ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τουρκία: Από την «αιτία πολέμου» στη διπλωματία των ισορροπιών- Πώς αντιλαμβάνεται η Άγκυρα το casus belli και γιατί ο Ερντογάν επέλεξε να το επαναφέρει τώρα στο προσκήνιο-Το «φάντασμα» του 1995 που εξακολουθεί να «στοιχειώνει» το Αιγαίο

Το τουρκικό casus belli επιστρέφει, για ακόμη μία φορά, στο προσκήνιο του ελληνοτουρκικού διαλόγου, αναδεικνύοντας μία από τις πλέον διαχρονικές και ευαίσθητες πτυχές των σχέσεων Αθήνας και Άγκυρας.

Τουρκία: Από την «αιτία πολέμου» στη διπλωματία των ισορροπιών- Πώς αντιλαμβάνεται η Άγκυρα το casus belli και γιατί ο Ερντογάν επέλεξε να το επαναφέρει τώρα στο προσκήνιο-Το «φάντασμα» του 1995 που εξακολουθεί να «στοιχειώνει» το Αιγαίο

Οι πρόσφατες αναφορές του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις που έσπευσαν να παράσχουν τουρκικές διπλωματικές πηγές, επαναφέρουν τη συζήτηση γύρω από την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995, η οποία εξακολουθεί να σκιάζει τις διμερείς σχέσεις, τρεις και πλέον δεκαετίες μετά την υιοθέτησή της.

Η Άγκυρα επιχειρεί, μέσω των τελευταίων τοποθετήσεών της, να αναδιατυπώσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το casus belli, υποστηρίζοντας ότι στην Ελλάδα έχει εδραιωθεί μία στρεβλή εικόνα για την τουρκική προσέγγιση. Στο επίκεντρο της τουρκικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται η θέση ότι η επίμαχη απόφαση δεν συνιστά ευθεία απειλή πολέμου, αλλά πολιτική δήλωση μη αναγνώρισης μιας ενδεχόμενης μονομερούς ελληνικής ενέργειας.

Σύμφωνα με τουρκικές διπλωματικές πηγές, «το casus belli δεν συνιστά απειλή πολέμου, αλλά διακήρυξη σύμφωνα με την οποία η Τουρκία δεν θα αναγνωρίσει μια τέτοια μονομερή ενέργεια», αναφερόμενη στο ενδεχόμενο επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια.

Οι διευκρινίσεις αυτές ήρθαν λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος χαρακτήρισε το casus belli «ιστορική ανορθογραφία», αφήνοντας σαφές το μήνυμα ότι η διατήρησή του δεν συνάδει με την επιδίωξη μιας ουσιαστικής επανεκκίνησης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Από την πλευρά του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε να υποβαθμίσει τη σημασία του ζητήματος, μεταφέροντας τη συζήτηση από το διπλωματικό επίπεδο στην καθημερινότητα των πολιτών. «Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι πρέπει να απασχολούμε τον λαό μας με αυτά τα θέματα. Και ήδη λέμε στους Έλληνες φίλους μας: ας μην επιβαρύνουμε ούτε τους Έλληνες πολίτες ούτε τους δικούς μας πολίτες με αυτό», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως μία προσπάθεια της τουρκικής ηγεσίας να διαφυλάξει το εύθραυστο αλλά υπαρκτό κλίμα ύφεσης που έχει διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική περί αποκλιμάκωσης, η ουσία παραμένει αμετάβλητη: η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 εξακολουθεί να ισχύει, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχει οποιαδήποτε επίσημη ένδειξη περί ανάκλησης ή αναθεώρησής της.

«Η Άγκυρα επιχειρεί αλλαγή προφίλ»

Ο οθωμανολόγος, τουρκολόγος και νομικός, Δρ. Δημήτρης Σταθακόπουλος, μιλώντας στο CNN Greece, συνδέει τη χρονική συγκυρία των τουρκικών παρεμβάσεων με τις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις που συντελούνται στην περιοχή και διεθνώς.

Όπως επισημαίνει, η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, αλλά και η συνάντηση του Τούρκου προέδρου με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, φαίνεται να σηματοδοτούν την πρόθεση της Άγκυρας να παρουσιάσει ένα πιο συναινετικό και εξωστρεφές πρόσωπο προς τη Δύση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε κρίσιμο συνομιλητή, ενώ η Τουρκία επιδιώκει να ανοίξει παράλληλα τον φάκελο μιας συνολικότερης διευθέτησης εκκρεμοτήτων στην περιοχή, με το Κυπριακό να παραμένει στην κορυφή της ατζέντας.

Παράλληλα, ο Δρ. Σταθακόπουλος υπενθυμίζει ότι ο όρος casus belli –η «αιτία πολέμου»– δεν αποτελεί σύγχρονη επινόηση, αλλά έχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή νομική και διπλωματική παράδοση. Καθιερώθηκε τον 17ο αιώνα και συνδέθηκε άρρηκτα με το έργο του Ολλανδού νομομαθούς και θεμελιωτή του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου, Hugo Grotius (1583-1645).

«Στο μνημειώδες έργο του De Jure Belli ac Pacis («Περί του Δικαίου του Πολέμου και της Ειρήνης»), επιχείρησε να θέσει κανόνες που θα περιόριζαν την αυθαιρεσία και τις καταστροφές των πολέμων, θεμελιώνοντας την έννοια του δικαίου στις διεθνείς σχέσεις. Τρεις και πλέον αιώνες αργότερα, ο όρος αυτός απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις», υπογραμμίζει.

Τουρκία: Από την «αιτία πολέμου» στη διπλωματία των ισορροπιών- Πώς αντιλαμβάνεται η Άγκυρα το casus belli και γιατί ο Ερντογάν επέλεξε να το επαναφέρει τώρα στο προσκήνιο-Το «φάντασμα» του 1995 που εξακολουθεί να «στοιχειώνει» το Αιγαίο

Η απόφαση που εξακολουθεί να βαραίνει το Αιγαίο

Η αφετηρία της σύγχρονης αντιπαράθεσης τοποθετείται στο καλοκαίρι του 1995. Στις 23 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, η Ελλάδα, με τον Ν. 2321/1995 (ΦΕΚ 136/Α/23-6-1995), κύρωσε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), κατοχυρώνοντας πλήρως το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 της Σύμβασης και εφαρμόζεται από τη συντριπτική πλειονότητα των παράκτιων κρατών διεθνώς.

Η αντίδραση της Τουρκίας υπήρξε άμεση και ιδιαίτερα έντονη.

Advertisement

«Η αντίδραση της Άγκυρας υπήρξε άμεση», προσθέτει αναφέροντας ότι τον Ιούνιο του 1995, η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξέδωσε την περίφημη απόφαση με την οποία εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών», εφόσον η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο πέραν των έξι ναυτικών μιλίων.

«Η απόφαση αυτή αποτελεί το γνωστό casus belli της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση στη σύγχρονη διεθνή πρακτική. Ένα κράτος απειλεί ευθέως με χρήση βίας ένα άλλο κράτος, εάν αυτό ασκήσει δικαίωμα που απορρέει από διεθνή σύμβαση και από το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο», τονίζει.

Όπως σημειώνει ο Δρ. Σταθακόπουλος, η τουρκική στάση βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο απαγορεύει όχι μόνο τη χρήση, αλλά και την απειλή χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις.

«Η ελληνική θέση υπήρξε διαχρονικά σταθερή. Το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα, όχι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η χώρα το άσκησε ήδη στο Ιόνιο, επεκτείνοντας τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, αποδεικνύοντας ότι η εφαρμογή της UNCLOS δεν αποτελεί επιθετική ενέργεια αλλά άσκηση διεθνούς δικαιώματος», συμπληρώνει.

Παρά τις περιόδους αποκλιμάκωσης και τα κατά καιρούς Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, στο Αιγαίο η εκκρεμότητα παραμένει ενεργή, συντηρώντας μια ιδιότυπη κατάσταση στρατηγικής αβεβαιότητας.

«Η τουρκική απειλή εξακολουθεί να υφίσταται τυπικά, παρά τις κατά καιρούς περιόδους ύφεσης και τις προσπάθειες οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης» αναφέρει, θέτοντας το ερώτημα «εάν ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ μπορεί να διατηρεί επί τριάντα ένα χρόνια κοινοβουλευτική απόφαση που απειλεί στρατιωτικά άλλο κράτος-μέλος της ίδιας Συμμαχίας και ταυτόχρονα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον

Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν μεταβάλει αισθητά το γεωπολιτικό τοπίο. Η Τουρκία επιδιώκει την αναθέρμανση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη συμμετοχή της στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, επιδιώκοντας παράλληλα να αποκαταστήσει πλήρως τους διαύλους επικοινωνίας με τη Δύση.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά το διπλωματικό και στρατηγικό της αποτύπωμα. Οι αμυντικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και η αυξανόμενη γεωπολιτική της βαρύτητα στην Ανατολική Μεσόγειο, έχουν αναδιαμορφώσει τους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.

Το διακύβευμα της επόμενης ημέρας

Τριάντα ένα χρόνια μετά, το casus belli εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον συμβολικά και ουσιαστικά ζητήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όπως επισημαίνει ο Δρ. Σταθακόπουλος, δεν πρόκειται ούτε για μία ιστορική υποσημείωση ούτε για ένα απλό διαπραγματευτικό χαρτί της Άγκυρας.

Εφόσον η Τουρκία επιθυμεί να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή στις σχέσεις της με την Ελλάδα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά τη δυτική κοινότητα, η άρση της απόφασης του 1995 θα αποτελούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, την πλέον ουσιαστική απόδειξη καλής θέλησης.

«Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα δεν μπορεί επ’ αόριστον να αυτοπεριορίζεται στην άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος που της αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο εξαιτίας μιας παράνομης απειλής χρήσης βίας», υπογραμμίζει.

Ο ίδιος εκτιμά ότι η Αθήνα οφείλει να συνεχίσει να επενδύει στη διπλωματική της στρατηγική, ενισχύοντας ταυτόχρονα την αποτρεπτική της ισχύ και διεθνοποιώντας συστηματικά το ζήτημα, ώστε να καταστεί σαφές ότι η άρση του casus belli συνιστά πλέον κρίσιμη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδο στις ευρωτουρκικές σχέσεις.

«Το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Η ειρήνη δεν οικοδομείται με απειλές πολέμου αλλά με σεβασμό των διεθνών κανόνων», τονίζει.

Και καταλήγει με ένα ερώτημα που συμπυκνώνει το βάρος της συγκυρίας και το δίλημμα της επόμενης ημέρας: «αν θα παραμείνει δέσμια μιας πολιτικής απειλών του προηγούμενου αιώνα ερμηνεύοντας ala Turka/υποκειμενικά το διεθνές δίκαιο, ή θα επιλέξει να συμβαδίσει με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και της καλής γειτονίας; Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας».

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button