Η σταδιακή αποσύνδεση δεν συνεπάγεται ότι η Ευρώπη εγκαταλείπεται να εκτεθεί αμυντικά, αλλά ότι η διατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας παύει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο, αδιαίρετο σύστημα.
«Βόμβα» από το Politico: O Τραμπ επιδιώκει τη σταδιακή πολιτική αποσύνδεση της Ευρωπαϊκής Άμυνας από την υποστήριξη των Αμερικανών
Με άλλα λόγια, διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο όπου η ευρωπαϊκή και η αμερικανική ασφάλεια παύουν να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, σηματοδοτώντας το πιθανό τέλος ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού αποτροπής που στήριξε τη Δύση επί οκτώ δεκαετίες.
Όταν έγινε γνωστή η αμερικανική άρνηση πώλησης πυραύλων Τόμαχοκ μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία, η Ουάσινγκτον άφησε να εννοηθεί ότι η ενδεχόμενη απόκτησή τους από ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσε να εκληφθεί από τη Ρωσία ως πράξη επικίνδυνης κλιμάκωσης.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε μεμονωμένα, αλλά εντάσσεται σε μια αλυσίδα κινήσεων που δείχνουν μια πιο ευρεία τάση αποστασιοποίησης των ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή άμυνα. Σε αυτή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η απόφαση για απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, η ακύρωση της προγραμματισμένης ανάπτυξης αμερικανικού τάγματος εξοπλισμένου με πυραύλους Τόμαχοκ, καθώς και σημαντικές περικοπές στις προβλεπόμενες συνεισφορές των ΗΠΑ σε κρίσιμα οπλικά συστήματα – από βομβαρδιστικά και μαχητικά έως αντιτορπιλικά και υποβρύχια – που συνιστούν τον κορμό της νατοϊκής αποτροπής σε περίπτωση κρίσης ή σύγκρουσης στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με το Politico, το Πεντάγωνο υποστηρίζει ότι οι κινήσεις αυτές εντάσσονται σε μια αναγκαία αναδιάταξη των ρόλων εντός του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η απόφαση να παγώσει η πώληση των Τόμαχοκ αποκαλύπτει, σύμφωνα με την ανάλυση, μια πιο βαθιά και ανησυχητική μετατόπιση: η Ουάσινγκτον όχι μόνο αποφεύγει πλέον να αναπτύσσει συστήματα υψηλής ακρίβειας στην Ευρώπη, αλλά επιπλέον περιορίζει τη δυνατότητα των ίδιων των Ευρωπαίων συμμάχων να αποκτήσουν τέτοιες δυνατότητες, φοβούμενη την αντίδραση της Ρωσίας.
Υπό αυτή την οπτική, οι ΗΠΑ φαίνεται να κινούνται προς μια στρατηγική ενεργής αποσύνδεσης της δικής τους ασφάλειας από εκείνη της Ευρώπης.
Δεν πρόκειται για ένα νέο ζήτημα στις διατλαντικές σχέσεις. Ανάλογες ανησυχίες είχαν εμφανιστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν η Σοβιετική Ένωση απέκτησε δυνατότητα άμεσης πλήξης αμερικανικού εδάφους, και επανήλθαν δυναμικά τη δεκαετία του 1970 με την ανάπτυξη των σοβιετικών πυραύλων SS-20, ικανών να πλήξουν το σύνολο της Ευρώπης χωρίς να απειλούν απευθείας τις ΗΠΑ.
Σε απάντηση, οι χώρες του ΝΑΤΟ το 1979 συμφώνησαν στην ανάπτυξη πυρηνικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς με στόχο τη Σοβιετική Ένωση, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτό το πεδίο διαπραγματεύσεων για περιορισμούς στους συγκεκριμένους εξοπλισμούς.
Μέχρι το 1987, η συμμαχία είχε αναπτύξει εκατοντάδες πυρηνικούς πυραύλους, γεγονός που οδήγησε τελικά στην υπογραφή της Συνθήκης για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίου Βεληνεκούς, η οποία απαγόρευσε πλήρως τις κατηγορίες αυτές όπλων με βεληνεκές 500 έως 5.000 χιλιομέτρων.
Η συνθήκη αυτή παρέμεινε σε ισχύ για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, έως το 2019, όταν η πρώτη κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε, επικαλούμενη ρωσικές παραβιάσεις των όρων της.
Από τότε, τα ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ επιδιώκουν σταθερά την ανάπτυξη συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς ικανών να πλήττουν στόχους εντός ρωσικού εδάφους. Η πιθανή πώληση των Τόμαχοκ στη Γερμανία θεωρήθηκε ως προσωρινή κάλυψη αυτού του κενού, έως ότου η Ευρώπη αναπτύξει δικά της αντίστοιχα συστήματα.
Ωστόσο, οι προσπάθειες ευρωπαϊκής ανάπτυξης πυραυλικών δυνατοτήτων παραμένουν σε πρώιμο στάδιο και απέχουν ακόμη χρόνια από επιχειρησιακή ωριμότητα, γεγονός που καθιστά την αμερικανική απόφαση ιδιαίτερα κρίσιμη για την ισορροπία αποτροπής του ΝΑΤΟ.
«Βόμβα» από το Politico: O Τραμπ επιδιώκει τη σταδιακή πολιτική αποσύνδεση της Ευρωπαϊκής Άμυνας από την υποστήριξη των Αμερικανών
Παράλληλα, αν και οι ανησυχίες περί «αποσύνδεσης» δεν είναι καινούργιες στη διατλαντική ιστορία, υπάρχει σήμερα μια θεμελιώδης διαφορά: στο παρελθόν, η αποστασιοποίηση προερχόταν από τη σοβιετική στρατηγική πίεση, ενώ σήμερα φαίνεται να προκύπτει από τις ίδιες τις ΗΠΑ, οι οποίες – σύμφωνα με την ανάλυση – δείχνουν να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τις ρωσικές ανησυχίες παρά τις επιχειρησιακές ανάγκες αποτροπής του ΝΑΤΟ.
Η χρονική συγκυρία των αποφάσεων προκαλεί εύλογα ερωτήματα, ιδιαίτερα μετά από εβδομάδες επικρίσεων από την κυβέρνηση Τραμπ ότι το ΝΑΤΟ δεν συμβάλλει επαρκώς σε ευρύτερες στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. «Το ΝΑΤΟ έχει γίνει μονόδρομος όπου η Αμερική είναι απλώς σε θέση να υπερασπιστεί την Ευρώπη, αλλά οι σύμμαχοι δεν θα ανταποδώσουν», υποστήριξε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.
Ωστόσο, όταν η Ευρώπη επιχειρεί να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος στην άμυνά της – ακόμη και μέσω αγοράς αμερικανικών οπλικών συστημάτων – η απάντηση της Ουάσινγκτον μοιάζει αντιφατική και αρνητική. Μια στάση που, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν αποτελεί απλώς συγκυριακή ασυνέπεια, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας μιας συμμαχίας ασφαλείας.
Η κλασική θεωρία των συμμαχιών διακρίνει δύο βασικούς φόβους: τον φόβο της εγκατάλειψης, όταν ένας σύμμαχος δεν θα ανταποκριθεί σε ώρα ανάγκης, και τον φόβο της παγίδευσης, όταν ένας σύμμαχος σε σύρει σε ανεπιθύμητη σύγκρουση. Ο Τραμπ και το επιτελείο του κατηγορούν την Ευρώπη για το πρώτο, ενώ οι Ευρωπαίοι φοβούνται ολοένα και περισσότερο το δεύτερο από τις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: και οι δύο πλευρές κινούνται προς μεγαλύτερη απόσταση, επιχειρώντας να προστατευθούν από τους φόβους τους.
Καθώς η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και επενδύει σε ένα πιο σύνθετο και πολυεπίπεδο οπλοστάσιο – συμπεριλαμβανομένων συστημάτων με διττή συμβατική και πυρηνική δυνατότητα – οι ΗΠΑ ενδέχεται να χάσουν την επιχειρησιακή δυνατότητα καθορισμού της χρήσης τους. Αυτό, με τη σειρά του, ενισχύει περαιτέρω τα κίνητρα αποστασιοποίησης της Ουάσινγκτον, ώστε να αποφύγει ενδεχόμενη εμπλοκή σε μελλοντική σύγκρουση με τη Ρωσία.
Η αποσύνδεση, ωστόσο, δεν συνεπάγεται κατάρρευση της ευρωπαϊκής άμυνας. Σημαίνει κάτι πιο λεπτό αλλά βαθιά δομικό: ότι η ασφάλεια Ευρώπης και ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινό, αδιαίρετο σύνολο. Η Ουάσινγκτον ενδέχεται πλέον να μην εκλαμβάνει αυτόματα μια απειλή προς τη Βαρσοβία ή το Ταλίν ως απειλή για την ίδια.
Και αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, ισοδυναμεί με τη σταδιακή αποδόμηση του ολοκληρωμένου συστήματος αποτροπής που διαμόρφωσε τη δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική τα τελευταία 80 χρόνια.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα