είναι η απόδοση της ελευθερίας σε υπόδουλους, το ξεσκλάβωμα, η αποφυλάκιση. «Μεταφορικά, είναι η απαλλαγή από μια επαχθή κατάσταση, η λύτρωση» καταλήγει το Λεξικό.

Ποια είναι όμως η ετυμολογία της απελευθέρωσης, της χειραφέτησης, της απαλλαγής από κάθε δέσμευση, της κατάργησης των φραγμών; Η λέξη παράγεται από το αρχαίο ρήμα «απελευθερώ», (απελευθερώνω στα νέα Ελληνικά), που η αρχική του σημασία, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι «καθιστώ ένα δούλο, απελεύθερο». Κι εμείς οι Έλληνες, στις 12 Οκτωβρίου του 1944, από δούλοι που ήμασταν γίναμε ελεύθεροι, κερδίσαμε την ελευθερία μας. Να μια ακόμα ωραία λέξη…

Η ελευθερία λοιπόν, με την έννοια της αυτόβουλης και απεριόριστης δράσης σύμφωνα με τις επιθυμίες κάποιου, παράγεται από το επίθετο “ελεύθερος”, ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα “λευθ”, που σημαίνει αυξάνω, αναπτύσσομαι, ενώ απαντάται στα μυκηναϊκά και στον Όμηρο. Ετυμολογικά, συνδέεται με άλλες λέξεις ινδοευρωπαϊκών γλωσσών που δηλώνουν τον “λαό”, με την έννοια του συνόλου των ελευθέρων ανθρώπων και όχι των δούλων.

Παράδειγμα, στα αρχαία γερμανικά ο λαός είναι “liuti”, ενώ στα σύγχρονα “leute”. Στα αρχαία σλαβικά η αντίστοιχη λέξη είναι “λούτζε”, στα ρώσικα “λούτζι”, κλπ. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, η ελευθερία, εδώ και χιλιετίες, είναι η ιδιότητα εκείνου του ατόμου, που όχι μόνο πάει όπου θέλει, αλλά που ενεργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα, χωρίς να είναι υποδουλωμένος σε κανέναν – άρα λαός κι ελευθερία, νοηματικά, είναι το ίδιο πράγμα…