ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τελευταίοι και καταϊδρωμένοι: Η Ελλάδα στον «πάτο» της Ευρώπης και στα καύσιμα- Ο Έλληνας αγοράζει τα λιγότερα λίτρα από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος μπορεί με τον μισθό του να προμηθευτεί μόλις περίπου 530 λίτρα καυσίμων, γεγονός που κατατάσσει τη χώρα τελευταία στην Ευρώπη και σε αυτόν τον δείκτη αγοραστικής δύναμης.

Τελευταίοι και καταϊδρωμένοι: Η Ελλάδα στον «πάτο» της Ευρώπης και στα καύσιμα- Ο Έλληνας αγοράζει τα λιγότερα λίτρα από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Την ίδια στιγμή, η Βουλγαρία φτάνει τα 702 λίτρα, η Ρουμανία ξεπερνά τα 1.130, ενώ χώρες όπως η Γερμανία και η Δανία υπερβαίνουν τα 1.800 λίτρα, αποτυπώνοντας τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δεν πρόκειται για μια απλή στατιστική λεπτομέρεια, αλλά για ένδειξη μιας βαθύτερης οικονομικής πραγματικότητας που βιώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά στην καθημερινότητά τους.

Το συγκεκριμένο δεδομένο χρησιμοποιείται από πολλούς ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποχώρησης της αγοραστικής δύναμης και της πίεσης που δέχονται οι πολίτες από το αυξημένο κόστος ζωής.

Την ίδια ώρα, το οικονομικό αφήγημα περί «μειώσεων φόρων» που προβάλλεται από το 2019 και μετά, δεν φαίνεται να αποτυπώνεται στα βασικά αγαθά και ειδικά στα καύσιμα, όπου η επιβάρυνση παραμένει υψηλή.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και ο ΦΠΑ στα καύσιμα εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στους υψηλότερους στην Ευρώπη, διατηρώντας τις τιμές σε ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα για τον τελικό καταναλωτή.


Τελευταίοι και καταϊδρωμένοι: Η Ελλάδα στον «πάτο» της Ευρώπης και στα καύσιμα- Ο Έλληνας αγοράζει τα λιγότερα λίτρα από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, καθώς οι μισθοί δεν ακολουθούν τον ρυθμό αύξησης του κόστους ζωής. Οι ονομαστικές αυξήσεις παραμένουν περιορισμένες, την ώρα που ο πληθωρισμός και οι έμμεσοι φόροι πιέζουν έντονα τα εισοδήματα.

Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τους χαμηλότερους μέσους μισθούς στην ΕΕ, ενώ η παραγωγικότητα της οικονομίας παραμένει χαμηλή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τη συνολική εικόνα.

Κριτική ασκείται επίσης στο μοντέλο οικονομικής πολιτικής, με αναφορές ότι αντί για στοχευμένες διαρθρωτικές αλλαγές σε τομείς όπως οι υποδομές, η εκπαίδευση και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, δίνεται έμφαση στη διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων μέσω υψηλής φορολόγησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, σημαντικά κονδύλια κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση υποχρεώσεων και στη δημοσιονομική σταθερότητα, την ώρα που περιφέρειες και νησιωτικές περιοχές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν χρόνιες αναπτυξιακές υστερήσεις.

Το τελικό αποτέλεσμα για τον πολίτη αποτυπώνεται στην καθημερινότητα: υψηλές τιμές στα καύσιμα, περιορισμένη αγοραστική δύναμη και ένα διαρκώς πιεσμένο διαθέσιμο εισόδημα.

Έτσι, το κόστος κίνησης και μετακίνησης παραμένει ιδιαίτερα βαρύ για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τις τιμές της βενζίνης να κινούνται σταθερά σε επίπεδα που δυσκολεύουν σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

 

Advertisement

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button