Έντονη αναστάτωση έχει προκαλέσει στη μικρή κοινότητα του Πίντινγκτον στο Όξφορντσαϊρ η απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να προχωρήσει στη δημιουργία μεγάλης δομής φιλοξενίας αιτούντων άσυλο σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις κοντά στο χωριό. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η εγκατάσταση μπορεί να φιλοξενήσει έως και 1.250 άνδρες, ενώ ο τοπικός πληθυσμός ανέρχεται μόλις σε περίπου 356 κατοίκους.
Η διαφορά των αριθμών έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση των κατοίκων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι μια τόσο μεγάλη δομή είναι δυσανάλογη για μια μικρή αγροτική περιοχή. Οι ανησυχίες τους αφορούν μεταξύ άλλων την ασφάλεια των παιδιών, την κυκλοφορία, τον φωτισμό και τις υποδομές που ήδη θεωρούν ανεπαρκείς.
Οι κάτοικοι μάλιστα, μαζί με το κοινοτικό συμβούλιο, προχωρούν σε συμβολική ψηφοφορία για την «ανεξαρτησία» της περιοχής, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την κυβερνητική απόφαση. Παράλληλα, έχουν τοποθετηθεί πινακίδες που εκφράζουν την αντίθεση στη δημιουργία του κέντρου ασύλου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η εγκατάσταση δεν προβλέπεται να είναι κλειστή, κάτι που σημαίνει ότι οι φιλοξενούμενοι θα μπορούν να κινούνται στην ευρύτερη περιοχή. Για μια κοινότητα με ελάχιστες υποδομές και χωρίς επαρκή φωτισμό ή πεζοδρόμια, αυτό αποτελεί για τους κατοίκους έναν ακόμη λόγο ανησυχίας.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι εύκολο για μια κυβέρνηση να ανακοινώνει ότι «όλες οι περιοχές πρέπει να αναλάβουν το μερίδιό τους». Πολύ δυσκολότερο είναι να εξηγήσει στους κατοίκους μιας μικρής κοινότητας γιατί πρέπει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να αντιμετωπίσουν μια τόσο μεγάλη αλλαγή στην καθημερινότητά τους χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των υποδομών.
Ο δήμαρχος του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ έχει υποστηρίξει ότι δεν είναι δίκαιο το βάρος της φιλοξενίας αιτούντων άσυλο να πέφτει μόνο στις φτωχότερες περιοχές και ότι όλες οι περιοχές πρέπει να συμμετέχουν.
Όμως αυτή η λογική δεν απαντά από μόνη της στο βασικό ερώτημα: τι γίνεται όταν μια κυβέρνηση αποφασίζει να δημιουργήσει μια δομή πολλαπλάσια του μεγέθους της τοπικής κοινωνίας χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τις απαραίτητες υποδομές;
Η βρετανική κυβέρνηση οφείλει να δώσει σαφείς απαντήσεις. Δεν αρκεί να επικαλείται την «κατανομή ευθύνης». Χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο για την ασφάλεια, τις μετακινήσεις, την αστυνομική παρουσία, τις υποδομές και την προστασία της καθημερινότητας των κατοίκων.
ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ – ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΤΙΣ ΕΧΟΥΝ
Η αυστηρή κριτική προς την κυβέρνηση δεν αφορά την καταγωγή των ανθρώπων που πρόκειται να φιλοξενηθούν. Αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις που αλλάζουν δραστικά τη ζωή μιας τοπικής κοινωνίας.
Όταν σε μια περιοχή περίπου 356 κατοίκων σχεδιάζεται εγκατάσταση που μπορεί να φιλοξενήσει έως 1.250 ανθρώπους, η αναλογία είναι από μόνη της τεράστια.
Και όταν οι κάτοικοι λένε ότι δεν διαθέτουν ούτε επαρκή φωτισμό ούτε πεζοδρόμια, το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς από μια υπεύθυνη κυβέρνηση θα ήταν να αντιμετωπίσει πρώτα αυτά τα προβλήματα και μετά να προχωρήσει στην εγκατάσταση μιας τόσο μεγάλης δομής.
Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο αριθμός των ανθρώπων που θα φιλοξενηθούν. Είναι η απουσία πειστικής πολιτικής για το πώς θα διαχειριστεί το κράτος τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης.
Αν η κυβέρνηση επιμένει στην πολιτική της, οφείλει να αναλάβει και το πλήρες κόστος της: περισσότερες υποδομές, περισσότερη ασφάλεια και ουσιαστική στήριξη της τοπικής κοινωνίας.
Γιατί οι κάτοικοι μιας μικρής κοινότητας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως αριθμοί σε έναν κυβερνητικό σχεδιασμό. Η κοινωνική συνοχή, η ασφάλεια και η ομαλή λειτουργία μιας περιοχής απαιτούν σχέδιο – όχι αποφάσεις που επιβάλλονται από πάνω προς τα κάτω.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα