Η μείωση του δημόσιου χρέους παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η βελτίωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ δεν σημαίνει απαραίτητα πως η οικονομική κατάσταση των πολιτών έχει βελτιωθεί, καθώς σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης αποδίδεται στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω του πληθωρισμού και όχι αποκλειστικά στην πραγματική ανάπτυξη.
Τα τελευταία χρόνια ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εμφανίζει συνεχή αποκλιμάκωση, από περίπου 210% το 2020 σε επίπεδα κοντά στο 146% το 2025. Η κυβέρνηση προβάλλει αυτή την εξέλιξη ως απόδειξη της οικονομικής σταθερότητας και της δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας.
Ωστόσο, ειδικοί υπογραμμίζουν ότι ο υψηλός πληθωρισμός που καταγράφηκε μετά το 2022 συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Όταν οι τιμές αγαθών και υπηρεσιών αυξάνονται, το συνολικό μέγεθος της οικονομίας σε χρηματικούς όρους διογκώνεται, γεγονός που οδηγεί αυτόματα σε χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, ακόμη κι αν η πραγματική παραγωγή δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό.
Παράλληλα, η πραγματική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις. Το αυξημένο κόστος ζωής, οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, αλλά και η μειωμένη αγοραστική δύναμη πολλών νοικοκυριών εξακολουθούν να αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα για σημαντικό μέρος της κοινωνίας.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφει ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, όμως επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι αυτά δεν μεταφράζονται σε ουσιαστική ανακούφιση των πολιτών μέσω γενναίων φορολογικών ελαφρύνσεων ή σημαντικής ενίσχυσης των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά κατευθύνονται κυρίως στη διατήρηση υψηλών ταμειακών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με την ίδια κριτική, οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις δεν έχουν καλύψει πλήρως τη σωρευτική επίδραση του πληθωρισμού, ενώ οι έμμεσοι φόροι, όπως ο ΦΠΑ, αποφέρουν υψηλότερα έσοδα στο Δημόσιο λόγω της αύξησης των τιμών.
Οι επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν αντανακλά απαραίτητα και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Όπως επισημαίνουν, η αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους αποτελεί ασφαλώς μια θετική εξέλιξη για τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, όμως δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει την πραγματική οικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος διαβίωσης και περιορισμένη αγοραστική δύναμη.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες, αλλά και το κατά πόσο η δημοσιονομική πρόοδος μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών ή παραμένει κυρίως μια θετική εικόνα σε επίπεδο στατιστικών στοιχείων.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα