Την ώρα που η αγορά στερεύει από ρευστότητα, τα νοικοκυριά παλεύουν να βγάλουν τον μήνα και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουν καθημερινά μάχη επιβίωσης, ο λογαριασμός απέναντι στην Εφορία συνεχίζει να φουσκώνει.
H αγορά έχει «στεγνώσει» αλλά ο Μητσοτάκης συνεχίζει ακάθεκτος τη φοροεπιδρομή: Κατά 10 δισεκατομμύρια ευρώ αυξήθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των Ελλήνων στην Εφορία μέσα σε μόλις ένα χρόνο!
Μέσα σε μόλις έναν χρόνο, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών και των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο αυξήθηκαν κατά περίπου 10 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας με τον πιο καθαρό τρόπο την πίεση που δέχεται η πραγματική οικονομία.
Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν εκατομμύρια φορολογούμενοι που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Οι οφειλές συσσωρεύονται, οι ρυθμίσεις παραμένουν περιορισμένες και, για ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, κάθε νέα φορολογική υποχρέωση προσθέτει έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα χρεών από την οποία δύσκολα μπορεί να ξεφύγει.
Στο τέλος Ιουλίου του 2026, το συνολικό υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων οφειλών έφτασε τα 109,77 δισ. ευρώ, παρά τις εισπράξεις και τις διαγραφές που ανήλθαν συνολικά σε 14,52 δισ. ευρώ.
Τον περασμένο Νοέμβριο, μάλιστα, διαγράφηκαν ως ανεπίδεκτα είσπραξης 5,51 δισ. ευρώ, τα οποία αφορούσαν πρόστιμα ΚΒΣ ενός οφειλέτη. Έτσι, το σύνολο των οφειλών που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης ανέρχεται πλέον στα 30,50 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 27,78% του συνολικού χρέους.
Από τα θεωρητικά εισπράξιμα, ύψους περίπου 79,27 δισ. ευρώ, μόλις το 6,70% βρίσκεται σε ρύθμιση, δηλαδή περίπου 5,31 δισ. ευρώ.
Και φυσικά, το πόσοι από τους οφειλέτες που έχουν ενταχθεί στις ρυθμίσεις είναι πραγματικά σε θέση να τις τηρήσουν μέχρι τέλους είναι ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα.
Τα στοιχεία προέρχονται από την ΑΑΔΕ και περιλαμβάνονται στην τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής.
Η εικόνα του συνολικού υπολοίπου προκύπτει από τις νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 9,86 δισ. ευρώ, στις οποίες προστίθενται ακόμη 2,60 δισ. ευρώ που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα για την 1η Αυγούστου, και στη συνέχεια αφαιρούνται τα 14,52 δισ. ευρώ από εισπράξεις και διαγραφές.
Αν εξετάσει κανείς τη σύνθεση του χρέους, διαπιστώνει ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του αφορά φόρους. Συγκεκριμένα, το 66,46% του πραγματικού υπολοίπου, δηλαδή 52,69 δισ. ευρώ, αφορά φορολογικές οφειλές.
Ακολουθούν τα πρόστιμα, ύψους 17,31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 21,84% του συνόλου. Στα μη φορολογικά χρέη, στα δάνεια, στα δικαστικά ποσά και στους καταλογισμούς αντιστοιχούν ακόμη 9,27 δισ. ευρώ, δηλαδή το 11,70%.
Λιγότεροι οφειλέτες, περισσότερα χρέη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο αριθμός των οφειλετών. Σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025, μειώθηκαν κατά 16.682 και πλέον ανέρχονται σε 3.985.112.
Η μείωση αυτή προήλθε κυρίως από την κατηγορία των οφειλετών με χρέη έως 3.000 ευρώ, όπου καταγράφηκαν 68.120 λιγότερα πρόσωπα. Πρόκειται, δηλαδή, για σχετικά μικρές οφειλές, τις οποίες πολλοί φορολογούμενοι επιχειρούν να εξοφλήσουν με κάθε τρόπο, προκειμένου να αποφύγουν κατασχέσεις και άλλες δυσμενείς συνέπειες.
Η εικόνα, ωστόσο, αλλάζει όταν η σύγκριση γίνεται με την 1η Ιουλίου. Μέσα σε μόλις έναν μήνα προστέθηκαν 129.337 νέοι οφειλέτες, κυρίως εξαιτίας του φόρου εισοδήματος και του ΦΠΑ, αλλά και της λήξης της πρώτης δόσης του ΕΝΦΙΑ.
Με άλλα λόγια, η δεξαμενή των οφειλών ανατροφοδοτείται διαρκώς. Εκεί που κάποιοι καταφέρνουν να κλείσουν παλιές υποχρεώσεις, νέες φορολογικές απαιτήσεις έρχονται να πάρουν τη θέση τους.
Και το βάρος δεν είναι αμελητέο. Το 96,43% των οφειλών ξεπερνά τα 10.000 ευρώ, ποσό που για έναν άνθρωπο του μεροκάματου ή για ένα νοικοκυριό που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις καθημερινές του ανάγκες κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι.
H αγορά έχει «στεγνώσει» αλλά ο Μητσοτάκης συνεχίζει ακάθεκτος τη φοροεπιδρομή: Κατά 10 δισεκατομμύρια ευρώ αυξήθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των Ελλήνων στην Εφορία μέσα σε μόλις ένα χρόνο!
Στον αντίποδα, το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού χρέους βρίσκεται συγκεντρωμένο στις πολύ μεγάλες οφειλές. Για χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνεται το 74,36% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, ενώ η συγκεκριμένη κατηγορία αφορά μόλις το 0,26% των οφειλετών.
Αντίθετα, το 89,77% των οφειλετών χρωστά έως 10.000 ευρώ και όλοι μαζί αντιπροσωπεύουν μόλις το 3,57% του συνολικού χρέους.
Η κατανομή αυτή φωτίζει μια κρίσιμη πτυχή του προβλήματος: το μεγαλύτερο μέρος του ληξιπρόθεσμου χρέους δεν βρίσκεται στις μικρές οφειλές, αλλά στις πολύ μεγάλες.
Το βάρος στις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις έχουν συσσωρεύσει χρέη ύψους 66,12 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 60,24% του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους.
Τα φυσικά πρόσωπα, από την άλλη πλευρά, οφείλουν 43,65 δισ. ευρώ, δηλαδή το 39,76%.
Η εικόνα των ρυθμίσεων είναι εξίσου αποκαλυπτική. Σε ρύθμιση βρίσκεται μόλις το 5,31 δισ. ευρώ. Το υψηλότερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών, 18,44%, καταγράφεται στην κατηγορία των χρεών από 10.001 έως 100.000 ευρώ.
Τα φυσικά πρόσωπα εμφανίζονται να ρυθμίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις μικρότερες οφειλές, από 500 έως 10.000 ευρώ. Τα νομικά πρόσωπα, αντίθετα, εμφανίζουν υψηλότερη συμμετοχή στις ρυθμίσεις για χρέη από 10.001 έως 100.000 ευρώ, με ποσοστό 25,70%.
Όσο όμως απομακρυνόμαστε από αυτές τις κατηγορίες, η εικόνα επιδεινώνεται. Για τα φυσικά πρόσωπα, τόσο στις οφειλές κάτω των 500 ευρώ όσο και σε εκείνες άνω των 50.000 ευρώ, η ένταξη σε ρύθμιση μειώνεται. Για τις εταιρείες, αντίστοιχη υποχώρηση καταγράφεται στις οφειλές άνω των 300.000 ευρώ.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα ολόκληρου του προβλήματος: το χρέος διογκώνεται ακριβώς εκεί όπου δεν καταφέρνει να ρυθμιστεί.
Παράλληλα, σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού χρέους έχει ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης. Πρόκειται για ποσά που έχουν ουσιαστικά αποκοπεί από την προσδοκία άμεσης είσπραξης, την ώρα που η νέα γενιά ληξιπρόθεσμων οφειλών συνεχίζει να προστίθεται.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το ύψος των χρεών. Αφορά και τη λειτουργία του ίδιου του φορολογικού συστήματος.
Σίγουρα δεν είναι λειτουργικό και δίκαιο ένα φορολογικό σύστημα το οποίο δημιουργεί συνεχώς κάθε μέρα νέους οικονομικούς «σκλάβους» που δεν θα έχουν ποτέ την δυνατότητα να αποπληρώσουν τα χρέη τους.
Ένα σύστημα το οποίο εμποδίζει την πραγματική ανάπτυξη και διαιωνίζει το μοντέλο του τουρισμού και της κατανάλωσης για να κλείνουν οι κρατικές «τρύπες».
Γιατί όταν τα χρέη αυξάνονται ταχύτερα από τη δυνατότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων να τα εξυπηρετήσουν, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς λογιστικό. Μετατρέπεται σε καθημερινή πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους, σε μια διαρκή προσπάθεια να καλυφθούν υποχρεώσεις που συσσωρεύονται, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει περιορισμένο.
Και όσο η αγορά δυσκολεύεται να ανασάνει, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος ένας φαύλος κύκλος να παγιωθεί: λιγότερη κατανάλωση, ασθενέστερος τζίρος, μεγαλύτερη αδυναμία πληρωμών και, τελικά, νέα ληξιπρόθεσμα χρέη.
Έτσι, πίσω από τα 109,77 δισ. ευρώ δεν υπάρχουν απλώς αριθμοί σε έναν κρατικό πίνακα. Υπάρχει η εικόνα μιας οικονομίας όπου το ιδιωτικό χρέος προς το Δημόσιο εξακολουθεί να διογκώνεται και όπου ένα σημαντικό μέρος των οφειλετών δυσκολεύεται να βρει τον δρόμο επιστροφής στην κανονικότητα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα