TOP ΝΕΑ

Συμφωνία Ρωσίας – ΗΠΑ: Τι περιμένει ο Ντόναλντ Τραμπ από τον Πούτιν και τι θα μπορούσε να σημαίνει για την ενέργεια σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Η Ουάσιγκτον στρέφεται στο ρωσικό καύσιμο για να συγκρατήσει τις τιμές και να προστατεύσει τους Αμερικανούς καταναλωτές, την ώρα που η Αθήνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθούν να επωμίζονται το κόστος μιας ενεργειακής πολιτικής την οποία οι ίδιες οι ΗΠΑ εμφανίζονται πλέον διατεθειμένες να παρακάμψουν.

Συμφωνία Ρωσίας – ΗΠΑ: Τι περιμένει ο Ντόναλντ Τραμπ από τον Πούτιν και τι θα μπορούσε να σημαίνει για την ενέργεια σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση

Η νέα συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας επαναφέρει με έντονο τρόπο στο προσκήνιο τις αντιφάσεις της δυτικής ενεργειακής στρατηγικής. Την ώρα που η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της απομάκρυνσής της από τις ρωσικές ενεργειακές πηγές, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε ρωσικά καύσιμα, με βασικό στόχο να περιορίσουν τις πιέσεις στην εσωτερική αγορά και να ανακουφίσουν τους καταναλωτές τους.

Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας. Αφορά κυρίως το μήνυμα που εκπέμπει για τη συνοχή της Δύσης, την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων και, πάνω απ’ όλα, το ενεργειακό και οικονομικό μέλλον της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έκλεισε τη συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για να σώσει τη Μόσχα. Την έκλεισε για να ρίξει την τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ. Αυτή είναι η βασική παράμετρος που, σύμφωνα με την ανάλυση της συγκεκριμένης εξέλιξης, εξηγεί τις αμερικανικές κινήσεις: όταν το ενεργειακό κόστος απειλεί να επιβαρύνει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών και να προκαλέσει ευρύτερες οικονομικές αναταράξεις, οι πολιτικές διακηρύξεις υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη εξεύρεσης πρακτικών λύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται η άμεση διοχέτευση περισσότερων από 300.000 τόνων καυσίμου στην αμερικανική και την παγκόσμια αγορά, ενώ ακολουθούν ποσότητες 500.000 τόνων τον Νοέμβριο και 1.000.000 τόνων στη συνέχεια. Ανάλογα, μάλιστα, με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων, οι διαθέσιμες ποσότητες θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά επιπλέον 3.000.000 τόνους.

Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε προσωρινή άδεια για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ έως τις 7 Απριλίου. Οι υπόλοιπες κυρώσεις παραμένουν σε ισχύ, όμως για το συγκεκριμένο καύσιμο ανοίγει ένας δρόμος εξαίρεσης. Και αυτή ακριβώς η επιλεκτική χαλάρωση είναι που αναδεικνύει τη λογική της συμφωνίας: οι περιορισμοί διατηρούνται ως πολιτικό εργαλείο, αλλά προσαρμόζονται όταν οι οικονομικές συνθήκες καθιστούν τη συνέχισή τους ασύμφορη.

Οι κυρώσεις παραμένουν, αλλά το καύσιμο βρίσκει διέξοδο. Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς τεχνική. Αποτυπώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στη γεωπολιτική στρατηγική και στην ανάγκη προστασίας της εγχώριας αγοράς.

Το ενεργειακό κόστος και η πίεση προς το Κίεβο

Η συμφωνία δεν προέκυψε σε κενό αέρος. Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια περιόρισαν τη δυνατότητα διύλισης, ενώ η Μόσχα περιόρισε τις εξαγωγές ντίζελ. Την ίδια στιγμή, η διεθνής αγορά καυσίμων δεχόταν ήδη πιέσεις εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα για την προσφορά, τη ζήτηση και τις τελικές τιμές.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε φτάσει τα 6,28 δολάρια το γαλόνι. Πρόκειται για ένα επίπεδο κόστους που επιβαρύνει όχι μόνο τους οδηγούς, αλλά και τις μεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα, τη διακίνηση εμπορευμάτων και, τελικά, ένα ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων. Το ντίζελ δεν είναι ένα καύσιμο που αφορά αποκλειστικά την κίνηση των οχημάτων. Αποτελεί κρίσιμο συντελεστή για τη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας, από τη μεταφορά τροφίμων έως τη βιομηχανική παραγωγή.

Ο Τραμπ είχε δηλώσει πως οι τιμές των καυσίμων γι’ αυτόν ήταν η μεγαλύτερη προτεραιότητα. Σε αυτή τη βάση, ζήτησε από το Κίεβο να σταματήσει μονομερώς τα πλήγματα και, μάλιστα, το έκανε έξι φορές, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται.

Η ουκρανική πλευρά, από την πλευρά της, πρότεινε αμοιβαία παύση των επιθέσεων. Με άλλα λόγια, ζήτησε να σταματήσουν όχι μόνο τα ουκρανικά πλήγματα στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, αλλά και τα ρωσικά χτυπήματα στους ουκρανικούς σταθμούς. Η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή.

Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει μια διαφορετική ανάγνωση της αμερικανικής πρωτοβουλίας. Η συμφωνία δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός εξασφάλισης καυσίμων, αλλά και ως πιθανός μοχλός πίεσης προς το Κίεβο. Όσο οι ουκρανικές επιθέσεις περιορίζουν την παραγωγή και τη διαθεσιμότητα ρωσικού ντίζελ, τόσο εντείνονται οι πιέσεις στην αγορά και αυξάνεται το κόστος που καλούνται να επωμιστούν οι Αμερικανοί καταναλωτές. Από αυτή την άποψη, η Ουάσιγκτον αποκτά ένα επιπλέον κίνητρο να απαιτήσει τον περιορισμό των συγκεκριμένων επιχειρήσεων.

Το μήνυμα είναι σαφές ως προς την αμερικανική προτεραιότητα: η ενεργειακή σταθερότητα στο εσωτερικό των ΗΠΑ δεν μπορεί να αγνοείται όταν οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τις τιμές στην αντλία.

Ωστόσο, η Ουκρανία, αμέσως μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, έπληξε το διυλιστήριο στο Ροστόφ επί του Ντον, δείχνοντας ότι δεν προτίθεται να προσαρμόσει αυτομάτως τη στρατιωτική της τακτική στις αμερικανικές επιδιώξεις.

Advertisement

Η κίνηση αυτή δημιουργεί ένα νέο πεδίο έντασης στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου. Εφόσον οι ΗΠΑ θεωρούν την αποκλιμάκωση των επιθέσεων αναγκαία για τη σταθεροποίηση της αγοράς καυσίμων, η συνέχιση των πληγμάτων ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις. Θα απαντήσουν οι ΗΠΑ με κάποιον τρόπο; Σίγουρα, το πώς μένει να φανεί.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι κατά πόσο η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να επιβάλει στην πράξη τις προτεραιότητές της ή αν θα επιλέξει να διατηρήσει περιθώρια ελιγμών απέναντι σε έναν σύμμαχο που έχει δικές του στρατιωτικές επιδιώξεις. Σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή διάσταση της συμφωνίας φαίνεται να αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση των αμερικανικών αποφάσεων.

Η Ευρώπη με το κόστος των επιλογών της

Η Ευρώπη μένει κυριολεκτικά «με τον μουτζούρη στα χέρια» και μαζί της και η Ελλάδα.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην επιβολή κυρώσεων και στην απεξάρτηση από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες. Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως αναγκαίο μέσο πολιτικής πίεσης προς τη Μόσχα, με την προσδοκία ότι το οικονομικό κόστος θα περιόριζε τις δυνατότητές της και ότι η Δύση θα διατηρούσε αρραγές μέτωπο.

Στην πράξη, όμως, η ενεργειακή αναδιάταξη είχε σημαντικό οικονομικό τίμημα. Η αντικατάσταση των ρωσικών προμηθειών, η αναζήτηση νέων προμηθευτών, οι αλλαγές στις υποδομές και η έκθεση στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών επιβάρυναν επιχειρήσεις, νοικοκυριά και δημόσιους προϋπολογισμούς. Η ενεργειακή ασφάλεια αναδείχθηκε σε μία από τις πιο δύσκολες εξισώσεις για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς έπρεπε να συνδυαστούν η πολιτική πίεση προς τη Ρωσία, η επάρκεια των προμηθειών και η συγκράτηση του κόστους.

Και τώρα, η Ουάσιγκτον, η οποία υπερασπίστηκε τη σκληρή γραμμή απέναντι στη Μόσχα, εμφανίζεται να επιδιώκει πρόσβαση σε ρωσικό καύσιμο προκειμένου να μειώσει τις τιμές στη δική της αγορά.

Η αντίφαση είναι προφανής. Η Ευρώπη εφάρμοσε χιλιάδες κυρώσεις, περιόρισε τις ενεργειακές της σχέσεις με τη Ρωσία και πλήρωσε ακριβά την αντικατάσταση των προμηθειών, ενώ οι ΗΠΑ επιδιώκουν τώρα να αξιοποιήσουν μια εξαίρεση για να αντιμετωπίσουν τις δικές τους ανάγκες. Η εξέλιξη αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι δύο πλευρές εξακολουθούν να κινούνται με κοινά κριτήρια όταν πρόκειται για την ενέργεια και την οικονομία.

Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι η προσωρινή αμερικανική άδεια ισοδυναμεί με συνολική εγκατάλειψη των κυρώσεων. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι περιορισμοί μπορούν να προσαρμόζονται όταν το κόστος τους γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στο εσωτερικό μιας χώρας.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της ευρωπαϊκής δυσκολίας: μια πολιτική που σχεδιάστηκε για να ασκήσει πίεση στη Μόσχα μπορεί να έχει ταυτόχρονα σημαντικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των ίδιων των ευρωπαϊκών οικονομιών. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, το κόστος μεταφέρεται σε όλη την παραγωγική αλυσίδα. Οι επιχειρήσεις χάνουν περιθώρια κέρδους, οι επενδύσεις γίνονται δυσκολότερες, τα νοικοκυριά περιορίζουν την κατανάλωση και η βιομηχανία καλείται να λειτουργήσει σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον.

Ελλάδα: Η ακρίβεια στην αντλία και οι κυβερνητικές ευθύνες

Στην Ελλάδα, η ευθύνη της κυβέρνησης είναι τεράστια, γιατί ακολούθησε την αντιρωσική πολιτική στο έπακρο.

Η κριτική αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι η χώρα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ, καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες των ευρωπαϊκών ενεργειακών επιλογών σε μια αγορά όπου οι διεθνείς τιμές, η φορολογία, το κόστος μεταφοράς και οι εγχώριες συνθήκες διαμόρφωσης των τιμών επηρεάζουν άμεσα το τελικό ποσό που πληρώνει ο καταναλωτής.

Η σταθμισμένη μέση τιμή της αμόλυβδης στις 8 Οκτωβρίου στη χώρα ήταν 2,202 ευρώ το λίτρο.

Το ντίζελ κίνησης ήταν στα 2,135 ευρώ το λίτρο. Σε νησιά και σε ορισμένα πρατήρια ξεπερνά τα 2,30 ευρώ και φτάνει τα 2,50 ευρώ.

Οι τιμές αυτές αποτελούν σημαντική επιβάρυνση για τους οδηγούς, αλλά και για επαγγελματίες που εξαρτώνται από τις οδικές μεταφορές. Από τον αγροτικό τομέα και τις διανομές μέχρι τον τουρισμό και τις μικρές επιχειρήσεις, το κόστος των καυσίμων επηρεάζει τόσο τα λειτουργικά έξοδα όσο και τις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Έτσι, η επιβάρυνση δεν σταματά στην αντλία: διαχέεται στην αγορά και επιστρέφει στα νοικοκυριά μέσα από ακριβότερες μετακινήσεις, μεταφορές και αγαθά.

Στο σημείο αυτό, η σύγκριση με την Τουρκία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Άγκυρα ακολουθεί διαφορετική στάση απέναντι στις κυρώσεις και διατηρεί μεγαλύτερη ευχέρεια επιλογής προμηθευτών.

Στην Τουρκία, που δεν συμμετέχει στις κυρώσεις της ΕΕ και αγοράζει από όπου την βολεύει, η βενζίνη κινείται γύρω στις 85 τουρκικές λίρες το λίτρο και το ντίζελ γύρω στις 98.

Με ισοτιμία ευρώ-λίρας κοντά στο 55, αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 1,55 και 1,78 ευρώ, αντίστοιχα. Μαντέψτε ποιος είναι το κορόιδο…

Η σύγκριση αναδεικνύει το ερώτημα που βρίσκεται πίσω από τη δημόσια συζήτηση: πόσο κοστίζει η επιλογή μιας χώρας να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη γεωπολιτική γραμμή και πόσο χώρο αφήνει στον εαυτό της για να προστατεύσει την οικονομία της;

Η διαφορά δεν είναι στην «ιδιοφυΐα» της Άγκυρας, αλλά στην επιβράβευσή της για τη μη συμμετοχή της σε υποθέσεις που δεν την αφορούν.

Η συγκεκριμένη αποτίμηση αποδίδει τη διαφορά τιμών κυρίως στη διαφορετική ενεργειακή και εξωτερική πολιτική. Ωστόσο, για να είναι πλήρης μια σύγκριση, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως η φορολογία των καυσίμων, η ισοτιμία των νομισμάτων, οι κρατικές παρεμβάσεις, το κόστος διύλισης και διανομής, καθώς και οι χρονικές διακυμάνσεις των τιμών. Η διαφορά στην πολιτική των κυρώσεων είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει κάθε απόκλιση στην τελική τιμή.

Αυτό, πάντως, δεν αναιρεί το βασικό ερώτημα για την Ελλάδα: ποια περιθώρια διαθέτει ώστε να περιορίσει την επιβάρυνση των πολιτών και να διασφαλίσει ότι η ενεργειακή πολιτική της δεν μετατρέπεται σε διαρκές μειονέκτημα για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;

Συμφωνία Ρωσίας – ΗΠΑ: Τι περιμένει ο Ντόναλντ Τραμπ από τον Πούτιν και τι θα μπορούσε να σημαίνει για την ενέργεια σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση

Γιατί η Ρωσία δεν «λύγισε»

Η άφρων πολιτική κατά της Ρωσίας είχε ένα επιχείρημα: ότι το κόστος θα το πληρώσει η Μόσχα και ότι η Δύση θα μείνει ενωμένη.

Το πρώτο δεν συνέβη ή, τουλάχιστον, δεν συνέβη σε τέτοιο βαθμό ώστε να τελειώσει ο πόλεμος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ρωσία διαθέτει στο έδαφός της τεράστιους πόρους, όπως πρώτες ύλες, ενεργειακά αποθέματα και τρόφιμα, καθώς και επιστημονικό δυναμικό, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και άλλες σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες.

Η ρωσική οικονομία διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα σε κρίσιμους τομείς, από τους ενεργειακούς πόρους και τις πρώτες ύλες μέχρι τη γεωργική παραγωγή και τις αμυντικές δυνατότητες. Αυτή η βάση δεν την καθιστά άτρωτη στις κυρώσεις, περιορίζει όμως τη δυνατότητα των εξωτερικών πιέσεων να προκαλέσουν γρήγορα μια συνολική οικονομική κατάρρευση. Παράλληλα, η δυνατότητα αναζήτησης εναλλακτικών αγορών και εμπορικών διαδρομών έχει επιτρέψει στη Μόσχα να διατηρήσει σημαντικές οικονομικές σχέσεις εκτός του δυτικού πλαισίου.

Δεν «λυγίζει» έτσι μία τέτοια χώρα, ειδικά όταν οι κυρώσεις εφαρμόζονται από τους Ευρωπαίους, οι οποίοι θέλουν να πιστεύουν ότι είναι «πλούσιοι», αλλά δεν είναι. Γιατί όποιος εισάγει ό,τι χρειάζεται για να στηρίζει το βιοτικό του επίπεδο μπορεί εύκολα να βρεθεί σε απόγνωση.

Η εξάρτηση από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους και πρώτες ύλες αποτελεί διαχρονική πρόκληση για πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Όταν οι εισαγωγές αυτές γίνονται ακριβότερες ή δυσκολότερες, το κόστος δεν περιορίζεται σε έναν επιμέρους κλάδο, αλλά επηρεάζει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Η παραγωγή, οι μεταφορές, η θέρμανση, η κατανάλωση και η λειτουργία των επιχειρήσεων συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την τιμή της ενέργειας.

Αυτό δεν το είχαν καταλάβει στην Ευρώπη και, δυστυχώς, ούτε στην Ελλάδα.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα σε κερδισμένους και χαμένους. Οι κυρώσεις επιδιώκουν να περιορίσουν συγκεκριμένες οικονομικές και τεχνολογικές δυνατότητες της Ρωσίας, αλλά η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τη διάρκεια εφαρμογής τους, τη δυνατότητα παράκαμψης των περιορισμών, τη στάση τρίτων χωρών, τις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών και την αντοχή των οικονομιών που τις επιβάλλουν.

Το γεγονός ότι η Μόσχα εξακολουθεί να χρηματοδοτεί τον πόλεμο δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται οικονομικές απώλειες. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι η Ευρώπη επιβαρύνεται ενεργειακά δεν σημαίνει ότι το σύνολο των επιπτώσεων μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις κυρώσεις. Η πολιτική αντιπαράθεση, όμως, δεν μπορεί να αγνοεί το κόστος που μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία και στους πολίτες.

Τα έσοδα της Μόσχας και η προοπτική του πολέμου

Σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, η συμφωνία αυτή δημιουργεί τη δυνατότητα να εξασφαλίσει πρόσθετα έσοδα από την πώληση καυσίμων, τα οποία θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη δημοσιονομική της θέση και να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.

Η έκταση αυτού του οφέλους, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές ποσότητες που θα διατεθούν, τις τιμές πώλησης, το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, καθώς και τη διάρκεια ισχύος της σχετικής αμερικανικής άδειας. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί δεδομένο ότι τα έσοδα αυτά θα επαρκέσουν από μόνα τους για να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότηση του πολέμου μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία ή να καθορίσουν την τελική έκβασή του.

Το πολιτικό και οικονομικό όφελος για τη Μόσχα, πάντως, δεν περιορίζεται στα άμεσα έσοδα. Η δυνατότητα διάθεσης ρωσικού καυσίμου σε μια μεγάλη αγορά, όπως η αμερικανική, θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση της Ρωσίας ως προμηθευτή και να αναδείξει τα όρια μιας πολιτικής πλήρους ενεργειακής απομόνωσής της.

Παράλληλα, η προσωρινή εξαίρεση δημιουργεί ένα προηγούμενο που αξίζει να παρακολουθηθεί. Εάν οι ενεργειακές πιέσεις επιδεινωθούν, ενδέχεται να ενισχυθούν οι φωνές υπέρ μιας πιο ευέλικτης εφαρμογής των περιορισμών. Εάν, αντίθετα, οι συνθήκες στην αγορά εξομαλυνθούν, το περιθώριο τέτοιων εξαιρέσεων μπορεί να περιοριστεί.

Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη εξίσωση, όπου η ενέργεια, η στρατιωτική στρατηγική και η οικονομική αντοχή των εμπλεκόμενων χωρών αλληλεπιδρούν διαρκώς. Και αυτό σημαίνει ότι οι συνέπειές της δεν μπορούν να αποτιμηθούν αποκλειστικά με βάση τις ποσότητες καυσίμου που θα διατεθούν.

Μπορούν Ελλάδα και ΕΕ να επωφεληθούν;

Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Ελλάδα και η ΕΕ μπορούν να επωφεληθούν από τη ρωσοαμερικανική συμφωνία.

Μπορούν μόνο αν την αποδεχθούν. Δηλαδή, αν άρουν τις κυρώσεις και αρχίσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.

Τότε, βέβαια, θα είναι σαν να παραδέχονται πως η Ρωσία κέρδισε…

Το δίλημμα, όπως διατυπώνεται, είναι σαφές: είτε η Ευρώπη διατηρεί την πολιτική των περιορισμών, αποδεχόμενη το κόστος και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, είτε επανεξετάζει την ενεργειακή της στάση, αναζητώντας τρόπους να μειώσει την επιβάρυνση των οικονομιών της.

Στην πράξη, ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται σε μια απλή επιλογή ανάμεσα στην άρση και τη διατήρηση των κυρώσεων. Η ευρωπαϊκή πολιτική συνδέεται με συγκεκριμένες αποφάσεις σε επίπεδο ΕΕ, με το ισχύον νομικό πλαίσιο, με τις δεσμεύσεις των κρατών-μελών και με την ευρύτερη στρατηγική απέναντι στον πόλεμο. Η δυνατότητα αγοράς ρωσικών ενεργειακών προϊόντων εξαρτάται, επομένως, από το είδος των προϊόντων, τους ισχύοντες περιορισμούς και τις εκάστοτε εξαιρέσεις.

Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να επανεξετάσει τις επιλογές της χωρίς να υπονομεύσει τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής και χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της. Πρόκειται για μια δύσκολη ισορροπία, καθώς κάθε απόφαση έχει οικονομικές, διπλωματικές και στρατηγικές συνέπειες.

Αν δεν το κάνει, όμως, το ρωσικό πετρέλαιο που θα κυκλοφορήσει στις αγορές θα «θρέψει» άλλες οικονομίες, ενώ στην Ευρώπη θα συνεχίσουν να αναρωτιούνται «τι πάει στραβά» και γιατί δεν είναι πλέον ανταγωνιστικές και οι βιομηχανίες τους συνεχίζουν να κλείνουν.

Η ανησυχία αυτή αγγίζει έναν από τους βασικούς προβληματισμούς για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας: κατά πόσο μπορεί να διατηρήσει την παραγωγική της βάση όταν το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό και οι ανταγωνιστές της έχουν διαφορετικές δυνατότητες πρόσβασης σε πρώτες ύλες και καύσιμα. Η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο από την ενέργεια, αλλά η τιμή της αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για κλάδους με υψηλές ενεργειακές ανάγκες.

Η Ευρώπη βρίσκεται, συνεπώς, μπροστά σε μια δύσκολη απόφαση. Χρειάζεται να διασφαλίσει την ενεργειακή της επάρκεια, να προστατεύσει τους καταναλωτές και να στηρίξει τη βιομηχανία της, διατηρώντας παράλληλα τη συνοχή της εξωτερικής πολιτικής της. Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι ακόμη πιο άμεσο, καθώς οι τιμές των καυσίμων επηρεάζουν τις μεταφορές, τον τουρισμό, την αγροτική παραγωγή και το κόστος ζωής.

Η ρωσοαμερικανική συμφωνία αναδεικνύει, τελικά, ένα ερώτημα που η Ευρώπη δεν μπορεί να αποφύγει: πόσο βιώσιμη είναι μια ενεργειακή στρατηγική όταν το κόστος της γίνεται δυσανάλογα βαρύ για τις οικονομίες που την εφαρμόζουν; Και, κυρίως, πόσο περιθώριο υπάρχει για προσαρμογές όταν ακόμη και οι πρωταγωνιστές της δυτικής πολιτικής επιλέγουν να αναζητήσουν εξαιρέσεις προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ανάγκες;

Για την Αθήνα, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη στάση απέναντι στη Μόσχα ή τη σχέση με την Ουάσιγκτον. Αφορά την ανάγκη να αξιολογούνται με ρεαλισμό οι οικονομικές συνέπειες των διεθνών επιλογών, να εξετάζονται όλες οι διαθέσιμες εναλλακτικές και να προστατεύονται, όσο είναι δυνατόν, η αγοραστική δύναμη των πολιτών και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Διότι, σε μια διεθνή συγκυρία όπου κάθε χώρα επιδιώκει να εξασφαλίσει την ενέργεια που χρειάζεται με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους, οι πολιτικές διακηρύξεις από μόνες τους δεν αρκούν. Το κρίσιμο είναι αν οι επιλογές που γίνονται υπηρετούν πράγματι τους στόχους τους και αν το κόστος τους κατανέμεται με τρόπο που μπορεί να αντέξει η κοινωνία.

Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της νέας συμφωνίας: όχι μόνο ποιος θα αγοράσει το ρωσικό καύσιμο, αλλά ποιος θα εξασφαλίσει την ενέργεια που χρειάζεται με το μικρότερο δυνατό οικονομικό και στρατηγικό κόστος.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button