Η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται να εξετάζει μια βαθιά αναμόρφωση των κανόνων που διέπουν την προεδρική εκλογική αναμέτρηση στην Τουρκία, επιχειρώντας να διαμορφώσει ένα εκλογικό τοπίο που θα ευνοεί την παραμονή του στην εξουσία.
Τουρκία: Έτσι μεθοδεύει το εκλογικό πραξικόπημα ο Ερντογάν για να εξασφαλίσει νέα θητεία- Προαλείφεται για ισόβιος Πρόεδρος με τις «πλάτες» του «Γκρίζου Λύκου» Ντεβλέτ Μπαχτσελί
Αντί να ρισκάρει μια ακόμη αναμέτρηση με ένα ενιαίο ή έστω συντονισμένο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το κυβερνητικό στρατόπεδο δείχνει να εξετάζει την αλλαγή των ίδιων των κανόνων του παιχνιδιού.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν καταργηθεί ή τροποποιηθεί το ισχύον σύστημα των δύο γύρων. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο υποψήφιος του κυβερνώντος μπλοκ θα μπορούσε να επικρατήσει ακόμη και με ένα σαφώς μικρότερο ποσοστό ψήφων, υπό την προϋπόθεση ότι οι αντίπαλοί του θα κατέλθουν κατακερματισμένοι.
Την εκτίμηση αυτή διατυπώνει ο Τούρκος δημοσιογράφος Α. Μποζκούρτ, με αφορμή την πρωτοβουλία που έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος.
Η πρόταση εμφανίστηκε δημόσια την Τετάρτη από τον Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ηγέτη του Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (MHP) και βασικό πολιτικό σύμμαχο του Ερντογάν. Ο Μπαχτσελί υποστήριξε ότι τόσο τα πολιτικά κόμματα όσο και το εκλογικό σύστημα της Τουρκίας θα πρέπει να επανασχεδιαστούν, ώστε να ανταποκρίνονται στο εκτελεστικό προεδρικό μοντέλο που τέθηκε σε εφαρμογή μετά το δημοψήφισμα του 2017.
Παρότι ο Μπαχτσελί δεν ζήτησε ευθέως την κατάργηση του ορίου του 50% για την εκλογή προέδρου, η παρέμβασή του επανέφερε στην επιφάνεια μια συζήτηση που είχε ανοίξει ο ίδιος ο Ερντογάν ήδη από το 2023.
Το συνταγματικό εμπόδιο της τρίτης θητείας
Οι επόμενες προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στην Τουρκία είναι προγραμματισμένες για τις 14 Μαΐου 2028. Μέχρι τότε, όμως, ο Ερντογάν θα έχει φτάσει στο όριο των δύο θητειών που προβλέπει το ισχύον προεδρικό σύστημα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη συνταγματική δίοδος. Ο Ερντογάν θα μπορούσε να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία εάν το κοινοβούλιο αποφασίσει την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες κατά τη διάρκεια της τρέχουσας θητείας του. Για μια τέτοια απόφαση απαιτούνται 360 από τις συνολικά 600 έδρες της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.
Το AKP του Ερντογάν και οι σύμμαχοί του διαθέτουν σήμερα 328 έδρες, γεγονός που σημαίνει ότι χρειάζονται τη στήριξη βουλευτών άλλων κομμάτων. Παρά ταύτα, πολιτικοί παρατηρητές θεωρούν ότι ακόμη και κόμματα της αντιπολίτευσης θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να στηρίξουν την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.
Στην πράξη, επομένως, ο Ερντογάν φαίνεται να αναζητά έναν τρόπο για να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία χωρίς να χρειαστεί να ανατρέψει ευθέως το συνταγματικό όριο.
Η πρώτη εκλογή του στην προεδρία πραγματοποιήθηκε το 2014, όταν η Τουρκία εξακολουθούσε να λειτουργεί με κοινοβουλευτικό σύστημα. Το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο (YSK) δεν προσμέτρησε εκείνη τη θητεία στο όριο των δύο θητειών που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του εκτελεστικού προεδρικού συστήματος το 2017.
Έτσι, η προκήρυξη πρόωρων εκλογών θα μπορούσε να προσφέρει στον Ερντογάν μια θεσμικά αξιοποιήσιμη οδό για να διεκδικήσει ακόμη μία θητεία, χωρίς να απαιτηθεί αλλαγή του συνταγματικού ορίου.
Η «μάχη» για το 50% συν ένα
Η συζήτηση για το εκλογικό όριο κάθε άλλο παρά καινούργια είναι. Στις 18 Νοεμβρίου 2023, ο Ερντογάν είχε δηλώσει ότι θα έπρεπε να αλλάξει η απαίτηση σύμφωνα με την οποία ένας υποψήφιος για την προεδρία πρέπει να συγκεντρώσει περισσότερες από τις μισές έγκυρες ψήφους.
Ο Τούρκος πρόεδρος είχε υποστηρίξει ότι η εκλογή του υποψηφίου που συγκεντρώνει απλώς τις περισσότερες ψήφους θα έκανε τη διαδικασία ταχύτερη και θα περιόριζε τους πολιτικούς ελιγμούς που, κατά την άποψή του, προκαλεί η απαίτηση του 50%.
Τότε, ωστόσο, ο Μπαχτσελί είχε απορρίψει αυτή την προσέγγιση.
Μόλις τρεις ημέρες αργότερα, στις 21 Νοεμβρίου 2023, είχε υπερασπιστεί το «50% συν ένα», χαρακτηρίζοντάς το θεμέλιο της δημοκρατικής νομιμοποίησης του προεδρικού συστήματος. Είχε υποστηρίξει ότι ο πρόεδρος δεν εκπροσωπεί μια συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια, αλλά το σύνολο του εκλογικού σώματος.
Ανάλογη θέση περιλαμβανόταν και σε έγγραφα του MHP, στα οποία το 50% συν ένα περιγραφόταν ως η βάση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του συστήματος.
Δύο πολιτικοί που τότε εμφανίζονταν να διαφωνούν δημοσίως για το ζήτημα, σήμερα φαίνεται να συγκλίνουν σε έναν ευρύτερο πολιτικό στόχο: την αναδιαμόρφωση των εκλογικών κανόνων σε μια περίοδο κατά την οποία η τουρκική αντιπολίτευση εμφανίζεται περισσότερο διχασμένη.
Το τουρκικό κοινοβούλιο μπορεί να τροποποιήσει το εκλογικό σύστημα με απλή πλειοψηφία. Οι αλλαγές, ωστόσο, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αμέσως, καθώς τίθενται σε ισχύ μόνο μετά την παρέλευση ενός έτους.
Η αριθμητική που μπορεί να αλλάξει τα πάντα
Το πιθανό πλεονέκτημα για το κυβερνών μπλοκ είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό.
Η τουρκική αντιπολίτευση δεν εμφανίζεται πλέον οργανωμένη γύρω από έναν μοναδικό υποψήφιο ή μια ενιαία πολιτική συμμαχία. Σε μια μελλοντική εκλογική αναμέτρηση θα μπορούσαν να εμφανιστούν υποψήφιοι από το CHP, το κόμμα του Οζγκιούρ Οζέλ, το εθνικιστικό İYİ, συντηρητικούς πολιτικούς σχηματισμούς αλλά και το φιλοκουρδικό DEM.
Σε ένα τέτοιο σκηνικό, οι ψήφοι της αντιπολίτευσης θα μπορούσαν να διαμοιραστούν σε πολλούς υποψηφίους, την ώρα που οι ψηφοφόροι του Ερντογάν θα εξακολουθούσαν να συσπειρώνονται γύρω από έναν και μόνο υποψήφιο.
Η αριθμητική είναι αποκαλυπτική.
Ας υποθέσουμε ότι ο υποψήφιος του κυβερνώντος μπλοκ συγκεντρώνει στον πρώτο γύρο 39% των ψήφων. Την ίδια στιγμή, τέσσερις υποψήφιοι της αντιπολίτευσης συγκεντρώνουν 38%, 11%, 9% και 3% αντίστοιχα.
Οι υποψήφιοι της αντιπολίτευσης θα είχαν συγκεντρώσει αθροιστικά το εντυπωσιακό 61% των ψήφων. Κι όμως, σε ένα σύστημα όπου εκλέγεται όποιος συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους, ο υποψήφιος του κυβερνώντος μπλοκ θα αναδεικνυόταν νικητής με μόλις 39%.
Με το σημερινό συνταγματικό σύστημα, ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα αρκούσε. Κανένας υποψήφιος δεν θα εξασφάλιζε την απαιτούμενη πλειοψηφία και οι δύο πρώτοι θα οδηγούνταν σε δεύτερο γύρο.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η πολιτική ουσία της συζήτησης.
Τουρκία: Έτσι μεθοδεύει το εκλογικό πραξικόπημα ο Ερντογάν για να εξασφαλίσει νέα θητεία- Προαλείφεται για ισόβιος Πρόεδρος με τις «πλάτες» του «Γκρίζου Λύκου» Ντεβλέτ Μπαχτσελί
Μια αντιπολίτευση με πολλούς υποψηφίους
Η προεδρική κούρσα θα μπορούσε να γίνει ακόμη περισσότερο κατακερματισμένη.
Ο Οζγκιούρ Οζέλ αποτελεί ένα από τα πιθανά πρόσωπα της αντιπολίτευσης. Στο ίδιο κάδρο βρίσκεται και ο δήμαρχος της Άγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς, ο οποίος σήμερα τάσσεται στο πλευρό του Οζέλ, ενώ έχει ήδη συζητηθεί το ενδεχόμενο υποστήριξής του από το Κόμμα İYİ.
Το CHP θα μπορούσε επίσης να επιλέξει δικό του υποψήφιο, με το όνομα του Κιλιτσντάρογλου να παραμένει στο πολιτικό προσκήνιο.
Παράλληλα, συντηρητικά κόμματα, όπως το Κόμμα Ευημερίας (SP), το DEVA και το Νέο Κόμμα Ευημερίας (YRP), θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να καταλήξουν σε κοινή υποψηφιότητα. Μεταξύ των ονομάτων που έχουν συζητηθεί βρίσκεται και ο πρώην υπουργός Οικονομίας Αλί Μπαμπατζάν.
Στο σκηνικό θα μπορούσαν να προστεθούν μικρότεροι εθνικιστικοί σχηματισμοί, ενώ το DEM θα κληθεί να αποφασίσει εάν θα κατέλθει αυτόνομα ή θα αναζητήσει συνεργασίες.
Κάθε ξεχωριστή υποψηφιότητα, κάθε αυτόνομη εκλογική κάθοδος και κάθε πολιτική διαφοροποίηση μπορεί, υπό ένα νέο σύστημα, να μετατραπεί από ένδειξη πολυφωνίας σε στρατηγικό πλεονέκτημα για τον Ερντογάν.
Ο παράγοντας Οτσαλάν και το κουρδικό ζήτημα
Στην εξίσωση προστίθεται και το κουρδικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Τον Οκτώβριο του 2024 ο Μπαχτσελί αιφνιδίασε την Τουρκία, καλώντας τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ιδρυτή του παράνομου Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή από το 1999, να απευθυνθεί στο κοινοβούλιο, εφόσον η οργάνωση τερμάτιζε την ένοπλη δράση της.
Η πρωτοβουλία αυτή εξελίχθηκε στη συνέχεια σε διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και DEM. Το DEM, που εκπροσωπεί το μεγαλύτερο κουρδικό πολιτικό κίνημα της Τουρκίας, διατηρεί στενούς πολιτικούς δεσμούς με το PKK, ενώ αρνείται ότι αποτελεί την πολιτική πτέρυγα της οργάνωσης.
Οι διαπραγματεύσεις δεν έμειναν σε επίπεδο πολιτικών διακηρύξεων. Οδήγησαν πλέον και σε νομοθετικές κινήσεις.
Το Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 11 Αυγούστου νόμο-πλαίσιο, ο οποίος προβλέπει την αναστολή ερευνών, διώξεων και εκτέλεσης ποινών, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές θα επαληθεύσουν πως το PKK έχει τερματίσει την οργανωτική του ύπαρξη και έχει παραδώσει τα όπλα του. Ο Ερντογάν υπέγραψε τον νόμο την 1η Αυγούστου.
Το μέτρο, ωστόσο, είναι υπό όρους και δεν καλύπτει ανώτερα στελέχη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και τον Οτσαλάν.
Ποιος κερδίζει από τον κατακερματισμό;
Οι πολιτικές συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι δυσκολότερο να αποτιμηθούν, όμως ο εκλογικός τους αντίκτυπος μπορεί να είναι σημαντικός.
Η συνεργασία του DEM με την κυβέρνηση στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας θα μπορούσε να μειώσει τις πιθανότητες συμμετοχής του κόμματος σε έναν ευρύτερο προεδρικό συνασπισμό της αντιπολίτευσης.
Την ίδια στιγμή, ένας αυτόνομος υποψήφιος του DEM θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε μια ενιαία αντιπολιτευτική υποψηφιότητα, αποτρέποντας μέρος των ψηφοφόρων που είναι δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση από το να μεταφέρουν τις ψήφους τους σε έναν και μοναδικό αντίπαλο του Ερντογάν.
Δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αυτός είναι ο στόχος της κυβέρνησης. Το εκλογικό αποτέλεσμα, όμως, θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για το κυβερνών μπλοκ εάν οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης επιλέξουν να αναμετρηθούν μεταξύ τους αντί να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
Η οικονομία δεν αρκεί για να ανατρέψει τον Ερντογάν
Η οργανωτική αδυναμία της αντιπολίτευσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση παραμένει ισχυρή.
Ο ετήσιος πληθωρισμός καταναλωτή στην Τουρκία έφθασε το 31,75% τον Ιούλιο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 37,53%, ενώ οι τιμές στις κατοικίες, το νερό, το ηλεκτρικό ρεύμα και άλλα καύσιμα αυξήθηκαν κατά 40,32% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Το οικονομικό βάρος είναι επομένως εμφανές στην καθημερινότητα των Τούρκων πολιτών.
Ωστόσο, η οικονομική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε μια ενιαία πολιτική απειλή για τον Ερντογάν. Και αυτό ακριβώς αποτελεί το στρατηγικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης.
Σε αντίθεση με την Ουγγαρία, όπου η αντιπολίτευση έχει κατά περιόδους επιχειρήσει να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της γύρω από έναν κοινό αντίπαλο, το τουρκικό αντιπολιτευτικό στρατόπεδο εξακολουθεί να είναι διαιρεμένο από κομματικούς ανταγωνισμούς, ιδεολογικές διαφορές, νομικές πιέσεις και εσωτερικές μάχες για την ηγεσία.
Η οικονομία ως εκλογικό εργαλείο
Καθώς πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση, η οικονομική πολιτική αναμένεται να αποτελέσει ένα ακόμη όπλο στη στρατηγική της κυβέρνησης.
Το κυβερνητικό στρατόπεδο θα μπορούσε να δεχθεί πιέσεις για αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς του δημόσιου τομέα, για ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων και για χαλάρωση των πιστωτικών όρων.
Τέτοιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να ενισχύσουν βραχυπρόθεσμα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να περιορίσουν μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να συνδυαστούν με το πρόγραμμα αποπληθωρισμού που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση, δημιουργώντας μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική σταθερότητα και την εκλογική σκοπιμότητα.
Το πραγματικό στοίχημα των επόμενων εκλογών
Ο πολιτικός υπολογισμός που διαμορφώνεται στην Τουρκία αφορά τελικά λιγότερο το εάν ο Ερντογάν μπορεί να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των Τούρκων ψηφοφόρων σε μια καθαρή αναμέτρηση και περισσότερο το εάν οι αντίπαλοί του θα καταφέρουν να αποφύγουν τη διάσπαση των ψήφων τους.
Μια ενωμένη αντιπολίτευση, με έναν και μόνο υποψήφιο απέναντι στον Ερντογάν, θα υποχρέωνε τον Τούρκο πρόεδρο να αναζητήσει την υποστήριξη της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος.
Μια αντιπολίτευση, όμως, κατακερματισμένη σε πολλούς υποψηφίους και αντιμέτωπη με ένα σύστημα στο οποίο κερδίζει απλώς ο πρώτος, θα μπορούσε να προσφέρει στο κυβερνών μπλοκ μια νίκη πριν ακόμη προλάβουν οι ψηφοφόροι που επιθυμούν την αλλαγή να συγκεντρωθούν γύρω από μια κοινή εναλλακτική.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό βάρος της τελευταίας παρέμβασης του Μπαχτσελί.
Η συζήτηση για την εκλογική μεταρρύθμιση δεν αφορά πλέον απλώς μια τεχνική αλλαγή στον εκλογικό νόμο. Αφορά τους ίδιους τους όρους με τους οποίους μια ψήφος μετατρέπεται σε πολιτική εξουσία.
Εάν οι κανόνες αλλάξουν, οι επόμενες προεδρικές εκλογές της Τουρκίας θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μια εντελώς διαφορετική αναμέτρηση: είτε σε μια δεύτερη μάχη ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους υποψηφίους, όπως προβλέπει σήμερα το σύστημα, είτε σε έναν αγώνα ενός γύρου, όπου ένας πρόεδρος θα μπορούσε να εκλεγεί με μειοψηφία των ψήφων.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα