Τα στοιχεία που διέρρευσαν από τη Wall Street Journal και τους New York Times δεν αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες. Από το 2011 έως το 2017, ο Έπσταϊν είχε απλώσει τα δίχτυα του στο Ίδρυμα Γκέιτς, προωθώντας προγράμματα «γενετικής αναβάθμισης». Ο Έπσταϊν, έχοντας μια αρρωστημένη εμμονή με τη βελτίωση του ανθρώπινου είδους, σχεδίαζε στο ράντσο του στο Νέο Μεξικό μια «φάρμα» όπου θα διέδιδε το δικό του DNA, οραματιζόμενος μια κοινωνία «υπερανθρώπων». Οι μαρτυρίες επιστημόνων, όπως ο Τζάρον Λανιέρ, επιβεβαιώνουν ότι ο Έπσταϊν δεν έβλεπε τους ανθρώπους ως ψυχές, αλλά ως «κεφάλαιο» προς επεξεργασία. Μια παγκόσμια κάθαρση, όπου η φτώχεια θα εξαλειφόταν όχι με την ευημερία, αλλά με την ολοκληρωτική εξαφάνιση των ίδιων των απόρων μέσω της ευγονικής και του πληθυσμιακού ελέγχου
Κανείς δεν το ονόμασε ποτέ γενοκτονία.
Οι λέξεις ήταν πάντα πιο κομψές: βιωσιμότητα, πληθυσμιακή ισορροπία, παγκόσμια υγεία.
Έτσι αρχίζουν πάντα οι εφιάλτες — με γλώσσα αποστειρωμένη.
Στα σαλόνια από γυαλί και ατσάλι, εκεί όπου το φως δεν μπαίνει ποτέ χωρίς άδεια, οι ισχυροί του κόσμου έπαιζαν τον ρόλο του σωτήρα. Δεν κρατούσαν όπλα, αλλά διαγράμματα. Δεν μιλούσαν για θάνατο, αλλά για «μείωση κόστους». Δεν έλεγαν ποτέ τη λέξη φτωχοί. Έλεγαν μεταβλητές.
Στο κέντρο του κόσμου τους δεν υπήρχε ο άνθρωπος — υπήρχε ο αριθμός.
Η ιδέα που δεν έπρεπε να ειπωθεί δυνατά
Κάποιος, κάποτε, τόλμησε να τη διατυπώσει:
«Αν δεν μπορούμε να σώσουμε όλους, ίσως πρέπει να διαλέξουμε ποιοι αξίζουν να γεννηθούν».
Η αίθουσα δεν πάγωσε.
Χαμογέλασαν.
Γιατί η ιδέα δεν ήταν καινούργια. Είχε απλώς ωριμάσει. Είχε φορέσει γραβάτα. Είχε αποκτήσει ιδρύματα, επιτροπές και επιστημονικές δημοσιεύσεις. Η ευγονική δεν ερχόταν πια με στρατόπεδα. Ερχόταν με grants.
Οι φτωχοί δεν θεωρούνταν κακοί. Θεωρούνταν αναποτελεσματικοί.
Και σε έναν κόσμο που λατρεύει την αποδοτικότητα, αυτό ήταν το θανάσιμο αμάρτημα.

Τα εργαστήρια της σιωπής
Σε χώρες μακριά από τα φώτα της Δύσης, γεννιόταν το μέλλον. Όχι με κραυγές, αλλά με συμβάσεις. Όχι με βία, αλλά με «προγράμματα βοήθειας». Οι γεννήσεις έπρεπε να ελέγχονται. Τα γονίδια να φιλτράρονται. Τα «λάθη» να μην επαναλαμβάνονται.
Όποιος ρωτούσε πολλά, δεν έπαιρνε χρηματοδότηση.
Όποιος υπάκουε, γινόταν «πρωτοπόρος».
Και κάπου ανάμεσα σε email που μιλούσαν για δείπνα, τυριά και χαλαρές συναντήσεις, κρυβόταν η πιο κυνική παραδοχή:
Ο κόσμος έχει πολλούς ανθρώπους. Και όχι όλους χρήσιμους.
Η Ύβρις
Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ήθελαν να σώσουν τον πλανήτη.
Το πρόβλημα ήταν ποιος αποφάσιζε ποιον θα σώσει.
Όταν ο άνθρωπος πιστεύει ότι μπορεί να μετρήσει την αξία της ζωής, παύει να είναι άνθρωπος. Γίνεται λογιστής του θανάτου. Και τότε, το Ρολόι της Καταστροφής δεν μετρά δευτερόλεπτα — μετρά συνειδήσεις που χάθηκαν.
Οι νέοι θεοί δεν ζητούσαν λατρεία. Ζητούσαν συναίνεση.
Και την έπαιρναν, τυλιγμένη σε φόβο και επιστήμη.
Το τέλος δεν ήρθε με κραυγή
Ήρθε με σιωπή.
Με λιγότερα παιδιά.
Με «ανεπιθύμητες» ζωές που δεν γεννήθηκαν ποτέ.
Με έναν κόσμο καθαρότερο, πιο αποδοτικό — και απάνθρωπα άδειο.
Γιατί η μεγαλύτερη συνωμοσία δεν είναι αυτή που ψιθυρίζεται στο σκοτάδι.
Είναι αυτή που παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα.
Και όταν η ελίτ αποφασίζει ότι παίζει τον ρόλο του Θεού,
η ανθρωπότητα πληρώνει πάντα το τίμημα.


Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα