Άγγελος Γιαννακόπουλος: «Θα πάρεις τα χρήματα και θα φύγεις θες δεν θες!»-Πώς ο «βασιλιάς του στριπτίζ» βρέθηκε να κάνει χρυσές δουλειές με τo «Χωριάτικο»- Η Greek Mafia, η κόντρα με τον Έντικ και το συμβόλαιο θανάτου

Ένας επιχειρηματίας που επέλεγε συστηματικά να κινείται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποφεύγοντας τις φωτογραφίες, τις δημόσιες εμφανίσεις και κάθε περιττή προβολή.

Άγγελος Γιαννακόπουλος: «Θα πάρεις τα χρήματα και θα φύγεις θες δεν θες!»-Πώς ο «βασιλιάς του στριπτίζ» βρέθηκε να κάνει χρυσές δουλειές με τo «Χωριάτικο»- Η Greek Mafia, η κόντρα με τον Έντικ και το συμβόλαιο θανάτου

Ο Άγγελος Γιαννακόπουλος υπήρξε για χρόνια μια σχεδόν αθέατη παρουσία στον επιχειρηματικό κόσμο, ένας άνθρωπος που προτιμούσε να βρίσκεται πίσω από τις επιχειρήσεις στις οποίες συμμετείχε και όχι μπροστά από αυτές, αφήνοντας άλλους να εμφανίζονται ως τα πρόσωπα των επενδυτικών του εγχειρημάτων.

Η ευρύτερη δημοσιότητα ήρθε το 2007, όταν συνελήφθη και βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορίες ως φερόμενος εγκέφαλος του μεγαλύτερου κυκλώματος σωματεμπορίας που είχε αποκαλυφθεί τότε στην Ελλάδα. Ήταν η πρώτη φορά που το όνομά του βγήκε δυναμικά από τη σκιά, αποκαλύπτοντας μια διαφορετική πτυχή της επαγγελματικής και προσωπικής του διαδρομής.

Ο βίος και η πολιτεία του, ωστόσο, περιλαμβάνουν πολλά κεφάλαια, ορισμένα από αυτά με σκοτεινές προεκτάσεις, από τις οποίες κατάφερε να βγει αλώβητος, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, παρά τις κατά καιρούς αποκαλύψεις, τις δικαστικές περιπέτειες και όσα γράφτηκαν ή ακούστηκαν γύρω από το πρόσωπό του. Για χρόνια, άλλωστε, τον συνόδευε το προσωνύμιο του «βασιλιά του στριπτίζ».

Ένας χαρακτηρισμός που απέκτησε την περίοδο κατά την οποία φερόταν να ελέγχει δεκάδες νυχτερινά κέντρα στην Αθήνα, παραμένοντας ο ίδιος σχεδόν αόρατος. Αργότερα, η επιχειρηματική του δραστηριότητα μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Μύκονο, όπου, χωρίς να επιδιώκει να φαίνεται, φέρεται να επένδυε σημαντικά κεφάλαια σε εξαγορές και νέα εγχειρήματα, επιλέγοντας συχνά τις συναλλαγές με μετρητά.

Η πρόσφατη σύλληψή του, την Κυριακή, μαζί με όσα αποκαλύπτονται για ένα εκτεταμένο πλέγμα εκατοντάδων εταιρειών και ΑΦΜ, επαναφέρει στο προσκήνιο αυτή την αινιγματική φυσιογνωμία του επιχειρείν.

Παράλληλα, φωτίζει μια άλλη, πολύ πιο επικίνδυνη πλευρά της δραστηριότητάς του, καθώς, σύμφωνα με τη δικογραφία για την εγκληματική οργάνωση των «τσιγαράδων» του Έντικ, ο επιχειρηματίας φέρεται να βρέθηκε στο στόχαστρο της ομάδας εξαιτίας μιας σκληρής επιχειρηματικής αντιπαράθεσης στη Μύκονο, με την υπόθεση να περιλαμβάνει ακόμη και αναφορές σε συμβόλαιο θανάτου.

Η αινιγματική περσόνα και ο «βασιλιάς του στριπτίζ»

Όσοι γνωρίζουν τον Άγγελο Γιαννακόπουλο περιγράφουν έναν άνθρωπο εξαιρετικά κλειστό, μεθοδικό και απρόθυμο να εκτεθεί δημόσια. Μέχρι πρότινος, μάλιστα, παρουσιαζόταν ως ο αφανής ιδιοκτήτης της αλυσίδας φούρνων «Χωριάτικο», αν και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σε κάποια χρονική στιγμή φέρεται να είχε μεταβιβάσει τον τίτλο στη μητέρα του.

Το όνομά του συνδέθηκε αρχικά με τη νυχτερινή ζωή της Αθήνας, στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν φερόταν να έχει υπό τον έλεγχό του δεκάδες στριπτιζάδικα. Έτσι απέκτησε τα προσωνύμια «βασιλιάς του στριπτίζ» και «Φούρναρης της Συγγρού», με το δεύτερο να παραπέμπει στην επιχειρηματική του δραστηριότητα στον χώρο των αρτοποιείων.

Η δικαστική του περιπέτεια είχε δύο βασικούς σταθμούς, με συλλήψεις το 2007 και το 2010. Αρχικά καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε κάθειρξη δέκα ετών για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και σωματεμπορία, ωστόσο η εξέλιξη της υπόθεσης ήταν διαφορετική στη συνέχεια.

Όπως είχε υποστηρίξει τότε ενώπιον του δικαστηρίου, η εμπλοκή του με τα συγκεκριμένα νυχτερινά κέντρα είχε προσωπικό υπόβαθρο. Είχε ερωτευτεί μια χορεύτρια από τη Ρουμανία και, όπως είχε πει, για χάρη της δημιούργησε επιχειρήσεις με ονόματα όπως «Moulin Bleu» και «Grand Rittorno».

Αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, καταβάλλοντας εγγύηση 200.000 ευρώ, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες που αφορούσαν τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η δικαστική αυτή περιπέτεια δεν φαίνεται, πάντως, να ανέκοψε την επιχειρηματική του πορεία. Αντίθετα, τα επόμενα χρόνια διεύρυνε τις δραστηριότητές του, με ιδιαίτερη έμφαση στον χώρο της εστίασης και σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως η Ρόδος και κυρίως η Μύκονος.

Η στάση του απέναντι στη δημοσιότητα παρέμεινε αμετάβλητη. Παρά την αυξανόμενη επιχειρηματική του παρουσία, εξακολουθούσε να αποφεύγει τις δημόσιες σχέσεις και να λειτουργεί ως χρηματοδότης ή αφανής συνεταίρος, αφήνοντας σε άλλους τον ρόλο της δημόσιας εκπροσώπησης.

Μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτής της πρακτικής ήταν η συνεργασία του με τον Ντένη Παπαγεωργίου, γόνο της επιχειρηματικής οικογένειας που αντιπροσώπευε τη Sanyo στην Ελλάδα, με κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα στη Μύκονο.

Στην ίδια ιστορία βρέθηκε και η Λίντσεϊ Λόχαν. Η σταρ του Χόλιγουντ γνώρισε τον Ντένη Παπαγεωργίου όταν διοργάνωσε το πάρτι γενεθλίων της στο «Rakkan Mykonos». Οι δυο τους εμφανίζονταν έκτοτε ιδιαίτερα κοντά, κάνοντας σχέδια τόσο για την προσωπική τους σχέση όσο και για κοινές επιχειρηματικές κινήσεις, με φιλοδοξίες που ξεκινούσαν από τη Μύκονο και έφταναν μέχρι τη Νέα Υόρκη.

Η συνεργασία, ωστόσο, δεν είχε την αναμενόμενη κατάληξη. Αντί για την επιχειρηματική επέκταση που αρχικά σχεδιαζόταν, οι εμπλεκόμενοι οδηγήθηκαν σε μια επεισοδιακή δικαστική αντιπαράθεση, με αφορμή τη συμμετοχή τους στο νυχτερινό κέντρο «Lohan» στην Ιερά Οδό.

Η σπάνια δημόσια εμφάνιση του Γιαννακόπουλου στο πλευρό της Λόχαν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα της διακριτικότητας που ακολουθούσε. Ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που δέχθηκε να φωτογραφηθεί, εμφανιζόμενος σχετικά χαμογελαστός δίπλα στη διάσημη ηθοποιό, σε φωτογραφία από τα εγκαίνια του Lohan Club, την οποία εκείνη ανάρτησε στο Instagram το 2016, συνοδεύοντάς την με ένα ευχαριστήριο «thank you».

Η ανάρτηση συνδεόταν με τη συνεισφορά του Γιαννακόπουλου στο εγχείρημα, μαζί με τον τότε Έλληνα σύντροφο και φίλο της ηθοποιού, Ντένη Παπαγεωργίου, για τη δημιουργία του κλαμπ που έφερε το όνομά της στην Ιερά Οδό.

Η επιχειρηματική παρουσία του Γιαννακόπουλου στη Μύκονο, πάντως, είχε ήδη αρχίσει να γίνεται κοινό μυστικό στο νησί. Όταν ο Παπαγεωργίου αποφάσισε το 2015 να μεταφέρει το Rakkan από την Κηφισιά στο Καλό Λιβάδι, πραγματοποιώντας μια ιδιαίτερα δαπανηρή επένδυση, η πληροφορία για την ταυτότητα του αφανή συνεταίρου του διαδόθηκε γρήγορα.

«Ο Ντένης μπορεί να φαίνεται, αλλά πίσω του έχει τον Γιαννακόπουλο με τους φούρνους» σχολίαζαν στο νησί, αποδίδοντας στον τελευταίο τον ρόλο του ανθρώπου που χρηματοδοτούσε και στήριζε επιχειρηματικά εγχειρήματα χωρίς να εμφανίζεται στο προσκήνιο. Αντίστοιχες αναφορές υπήρχαν και για το «Monarch», το οποίο προηγήθηκε του Rakkan στην ίδια παραλία.

Η επιχειρηματική επέκταση και ο πόλεμος για τη Spilia

Με την πάροδο των χρόνων, ο Άγγελος Γιαννακόπουλος φέρεται να απέκτησε σημαντική παρουσία στη Μύκονο, διευρύνοντας το χαρτοφυλάκιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Εστιατόρια, νυχτερινά κέντρα, επιχειρήσεις στον Γυαλό, καταστήματα και παραλιακά σημεία συνθέτουν ένα εκτεταμένο πλέγμα επενδύσεων, στο οποίο ξεχωρίζει η περίφημη Spilia.

Η απόκτηση του γνωστού εστιατορίου, ωστόσο, δεν ήταν μια απλή επιχειρηματική συναλλαγή. Αντιθέτως, αποτέλεσε την αφετηρία μιας ιδιαίτερα σκληρής αντιπαράθεσης με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, Ν.Χ., η οποία, σύμφωνα με όσα περιγράφονται στη δικογραφία, έλαβε διαστάσεις πολύ πέρα από μια συνηθισμένη εμπορική διαφωνία.

Η διαμάχη για τη διαχείριση και τη λειτουργία του εστιατορίου στον Καλαφάτη έφερε το όνομα του Γιαννακόπουλου στην ογκώδη δικογραφία για την εγκληματική οργάνωση του Έντικ, γνωστού και ως «Η Φωνή», ο οποίος φέρεται να συντόνιζε τη δράση της ομάδας από το Ντουμπάι.

Στις σελίδες της δικογραφίας αποτυπώνεται η δομή και ο τρόπος λειτουργίας της οργάνωσης, με τις αρχές να περιγράφουν ένα δίκτυο που φέρεται να είχε τη δυνατότητα να αναπτύσσει παράνομη δράση σε ολόκληρη τη χώρα, παρά το γεγονός ότι ο φερόμενος ως αρχηγός του βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι «η εγκληματική οργάνωση υπό την ηγεσία του Έντικ εκτελούσε τις παράνομες δραστηριότητές της, σε όλη την Ελλάδα με τον ίδιο να διευθύνει και να συντονίζει τις ενέργειες της Οργάνωσης από το Ντουμπάι. Παρά την απόσταση διατηρούσε πλήρη έλεγχο και κατεύθυνση της εγκληματικής δράσης δίνοντας συγκεκριμένες εντολές για την εκτέλεση σοβαρών εγκλημάτων όπως το λαθρεμπόριο καπνικών προϊόντων, εκβιάσεις, ανθρωποκτονίες και άλλες βίαιες επιθέσεις».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της 80σέλιδης δικογραφίας, ένα μέλος της οργάνωσης φέρεται να προσέγγισε τον Άγγελο Γιαννακόπουλο, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τον συνεταίρο του Ν.Χ. για τη διαχείριση και τη λειτουργία της επιχείρησης στον Καλαφάτη. Το ραντεβού πραγματοποιήθηκε σε κατάστημα επί της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας.

Η περιγραφή των γεγονότων στα δικαστικά έγγραφα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, καθώς συνδέει ευθέως την επιχειρηματική αντιδικία με καταγγελίες για απειλές και απόπειρες εκφοβισμού.

Άγγελος Γιαννακόπουλος: «Θα πάρεις τα χρήματα και θα φύγεις θες δεν θες!»-Πώς ο «βασιλιάς του στριπτίζ» βρέθηκε να κάνει χρυσές δουλειές με τo «Χωριάτικο»- Η Greek Mafia, η κόντρα με τον Έντικ και το συμβόλαιο θανάτου

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Ο Ν.Χ. προκειμένου να υπερτερήσει αθέμιτα στην ανωτέρω διαμάχη έναντι του Άγγελου Γιαννακόπουλου και να τον εξαναγκάσει να αποχωρήσει απο την ιδιοκτησία του εστιατορίου εξαγοράζοντας το ποσοστό ιδιοκτησίας του, ανέθεσε στον Έντικ να απειλήσει τόσο τον ίδιο όσο και στενό συνεργάτη του. Παράλληλα άγνωστα άτομα κατόπιν εντολής του Έντικ καθημερινά εμφανίζονταν στο κατάστημα και απειλούσαν υπαλλήλους…».

Στη συνέχεια της ίδιας περιγραφής γίνεται αναφορά και σε προηγούμενες επαφές του Ν.Χ. με πρόσωπα που, σύμφωνα με τις αρχές, είχαν απασχολήσει επανειλημμένα τη Δικαιοσύνη για υποθέσεις εγκληματικής δράσης.

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι «προτού ο Ν.Χ. απευθυνθεί γι’ αυτό τον σκοπό στον Έντικ είχε απευθυνθεί για τον ίδιο σκοπό και στους Βλαστό Παναγιώτη και Μοσχούρη Γεώργιο, άτομα που επανειλημμένως έχουν κατηγορηθεί κατά το παρελθόν ως αρχηγοί εγκληματικών οργανώσεων».

Το κλίμα που περιγράφεται στη δικογραφία ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Σε συνομιλία του με τον Γιαννακόπουλο, μέλος της οργάνωσης των «τσιγαράδων» φέρεται να του εξήγησε ότι οι άνθρωποι που αναζητούσε είχαν λάβει αυξημένα μέτρα προστασίας, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Αυτοί προσέχουνε πάρα πολύ. Δεν μπορεί να τους βρει κανένας…Είναι φαντάσματα».

Η συνάντηση στη Μύκονο και οι αποκαλυπτικοί διάλογοι

Η αντιπαράθεση για τη Spilia δεν περιορίστηκε σε εξώδικα, δικαστικές κινήσεις και διαφωνίες για την επιχειρηματική διαχείριση. Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της υπόθεσης συναντήθηκαν στις 31 Αυγούστου 2024, σε κάβα που βρίσκεται στην επαρχιακή οδό Μυκόνου-Άνω Μεράς. Η συνομιλία τους καταγράφηκε νόμιμα με ειδικά τεχνικά μέσα ήχου, αποτελώντας στη συνέχεια ένα από τα σημαντικά στοιχεία της δικογραφίας.

Ο Ν.Χ. προσήλθε στο ραντεβού συνοδευόμενος από τον γιο του, Κ.Χ., και βρέθηκε απέναντι στον Γιαννακόπουλο, ο οποίος, σύμφωνα με την περιγραφή των αρχών, εμφανίστηκε ιδιαίτερα δυσαρεστημένος από όσα είχαν προηγηθεί.

Όπως καταγράφεται στα έγγραφα, «Εξέφρασε παράπονα σε βάρος τους για την συμπεριφορά τους απέναντι στον ίδιο και τους υπαλλήλους που είχε τοποθετήσει ο ίδιος στο εστιατόριο».

Από την πλευρά του, ο Ν.Χ. δεν άφησε αναπάντητα τα παράπονα, εκφράζοντας τη δική του δυσαρέσκεια για τη στάση του Γιαννακόπουλου και μιας υπαλλήλου του. Την κατηγόρησε, μεταξύ άλλων, ότι παρακρατούσε παράνομα χρήματα της επιχείρησης, αλλά και ότι επηρέαζε αρνητικά τη στάση του επιχειρηματία απέναντι στον ίδιο και την οικογένειά του.

Ωστόσο, το πλέον αποκαλυπτικό σημείο της συνομιλίας αφορούσε τις καταγγελίες για την εμπλοκή του Έντικ στην επιχειρηματική διαμάχη. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο Γιαννακόπουλος έθεσε ευθέως στον συνομιλητή του το ζήτημα της φερόμενης προσέγγισης του αρχηγού των «τσιγαράδων» από το Καζακστάν, υποστηρίζοντας ότι του είχε προσφερθεί ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για να τον εκφοβίσει, να του προκαλέσει βλάβη και, σε περίπτωση που δεν υποχωρούσε, να τον σκοτώσει.

Ειδικότερα, «ο Άγγελος Γιαννακόπουλος εξέφρασε παράπονα στον Ν.Χ. για την συμπεριφορά του να απευθυνθεί» στον Έντικ, «προσφέροντάς του αμοιβή 1.000.000 ευρώ για να τον απειλήσει και να του προκαλέσει βλάβη, ώστε αυτός να παραιτηθεί από τις αξιώσεις του από το εστιατόριο και να τον σκοτώσει σε περίπτωση άρνησής του».

Η αναφορά αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Ν.Χ., ο οποίος αρνήθηκε ότι είχε δώσει οποιαδήποτε τέτοια εντολή στον Έντικ. Δεν αρνήθηκε, ωστόσο, ότι είχε υπάρξει επικοινωνία μαζί του.

Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στη δικογραφία, «αρνήθηκε μια οποιαδήποτε τέτοια ανάθεση στον Έντικ παραδεχόμενος ωστόσο ότι είχε όντως πραγματοποιήσει επαφή» με τον αρχηγό της οργάνωσης.

Η επικοινωνία αυτή, όπως φέρεται να υποστήριξε, είχε γίνει «μέσω τρίτου ατόμου το οποίο δεν ονομάτισε αλλά το είχε κάνει φοβούμενος ο ίδιος αντίστοιχες ενέργειες από τον Α.Γ.» μετά από προηγούμενο περιστατικό συμπλοκής του τελευταίου με τον άλλο γιο του, Ε.Χ.

Η συνάντηση δεν οδήγησε σε κάποια ουσιαστική αποκλιμάκωση της αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία αποκαλύπτουν ότι ο Γιαννακόπουλος είχε ήδη απευθυνθεί αυτοβούλως στις αρχές από τον Ιούνιο του 2024, καταγγέλλοντας ότι δεχόταν απειλές από άγνωστο πρόσωπο, τις οποίες συνέδεε με την επαγγελματική και οικονομική διαφορά που είχε με τον Ν.Χ.

Η πρώτη καταγγελία φέρεται να αφορούσε τηλεφωνική επικοινωνία κατά την οποία του ζητήθηκε να εγκαταλείψει τις αξιώσεις του σχετικά με το εστιατόριο και να αποδεχθεί το χρηματικό ποσό που του προσφερόταν από τον συνεταίρο του, το οποίο, σύμφωνα με τη δικογραφία, ανερχόταν στα 20 εκατομμύρια ευρώ.

Η πίεση, όπως περιγράφεται στα έγγραφα, δεν περιορίστηκε σε μια απλή οικονομική πρόταση. Στις 19 Ιουνίου 2024, το ίδιο ή άλλο πρόσωπο φέρεται να επικοινώνησε εκ νέου με τον επιχειρηματία, απαιτώντας να αποσυρθεί από κάθε διεκδίκηση που αφορούσε την επιχείρηση.

Η διατύπωση που καταγράφεται στη δικογραφία αποτυπώνει με ωμό τρόπο το περιεχόμενο της απειλής:

«…θα πάρεις ότι χρήματα σου έχει προτείνει ο Ν.Χ. και θα φύγεις θες δεν θες. Ακόμη και αν νομίζεις ότι θα κερδίσεις δικαστικά την διοίκηση, δεν πρόκειται να σε αφήσουμε να δουλέψεις».

Παράλληλα, η κατάσταση φέρεται να είχε αποκτήσει και έντονα απειλητικά χαρακτηριστικά στον ίδιο τον χώρο της επιχείρησης. Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στα έγγραφα, υπάλληλοι του εστιατορίου ενημέρωσαν τον Γιαννακόπουλο ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εμφανίζονταν αρχικά τέσσερις και στη συνέχεια οκτώ άνδρες, ιδιαίτερα γυμνασμένοι και σωματώδεις, οι οποίοι αναζητούσαν τον ίδιο.

Τουλάχιστον δύο από αυτούς, σύμφωνα με τις καταγγελίες, έφεραν όπλα. Η παρουσία τους στο κατάστημα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις προς τους εργαζομένους για το πότε θα εμφανιζόταν ο επιχειρηματίας, με χαρακτηριστικές φράσεις όπως «Άντε, πότε θα έρθει ο Άγγελος;».

Ο Γιαννακόπουλος, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, δεν επισκέφθηκε τελικά το εστιατόριο εκείνο το διάστημα. Μια απόφαση που, εκ των υστέρων, ενδεχομένως αποδείχθηκε καθοριστική για την αποφυγή μιας ακόμη πιο επικίνδυνης εξέλιξης στην ήδη τεταμένη αντιπαράθεση.

Η υπόθεση της Μυκόνου, ωστόσο, δεν ήταν το τελευταίο κεφάλαιο στην περιπετειώδη επιχειρηματική διαδρομή του.

Από την υπόθεση της Μυκόνου στη σύλληψη για τα 120 εκατομμύρια ευρώ

Ενώ η δικαστική αντιπαράθεση για τη Spilia και οι καταγγελίες για απειλές παρέμεναν στο προσκήνιο, ο Άγγελος Γιαννακόπουλος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εντελώς διαφορετική, αλλά εξίσου μεγάλη υπόθεση.

Η σύλληψή του, μαζί με ακόμη 50 άτομα, αφορά μια εκτεταμένη υπόθεση φοροδιαφυγής, το ύψος της οποίας φέρεται να αγγίζει τα 120 εκατομμύρια ευρώ. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται περισσότερες από 534 εταιρείες και εκατοντάδες ΑΦΜ, στοιχεία που αποτυπώνουν το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του επιχειρηματικού δικτύου που εξετάζουν οι αρχές.

Πρόκειται για μια υπόθεση που επαναφέρει με ακόμη πιο έντονο τρόπο στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να λειτουργούσε επιχειρηματικά ο Γιαννακόπουλος όλα αυτά τα χρόνια: μέσα από ένα πολυδαίδαλο πλέγμα εταιρειών, με δραστηριότητες σε διαφορετικούς τομείς και πρόσωπα που συχνά εμφανίζονταν ως οι επίσημοι εκπρόσωποι των επιχειρηματικών εγχειρημάτων.

Ο ίδιος, σύμφωνα με την εικόνα που έχει διαμορφωθεί από τις μέχρι τώρα αποκαλύψεις, φέρεται να προτιμούσε να κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο, αποφεύγοντας συστηματικά να συνδέει τη δημόσια εικόνα του με τις επιχειρήσεις στις οποίες είχε συμμετοχή ή συμφέροντα.

Από τα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και τους φούρνους της Συγγρού μέχρι τα εστιατόρια, τα κλαμπ και τις παραλίες της Μυκόνου, η διαδρομή του χαρακτηρίζεται από διαρκείς επιχειρηματικές μετακινήσεις, συνεργασίες, αντιδικίες και υποθέσεις που κατά καιρούς βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημοσιότητας.

Ένας άνθρωπος που για χρόνια επέλεγε να μην εμφανίζεται, αλλά το όνομά του επανερχόταν διαρκώς σε ιστορίες με μεγάλα οικονομικά διακυβεύματα, σκληρές επιχειρηματικές συγκρούσεις και, πλέον, εξαιρετικά σοβαρές δικαστικές εξελίξεις.

Ο άλλοτε «αόρατος φούρναρης της Συγγρού» βρίσκεται σήμερα ξανά στο επίκεντρο, με τις αρχές να ερευνούν το πολυσύνθετο εταιρικό δίκτυο και τις δραστηριότητες που συνδέονται με το όνομά του. Και αυτή τη φορά, η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη Μύκονο και τον πόλεμο για ένα από τα πιο γνωστά εστιατόριά της, αλλά μια έρευνα τεράστιας οικονομικής έκτασης, με εκατοντάδες εταιρείες, δεκάδες εμπλεκομένους και ένα ποσό που προκαλεί ίλιγγο.

↑
Exit mobile version