Με μια πρωτοφανή διπλωματική αστοχία, η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου κατόρθωσε να προσφέρει επιχειρήματα στην τουρκική πλευρά, τη στιγμή που η Άγκυρα εντείνει τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις και αμφισβητεί ευθέως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.
Αδιανόητη γκάφα από την υφυπουργό Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου: «Δεν μιλάμε για έναν βράχο στο Αιγαίο ή ένα μικρό νησί. Μιλάμε για την Κρήτη, την οποία το τουρκολιβυκό μνημόνιο αντιμετωπίζει σαν να μην υπάρχει!»- Αντί να ξεκόψει οποιαδήποτε συζήτηση για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, η Ελληνίδα υφυπουργός Εξωτερικών «εκλογίκευσε» τις παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο!- Μήπως η κυβέρνηση Μητσοτάκη «κλείνει το μάτι» στον Ερντογάν για όσα μπορούν να μπουν στο…«τραπέζι του διαλόγου»;
Αντί η Αθήνα να εκπέμπει ένα απολύτως σαφές και αδιαπραγμάτευτο μήνυμα υπεράσπισης των εθνικών θέσεων, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών εμφανίζεται να υποπίπτει σε λεκτικά ολισθήματα που μπορούν να αξιοποιηθούν από την τουρκική διπλωματία.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρθε από το Λονδίνο. Κατά την ομιλία της στο London School of Economics (LSE), η κυρία Παπαδοπούλου έκανε ένα ανέλπιστο «δώρο» στην Άγκυρα, διατυπώνοντας μια θέση που προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τη διπλωματική προετοιμασία και την πολιτική αντίληψη που διέπει τη διαχείριση κρίσιμων εθνικών ζητημάτων.
Στην προσπάθειά της να αναδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του τουρκολιβυκού μνημονίου και την αυθαίρετη αγνόηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, η υφυπουργός επέλεξε μια εξαιρετικά ατυχή σύγκριση, η οποία αντί να ενισχύσει τα ελληνικά επιχειρήματα, δημιουργεί επικίνδυνους συνειρμούς. Αναφερόμενη στο γεγονός ότι το μνημόνιο παραγνωρίζει την ελληνική κυριαρχία, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν μιλάμε για έναν βράχο στο Αιγαίο ή ένα μικρό νησί. Μιλάμε για την Κρήτη, ένα μεγάλο νησί, το οποίο το μνημόνιο αντιμετωπίζει σαν να μην υπάρχει».
Η συγκεκριμένη αποστροφή δεν αποτελεί απλώς μια ατυχή λεκτική επιλογή. Συνιστά μια διατύπωση με δυνητικά σοβαρές πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες, καθώς εισάγει έναν αδικαιολόγητο διαχωρισμό ανάμεσα στα μεγάλα νησιά και στα μικρότερα νησιωτικά εδάφη της χώρας. Με άλλα λόγια, εκεί όπου η ελληνική διπλωματία οφείλει να προβάλλει με απόλυτη συνέπεια την ενιαία νομική θέση της χώρας, η υφυπουργός αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες, τις οποίες η τουρκική πλευρά ασφαλώς δεν θα αφήσει ανεκμετάλλευτες.
Ένα επιχείρημα στα χέρια της Άγκυρας
Η Τουρκία υποστηρίζει διαχρονικά, κατά παράβαση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, ότι τα νησιά, ιδίως τα μικρότερα και οι βραχονησίδες, δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) ή, τουλάχιστον, ότι δεν μπορούν να παράγουν τα ίδια θαλάσσια αποτελέσματα με τις ηπειρωτικές ακτές. Πρόκειται για μια πάγια αναθεωρητική θέση, την οποία η ελληνική πλευρά οφείλει να αντικρούει με σαφήνεια, επιμονή και χωρίς την παραμικρή αμφισημία.
Αντί, λοιπόν, να υπογραμμίζεται σε κάθε διεθνές βήμα ότι όλα τα ελληνικά νησιά, ανεξαρτήτως έκτασης ή πληθυσμού, διαθέτουν τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο, η κυρία Παπαδοπούλου επέλεξε να αντιπαραβάλει την Κρήτη με έναν «βράχο στο Αιγαίο» ή ένα μικρό νησί. Μια σύγκριση που δεν ήταν αναγκαία για την αποδόμηση του τουρκολιβυκού μνημονίου και, κυρίως, δεν εξυπηρετεί την πάγια ελληνική επιχειρηματολογία.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στη συγκεκριμένη φράση, αλλά και στο πολιτικό μήνυμα που αυτή μπορεί να εκπέμψει. Όταν εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης εμφανίζεται να διαφοροποιεί, έστω και ρητορικά, τη βαρύτητα των νησιών ανάλογα με το μέγεθός τους, δημιουργεί ένα περιττό πεδίο αμφισβήτησης. Και σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα αναζητεί διαρκώς αφορμές για να προωθήσει τις παράνομες διεκδικήσεις της, τέτοιου είδους διατυπώσεις δεν είναι απλώς ατυχείς. Είναι διπλωματικά επικίνδυνες.
Η ελληνική διπλωματία δεν έχει την πολυτέλεια να προσφέρει στην Τουρκία επιχειρήματα που δεν χρειάζεται καν να επινοήσει η ίδια. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να εμφανίζεται να αποδυναμώνει τη νομική βάση των ελληνικών θέσεων, την ώρα που η άλλη πλευρά επιχειρεί συστηματικά να επιβάλει τετελεσμένα και να μετατρέψει τις μονομερείς αξιώσεις της σε δήθεν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Το αφήγημα του διαλόγου απέναντι στην πραγματικότητα των τουρκικών διεκδικήσεων
Πέρα από το συγκεκριμένο διπλωματικό ατόπημα, ιδιαίτερα προβληματική είναι και η επιμονή της Αθήνας να επενδύει πολιτικά στο αφήγημα του «διαλόγου» και της «συνεργασίας» με την Τουρκία, σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη διακρατική διαφωνία και όχι για μια διαρκή αντιπαράθεση που αγγίζει τον πυρήνα των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η κυρία Παπαδοπούλου έσπευσε να διευκρινίσει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποδεχθεί αμφισβητήσεις των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Ωστόσο, οι διακηρύξεις αυτές δοκιμάζονται καθημερινά από την πραγματικότητα. Πώς μπορεί να οικοδομηθεί ένας ουσιαστικός και καλόπιστος διάλογος με μια χώρα που διατηρεί ενεργές τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις, αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ως εργαλεία πίεσης το casus belli και τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας»;
Η διπλωματία ασφαλώς προϋποθέτει επικοινωνία, επαφές και διαύλους συνεννόησης. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, ούτε να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι η αποκλιμάκωση της έντασης ισοδυναμεί με εγκατάλειψη των τουρκικών διεκδικήσεων. Η Αθήνα οφείλει να αξιολογεί τις προθέσεις της Άγκυρας με βάση τις πράξεις και όχι τις διακηρύξεις της, διατηρώντας αδιαπραγμάτευτες τις εθνικές θέσεις.
Οι δηλώσεις στο LSE επαναφέρουν, έτσι, το ζήτημα της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζονται κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, κάθε λέξη έχει τη δική της βαρύτητα και κάθε δημόσια τοποθέτηση μπορεί να αποκτήσει διπλωματική διάσταση. Όταν, μάλιστα, προέρχεται από πρόσωπο που εκπροσωπεί θεσμικά τη χώρα, δεν υπάρχουν περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς, λεκτικές ακροβασίες και πρόχειρες διατυπώσεις. Η εξωτερική πολιτική δεν προσφέρεται για μπακαλίστικες προσεγγίσεις, ιδίως όταν διακυβεύονται εθνικά συμφέροντα.
Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου: Μεγάλα λόγια, χωρίς σαφείς δεσμεύσεις από τον Γεραπετρίτη
Την ίδια στιγμή, σε ένα ακόμη κρίσιμο μέτωπο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ο Γιώργος Γεραπετρίτης επέλεξε να κινηθεί στη σφαίρα των γενικόλογων διαβεβαιώσεων και των επικοινωνιακών διακηρύξεων, αποφεύγοντας να αναλάβει συγκεκριμένες και μετρήσιμες δεσμεύσεις για την προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Με φόντο τις προκλητικές τουρκικές αξιώσεις και τις συνεχιζόμενες αντιδράσεις της Άγκυρας, ο υπουργός Εξωτερικών εμφανίστηκε στη Βουλή με ιδιαίτερα πανηγυρικούς τόνους, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει ένα σαφές και θεσμικά κατοχυρωμένο χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση του έργου. Το χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις και στα πραγματικά δεδομένα παραμένει, ενώ τα κρίσιμα ερωτήματα για την πόντιση του καλωδίου εξακολουθούν να βρίσκονται αναπάντητα.
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη. Λίγες ημέρες μετά τις εξελίξεις γύρω από το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και ενώ αναμενόταν η έκδοση της σχετικής NAVTEX για τις εργασίες πόντισης του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, η κυβέρνηση όφειλε να παρουσιάσει ένα απολύτως συγκεκριμένο σχέδιο. Αντί γι’ αυτό, ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας περιορίστηκε σε διαβεβαιώσεις περί κανονικής εξέλιξης του έργου, χωρίς να αποσαφηνίσει με ποιον τρόπο θα αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες τουρκικές παρεμβάσεις.
Παρά την πολύωρη ενημέρωση της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, ο υπουργός δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις στα ουσιώδη ζητήματα. Περιορίστηκε να διαμηνύσει ότι, σε περίπτωση αντίδρασης της Άγκυρας, η Ελλάδα θα απαντήσει επί του πεδίου, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτά τα ερωτήματα για το περιεχόμενο και την έκταση αυτής της αντίδρασης.
Αδιανόητη γκάφα από την υφυπουργό Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου: «Δεν μιλάμε για έναν βράχο στο Αιγαίο ή ένα μικρό νησί. Μιλάμε για την Κρήτη, την οποία το τουρκολιβυκό μνημόνιο αντιμετωπίζει σαν να μην υπάρχει!»- Αντί να ξεκόψει οποιαδήποτε συζήτηση για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, η Ελληνίδα υφυπουργός Εξωτερικών «εκλογίκευσε» τις παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο!- Μήπως η κυβέρνηση Μητσοτάκη «κλείνει το μάτι» στον Ερντογάν για όσα μπορούν να μπουν στο…«τραπέζι του διαλόγου»;
Σύμφωνα με πληροφορίες από την κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση, ο Γιώργος Γεραπετρίτης δέχθηκε ερωτήσεις από βουλευτές της αντιπολίτευσης σχετικά με την πορεία της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Η απάντησή του κινήθηκε σε γενικόλογο πλαίσιο, με τον υπουργό να διαβεβαιώνει ότι το έργο θα προχωρήσει κανονικά και ότι μέσα στις επόμενες ημέρες θα δοθεί η σχετική έγκριση.
Μάλιστα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο υπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου και ότι, εφόσον η Τουρκία επιχειρήσει να δημιουργήσει εμπόδια στις εργασίες πόντισης του καλωδίου, η χώρα μας θα προχωρήσει στις αναγκαίες επιχειρησιακές παρεμβάσεις. Ωστόσο, πίσω από τη διαβεβαίωση αυτή παραμένει το κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι ο συγκεκριμένος σχεδιασμός της Αθήνας και ποιες ακριβώς ενέργειες είναι διατεθειμένη να αναλάβει, εάν η Άγκυρα επιχειρήσει να παρεμποδίσει την υλοποίηση του έργου;
Η γαλλική παράμετρος και τα αναπάντητα ερωτήματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση του υπουργού απέναντι στο ενδεχόμενο εμπλοκής της Γαλλίας. Όταν τέθηκε το ερώτημα για το πώς θα αντιδράσει το Παρίσι και τι θα συμβεί εάν ζητηθεί άδεια από την Τουρκία για τις σχετικές εργασίες, ο Γιώργος Γεραπετρίτης δεν έδωσε σαφή απάντηση. Αντίθετα, περιορίστηκε στην εκτίμηση ότι η γαλλική παρουσία θα λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις.
Το μήνυμα που επιχείρησε να περάσει στους βουλευτές ήταν ότι η Άγκυρα τελικά δεν θα προχωρήσει σε αντίδραση που θα εμποδίσει την υλοποίηση του έργου, καθώς θα συνυπολογίσει και τη γαλλική εμπλοκή. Πρόκειται, ωστόσο, για μια εκτίμηση που δεν υποκαθιστά τον επιχειρησιακό σχεδιασμό ούτε απαντά στο ερώτημα τι θα πράξει η Ελλάδα εάν οι τουρκικές απειλές περάσουν από το επίπεδο των δηλώσεων σε συγκεκριμένες ενέργειες.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου δεν αποτελεί ένα απλό τεχνικό έργο υποδομής. Έχει σαφή γεωπολιτική και στρατηγική διάσταση, συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια και την περιφερειακή συνεργασία και, κυρίως, δοκιμάζει στην πράξη την αποφασιστικότητα της Αθήνας να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της στην ανατολική Μεσόγειο. Γι’ αυτό και οι γενικές διαβεβαιώσεις δεν αρκούν. Απαιτούνται συγκεκριμένες αποφάσεις, σαφές χρονοδιάγραμμα και ξεκάθαρη πολιτική βούληση.
«Πολύ καλύτερες» οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 2023;
Αίσθηση προκάλεσε, παράλληλα, και η εκτίμηση του Γιώργου Γεραπετρίτη για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο υπουργός υποστήριξε ότι σήμερα βρίσκονται σε «πολύ καλύτερο» σημείο σε σύγκριση με το 2023, μια αποτίμηση που δύσκολα συμβαδίζει με την εικόνα των τουρκικών διεκδικήσεων και τη συνεχιζόμενη αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το επιχείρημά του ήταν ότι οι τουρκικές αξιώσεις δεν είναι καινούργιες και ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα το ισχυρότερο διπλωματικό κεφάλαιο των τελευταίων ετών. Μια προσέγγιση που, ωστόσο, δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: πώς μπορεί να αξιολογείται θετικά η πορεία των διμερών σχέσεων όταν οι θεμελιώδεις διαφορές παραμένουν άλυτες και η τουρκική αναθεωρητική πολιτική εξακολουθεί να αποτελεί σταθερό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας;
Η επίκληση του διπλωματικού κεφαλαίου της χώρας δεν αρκεί από μόνη της. Η ισχύς μιας εξωτερικής πολιτικής κρίνεται από τη δυνατότητά της να μετατρέπει τα διπλωματικά ερείσματα σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, να αποτρέπει τετελεσμένα και να διασφαλίζει στην πράξη τα εθνικά συμφέροντα. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει μια επικοινωνιακή κατασκευή, αποκομμένη από τις πραγματικές εξελίξεις.
Τέλος, αναφερόμενος στην υποψηφιότητα του Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, ο Γιώργος Γεραπετρίτης ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να τη στηρίξει. Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η υποψηφιότητα δεν θα καταφέρει τελικά να προχωρήσει, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει συγκεκριμένα δεδομένα που να τεκμηριώνουν αυτή την πρόβλεψη.
Η ουσία πίσω από τις διακηρύξεις
Το κοινό νήμα που διατρέχει τις δύο αυτές υποθέσεις είναι η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και στην ουσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, διατυπώσεις που μπορούν να δημιουργήσουν επικίνδυνες παρερμηνείες για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Από την άλλη, διαβεβαιώσεις για μεγάλα στρατηγικά έργα, χωρίς σαφείς δεσμεύσεις και συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης των τουρκικών αντιδράσεων.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επιμένει στη στρατηγική των αναθεωρητικών διεκδικήσεων, η Αθήνα δεν μπορεί να αρκείται σε επικοινωνιακούς χειρισμούς και αισιόδοξες εκτιμήσεις. Χρειάζεται συνέπεια λόγων και έργων, σαφήνεια στις εθνικές θέσεις και αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Γιατί στη διπλωματία, όπως και στη γεωπολιτική, τα κενά δεν μένουν ποτέ ανεκμετάλλευτα. Και όταν η ελληνική πλευρά αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης ή εμφανίζεται να επενδύει σε διαβεβαιώσεις χωρίς αντίκρισμα, είναι η Άγκυρα εκείνη που μπορεί να αξιοποιήσει πρώτη το όποιο πλεονέκτημα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα