Η Ελλάδα καταγράφεται πλέον στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την αγοραστική δύναμη των πολιτών της για το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, μοιραζόμενη την ίδια θέση με τη Βουλγαρία.
Την ίδια ώρα, παρά τη χαμηλή οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών και τη συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών, η κυβέρνηση διατηρεί βασικούς φόρους όπως ο ΦΠΑ και ο ΕΦΚ, οι οποίοι συμβάλλουν στην αύξηση των κρατικών εσόδων. Καθώς το κόστος ζωής ανεβαίνει, ενισχύονται αντίστοιχα και τα δημόσια ταμεία, δημιουργώντας δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Τα πλεονάσματα αυτά, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αξιοποιούνται μεταξύ άλλων για την πρόωρη αποπληρωμή χρέους προς δανειστές, με επόμενη προγραμματισμένη κίνηση μέσα στον Ιούνιο που φέρεται να αγγίζει τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η επιλογή αυτή προκαλεί αντιδράσεις, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας και αυξημένων πιέσεων στο κόστος ζωής, με τους πολίτες να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε καύσιμα και βασικά αγαθά. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το οικονομικό όφελος από τη μείωση των τόκων είναι σχετικά περιορισμένο σε σύγκριση με το μέγεθος των ποσών που καταβάλλονται.
Στο μεταξύ, διατυπώνονται επικρίσεις ότι το κράτος δίνει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των εξωτερικών υποχρεώσεων, ενώ παραμένουν εκκρεμότητες σε εσωτερικές οικονομικές υποχρεώσεις, γεγονός που επηρεάζει τη ρευστότητα στην αγορά.
Η συνολική εικόνα αναδεικνύει μια οικονομία που συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις, με τους πολίτες να βιώνουν περιορισμένη αγοραστική δύναμη, την ώρα που η δημοσιονομική πολιτική επικεντρώνεται στη μείωση του δημόσιου χρέους.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα