Την ώρα που στους Βουλιαράτες το πένθος για τον χαμό του Κωνσταντίνου Κατσίφα προκαλεί ακόμη θλίψη και προβληματισμό στους Έλληνες ομογενείς, έρχεται στο φως και μία ακόμη αποκάλυψη του παρελθόντος, από έναν ακόμη Βορειοηπειρώτη, ο οποίος είχε στοχοποιηθεί από τις αλβανικές Αρχές για τον φιλελληνισμό του.

Μέλος του Συνδέσμου Βορειοηπειρωτών Θεσσαλίας «Ο Πύρρος», ο άνδρας που ζει και δραστηριοποιείται για πολλά χρόνια στη Λάρισα, εξιστορεί στο onlarissa.gr τη δική του περιπέτεια που βίωσε το 2010, όταν είχε μεταβεί στο μειονοτικό χωριό του, στους Άγιους Σαράντα, για να ψηφίσει στις επαρχιακές εκλογές.

«Φθάνοντας στον χώρο του εκλογικού τμήματος διαπιστώνω πως είχε τοποθετηθεί μία αλβανική σημαία. Βάσει του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, κάτι τέτοιο είναι εσφαλμένο, αφού ξεκάθαρα ορίζεται πως στα χωριά μας πρέπει να τοποθετούνται δύο σημαίες. Ζήτησα λοιπόν αμέσως ευγενικά από τον πρόεδρο του χωριού να τοποθετήσει δίπλα στην Αλβανική και μία Ελληνική σημαία. Αυτός αρνήθηκε, κάνοντάς μου μάλιστα νεύμα πως “θα μπλέξουμε”.

Επέμεινα, πήγα στο αυτοκίνητό μου, πήρα μία γαλανόλευκη και του την έδωσα, ζητώντας να την τοποθετήσει δίπλα στην Αλβανική. Αρνήθηκε εκ νέου. Τότε, του απάντησα πως δε μπορεί να είναι κρεμασμένη ούτε η αλβανική σημαία. Έτσι, χωρίς ένταση, πήρα την αλβανική σημαία, την κατέβασα, τη δίπλωσα προσεκτικά και του την παρέδωσα. Τότε, αρκετοί κάτοικοι φοβισμένοι άρχισαν να με ρωτούν “τι έκανες; Γιατί την κατέβασες;», λέει χαρακτηριστικά.

Τα όσα ακολούθησαν -σύμφωνα με τον Βορειοηπειρώτη- έχουν αρκετές ομοιότητες με την υπόθεση του αδικοχαμένου Κωνσταντίνου Κατσίφα.

«Σε λίγα λεπτά της ώρας, προφανώς ειδοποιήθηκαν και ήρθαν περίπου 50 κομάντος της αστυνομίας. Ένας εξ’ αυτών, ο επικεφαλής μου ζήτησε το λόγο, λέγοντάς μου σε υψηλούς τόνους πως απαγορεύεται να κατεβάσω την αλβανική σημαία. Περικυκλωμένος από τους πάνοπλους αστυνομικούς, προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και του εξήγησα πως δεν την έσκισα, ούτε την έκαψα, απλά την κατέβασα γιατί το πρωτόκολλο της Κέρκυρας προστάζει την παρουσία δύο σημαιών στο χωριό.

Αφού προχώρησε σε αναγνώριση των στοιχείων μου, μου απάντησε “έχε χάρη που ήμουν με το θείο σου στο ίδιο κρεβάτι για δύο χρόνια. Θα σε θυμόμαστε…”».

«Από τότε όποτε επιστρέφω στον τόπο καταγωγής μου, πάντοτε “με προσέχουν ιδιαίτερα», συμπληρώνει, ενώ θυμάται πως λίγες εβδομάδες μετά το περιστατικό, άγνωστοι μπήκαν στο σπίτι των γονιών του, τους λήστεψαν και τους χτύπησαν. «Εάν ήμουν λίγο παραπάνω θερμόαιμος, πιθανόν να είχα την τύχη του Κωνσταντίνου…», καταλήγει.