Οι τελευταίες δύο ημέρες έχουν μετατρέψει τη Μέση Ανατολή σε ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί. Διαδοχικές διαρροές, αιχμηρές δηλώσεις, κινήσεις στρατιωτικού χαρακτήρα και στοχευμένα πολιτικά μέτρα από την κυβέρνηση Τραμπ συνθέτουν την εικόνα μιας συνειδητής, κλιμακούμενης στρατηγικής πίεσης προς το Ιράν. Στην Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει ληφθεί η απόφαση για μια επιθετική τακτική, που θυμίζει έντονα τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ επιχείρησαν να «γονατίσουν» το καθεστώς Μαδούρο στη Βενεζουέλα.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Axios, Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν ότι οποιαδήποτε νέα διπλωματική προσέγγιση με την Τεχεράνη περνά μέσα από όρους που το ιρανικό καθεστώς απορρίπτει κατηγορηματικά εδώ και χρόνια. Στο τραπέζι τίθεται η πλήρης απομάκρυνση όλων των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, δραστικοί περιορισμοί στο βαλλιστικό πρόγραμμα μεγάλου βεληνεκούς, διακοπή κάθε στήριξης σε ένοπλες παραστρατιωτικές οργανώσεις και απόλυτη απαγόρευση εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια απαίτηση πλήρους αποδόμησης των βασικών στρατηγικών πυλώνων της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Την ίδια ώρα, η ιρανική πλευρά εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα. Αξιωματούχοι της δηλώνουν πρόθυμοι να μπουν σε διάλογο, χωρίς όμως να αποδέχονται ούτε έναν από τους όρους που θέτει η Ουάσιγκτον. Παράλληλα, διπλωματικές πηγές από χώρες του Κόλπου μεταφέρουν ότι σε κλειστές συνομιλίες κυκλοφορούν σενάρια ακόμη και για «μαζικό» αμερικανικό πλήγμα, με στόχο την ίδια την πολιτική ηγεσία του Ιράν. Το περιοδικό The Economist σημειώνει πως, ανεξάρτητα από το αν ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πάρει την τελική απόφαση, η ψυχολογική πίεση που ασκείται στην Τεχεράνη είναι ήδη ασφυκτική.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ζητούμενο. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, οι συντονισμένες διαρροές και οι ελεγχόμενες απειλές δεν δείχνουν απαραίτητα άμεση πορεία προς πόλεμο, αλλά στοχεύουν στο να ραγίσουν την εσωτερική συνοχή του ιρανικού καθεστώτος. Όταν τέτοιες πληροφορίες διοχετεύονται μεθοδικά, καλλιεργούν φόβο, αβεβαιότητα και ανταγωνισμούς στους κόλπους της εξουσίας, ενισχύοντας την αναζήτηση «διεξόδων διαφυγής» από στελέχη που ανησυχούν για το πολιτικό τους μέλλον. Η απειλή μετατρέπεται έτσι σε βασικό διαπραγματευτικό εργαλείο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε και σε μια κίνηση με έντονο συμβολισμό: την απέλαση περίπου δώδεκα Ιρανών, στην πρώτη επιχείρηση αυτού του είδους μετά την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν. Τυπικά, πρόκειται για εφαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής. Ουσιαστικά όμως, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: οι ΗΠΑ δεν προσφέρουν καταφύγιο ή ανοχή σε πρόσωπα που συνδέονται με ένα καθεστώς το οποίο θεωρούν απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής.
Νομικοί κύκλοι προειδοποιούν ότι αρκετοί από τους απελαθέντες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σοβαρό κίνδυνο κατά την επιστροφή τους στο Ιράν, ακόμη και την εσχάτη των ποινών. Παρ’ όλα αυτά, η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αφήγημα ολοκληρωτικής πίεσης: στρατιωτικές απειλές, διπλωματικά τελεσίγραφα, οικονομική ασφυξία και πράξεις υψηλού συμβολισμού που λειτουργούν σωρευτικά.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον μοιάζει ξεκάθαρη: πίεση σε κάθε επίπεδο, ώστε το καθεστώς της Τεχεράνης να λυγίσει πριν χρειαστεί να πέσει ο πρώτος πύραυλος. Ένα μοντέλο «μέγιστης έντασης», παρόμοιο με εκείνο που εφαρμόστηκε την περίοδο 2019–2020 στη Βενεζουέλα.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι επόμενες εβδομάδες θα είναι καθοριστικές. Αν όλα αυτά αποτελούν προοίμιο πραγματικής σύγκρουσης ή ένα εξαιρετικά επικίνδυνο διαπραγματευτικό μπλόφα, θα φανεί από το αν η Τεχεράνη θα επιλέξει την υποχώρηση ή την κλιμάκωση. Σε κάθε περίπτωση, η Μέση Ανατολή βρίσκεται πλέον σε ένα από τα πιο κρίσιμα και εύφλεκτα γεωπολιτικά σταυροδρόμια της τελευταίας δεκαετίας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα