Αίγυπτος: «Ώρα μηδέν» για την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά!-Οι Αιγύπτιοι εισαγγελείς εισηγούνται την απόρριψη των προσφυγών – Κινδυνεύει να χάσει ακόμη 10 ακίνητα

Τι αναφέρουν αιγυπτιακά δημοσιεύματα – Έως τις 24 Οκτωβρίου η οριστική απόφαση – Στον αέρα άλλα 28 ακίνητα βάσει της εισαγγελικής εισήγησης

Ο χρόνος πλέον μετρά αντίστροφα για την κρίσιμη απόφαση του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου σχετικά με την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, η οποία αναμένεται να εκδοθεί έως τις 24 Οκτωβρίου.

Αίγυπτος: «Ώρα μηδέν» για την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά!-Οι Αιγύπτιοι εισαγγελείς εισηγούνται την απόρριψη των προσφυγών – Κινδυνεύει να χάσει ακόμη 10 ακίνητα

Και ενώ οι αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, αλλά και οι εσωτερικές διαφωνίες στους κόλπους της Σιναϊτικής Αδελφότητας έχουν μέχρι σήμερα λειτουργήσει ανασταλτικά στην ολοκλήρωση μιας συμφωνίας μεταξύ της Μονής και του αιγυπτιακού κράτους, οι τελευταίες πληροφορίες από αιγυπτιακά μέσα ενημέρωσης δημιουργούν ένα ιδιαίτερα βαρύ κλίμα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, οι εισηγήσεις των δύο ανώτατων εισαγγελέων που χειρίζονται την υπόθεση ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου προδιαγράφουν μια εξέλιξη ιδιαίτερα δυσμενή για τη Μονή, καθώς προτείνεται η απόρριψη της δικής της αίτησης αναίρεσης, ενώ παράλληλα προτείνεται να γίνει εν μέρει δεκτή η αντίστοιχη προσφυγή του αιγυπτιακού Δημοσίου.

Την ίδια ώρα, η πληροφορία ότι δεν πρόκειται να δοθεί νέα παράταση στην ανακοίνωση της απόφασης έχει σημάνει συναγερμό. Η ημερομηνία της 24ης Οκτωβρίου αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς μέχρι τότε θα πρέπει να έχει κριθεί μια υπόθεση που εκκρεμεί εδώ και χρόνια και αφορά όχι μόνο την περιουσία της Μονής, αλλά και το καθεστώς χρήσης και κατοχής σειράς εκτάσεων με θρησκευτικό, ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

Στο μεταξύ, ο ηγούμενος Συμεών βρίσκεται στην Αθήνα για λόγους υγείας, ενώ κύκλοι που βρίσκονται κοντά στην Ιερά Μονή εμφανίζονται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, να επιχειρούν να επηρεάσουν την πορεία της διαπραγμάτευσης και την υπογραφή της Συμφωνίας.

Η επίτευξη της Συμφωνίας θα μπορούσε, πάντως, να αλλάξει πλήρως τα δεδομένα, καθώς προβλέπεται ότι οι αιγυπτιακές αρχές θα αποσύρουν την αίτηση αναίρεσης και θα αποδεχθούν τη Συμφωνία ως οριστική διευθέτηση της διαφοράς, καθιστώντας έτσι ουσιαστικά άνευ αντικειμένου τη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου.

Τι αναφέρουν τα αιγυπτιακά ΜΜΕ

Σύμφωνα με διαρροή που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Matsada2sh, οι εισηγήσεις των δύο ανώτατων εισαγγελέων του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου, αναφορικά με τις δύο αιτήσεις αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου Ισμαηλίας —μία από την αιγυπτιακή κυβέρνηση και μία από τη Μονή— είναι σαφείς ως προς τη βασική τους κατεύθυνση.

Για την αίτηση της Μονής προτείνεται πλήρης απόρριψη. Με τον τρόπο αυτόν απορρίπτονται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι βασικοί νομικοί ισχυρισμοί που προβλήθηκαν σχετικά με τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας μέσω χρησικτησίας.

Παράλληλα, οι εισαγγελείς εισηγούνται να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του αιγυπτιακού κράτους. Εάν το Ακυρωτικό Δικαστήριο υιοθετήσει την εισαγγελική πρόταση, η Μονή θα βρεθεί αντιμέτωπη με την απώλεια ακόμη 10 ακινήτων, ενώ για άλλα 28 ακίνητα θα τεθεί υπό αμφισβήτηση ο θρησκευτικός τους χαρακτήρας. Αυτό σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα θα βρεθούν σε καθεστώς αβεβαιότητας, με το ενδεχόμενο απώλειας κάποιων ή ακόμη και όλων αυτών να παραμένει ανοικτό.

Και αυτό, μάλιστα, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας ακόμη δυσμενέστερης δικαστικής εξέλιξης για τη Μονή, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια επιπλέον ακινήτων.

Πώς ξεκίνησε η δικαστική διαμάχη

Σύμφωνα με το σκεπτικό που αποδίδεται στους Αιγύπτιους εισαγγελείς, η δικαστική διαμάχη ξεκίνησε όταν η αιγυπτιακή κυβέρνηση κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου Νοτίου Σινά την αγωγή με αριθμό 24/2015 κατά της Μονής Αγίας Αικατερίνης.

Με την αγωγή ζητούσε την ανάκτηση 71 γεωτεμαχίων από τις εκτάσεις που χρησιμοποιεί η Μονή, καθώς και την καταβολή της αξίας της κάρπωσης και αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα που, κατά την άποψη των αιγυπτιακών αρχών, τελούσαν υπό παράνομη κατοχή.

Οι κυβερνητικές αρχές υποστήριξαν ότι τμήμα των επίδικων εκτάσεων αποτελεί κρατική περιουσία και ότι η κατοχή τους από τη Μονή δεν διαθέτει επαρκές νομικό έρεισμα. Για τον λόγο αυτό ζητούσαν την απόδοσή τους στο αιγυπτιακό Δημόσιο.

Η πλευρά της Μονής, από την άλλη, αντέτεινε ότι η παρουσία και η νομή της στις συγκεκριμένες εκτάσεις δεν αποτελούν πρόσφατη κατάσταση, αλλά ανάγονται σε βάθος αιώνων. Υποστήριξε ακόμη ότι ορισμένα από τα ακίνητα συνδέονται άρρηκτα με την ιστορική πορεία της Μονής, τη θρησκευτική της αποστολή και την πολιτιστική της υπόσταση.

Παράλληλα, η Μονή επικαλέστηκε για ορισμένα από τα επίδικα ακίνητα υφιστάμενη νομική κατάσταση, συμβόλαια και άλλα έγγραφα που, κατά την πλευρά της, τεκμηριώνουν τα δικαιώματά της.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας εξετάστηκαν, μέσω των εμπειρογνωμόνων που διορίστηκαν, η φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε γεωτεμαχίου, αλλά και η σχέση του με τη Μονή, με θρησκευτικούς χώρους ή με περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Το Πρωτοδικείο Νοτίου Σινά χρειάστηκε σειρά ετών προκειμένου να εξετάσει το σύνολο της υπόθεσης, να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών και να συνεκτιμήσει τις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων σχετικά με τη νομική και πραγματική κατάσταση των επίδικων ακινήτων.

Η απόφαση του 2022 και η έφεση

Στις 30 Μαΐου 2022, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, διατάσσοντας την αποβολή των εγκατεστημένων από το σύνολο των επίδικων γεωτεμαχίων και την απόδοσή τους στο κράτος.

Παράλληλα, διέταξε την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών, την έξωση των μοναχών και την καταβολή αποζημίωσης στο αιγυπτιακό Δημόσιο για την, κατά την κρίση του, παράνομη κατοχή των εκτάσεων.

Η απόφαση αυτή είχε ιδιαίτερα βαριές συνέπειες για τη Μονή, καθώς στην πράξη άνοιγε τον δρόμο για την απώλεια σημαντικού τμήματος της περιουσίας της, συμπεριλαμβανομένων χώρων που συνδέονται άμεσα με την ίδια την Ιερά Μονή.

Παράλληλα, έθετε υπό αμφισβήτηση ακόμη και το δικαίωμα νομής και χρήσης θρησκευτικών χώρων, ενώ αρκετά από τα ακίνητα αντιμετωπίζονταν ως αρχαιολογικές και ιστορικές περιοχές, οι οποίες υπάγονταν στο ειδικό καθεστώς προστατευόμενων φυσικών περιοχών.

Η δικαστική διαμάχη, ωστόσο, δεν σταμάτησε εκεί.

Και οι δύο πλευρές άσκησαν έφεση, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας νέος κύκλος δικαστικής αντιπαράθεσης ενώπιον του Εφετείου Ισμαηλίας.

Η απόφαση του Εφετείου Ισμαηλίας

Ύστερα από έναν ακόμη μακρύ δικαστικό αγώνα, στις 28 Μαΐου 2025 το Εφετείο Ισμαηλίας εξέδωσε τη δική του απόφαση. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε στη συνέχεια αντικείμενο δύο αιτήσεων αναίρεσης ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου.

Το Εφετείο διέταξε την αποβολή της Μονής από 29 γεωτεμάχια, αναγνώρισε όμως τη νόμιμη κατοχή και χρήση άλλων εκτάσεων, καθώς η Μονή προσκόμισε σχετικά συμβόλαια.

Παράλληλα, συμψήφισε τις αξιώσεις αποζημίωσης με τα έργα και τις παρεμβάσεις που είχαν πραγματοποιήσει οι μοναχοί στις επίδικες περιοχές, με αποτέλεσμα να μην επιδικαστεί τελικά αποζημίωση υπέρ του αιγυπτιακού κράτους.

Το Εφετείο κατάργησε επίσης την υποχρέωση κατεδάφισης των «αυθαίρετων κατασκευών» και αναγνώρισε τη δυνατότητα χρήσης ορισμένων χώρων για θρησκευτικούς λόγους, εφόσον αυτό αποδεικνύεται.

Ακριβώς αυτή η απόφαση βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της διαδικασίας ενώπιον του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου.

Οι αιγυπτιακές εισαγγελικές θέσεις

Ένα από τα βασικά νομικά επιχειρήματα της Μονής ήταν ότι η συγκεκριμένη δίκη θα έπρεπε να καταργηθεί, καθώς ο αρχικός ενάγων ήταν ιδιώτης και δεν διέθετε έννομο συμφέρον, από τη στιγμή που δεν διεκδικούσε τη νομή ή την κατοχή κάποιου ακινήτου της Μονής.

Και οι δύο Αιγύπτιοι εισαγγελείς απορρίπτουν το επιχείρημα αυτό.

Κατά την εισαγγελική προσέγγιση, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του αρχικού ενάγοντος, το δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει στην ουσία της υπόθεσης και να εξετάσει ποιος είναι, με βάση την αιγυπτιακή νομοθεσία, ο πραγματικός κύριος, κάτοχος και νομέας των επίδικων εκτάσεων.

Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι η θέση της Μονής πως για συγκεκριμένες εκτάσεις θα έπρεπε να έχουν προσφύγει το αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων και το Υπουργείο Περιβάλλοντος συνιστά, κατά την αιγυπτιακή πλευρά, έμμεση αναγνώριση της κυριότητας του αιγυπτιακού κράτους.

Η Εισαγγελία θεωρεί παράλληλα ότι η απόφαση του Εφετείου παρουσιάζει νομικό σφάλμα σε επιμέρους σημείο, καθώς δεν εξετάστηκε επαρκώς η νομιμότητα των πιστοποιητικών νομής της Μονής για ορισμένα γεωτεμάχια, παρότι το δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι η Μονή τα κατέχει νόμιμα.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο προτείνεται, σύμφωνα με την εισαγγελική εισήγηση, η εν μέρει αναίρεση της απόφασης του Εφετείου.

Αίγυπτος: «Ώρα μηδέν» για την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά!-Οι Αιγύπτιοι εισαγγελείς εισηγούνται την απόρριψη των προσφυγών – Κινδυνεύει να χάσει ακόμη 10 ακίνητα

Η υπεράσπιση της Μονής, από την πλευρά της, στηρίζει την επιχειρηματολογία της στην αιώνων παρουσία της στην περιοχή, στον θρησκευτικό χαρακτήρα των εκτάσεων και στην ύπαρξη εγγράφων και συμβολαίων που αφορούν σειρά ακινήτων.

Ωστόσο, ένα ζήτημα που, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, έχει προκαλέσει ερωτήματα τόσο στο Κάιρο όσο και στην Αθήνα αφορά τον Αχτιναμέ (Διαθήκη) του Μωάμεθ.

Η Μονή άρχισε, μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου Ισμαηλίας, να επικαλείται τον Αχτιναμέ ως απόδειξη των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται από την αιγυπτιακή πλευρά, το συγκεκριμένο έγγραφο δεν επικαλέστηκε σε κανένα προηγούμενο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, ούτε ενώπιον του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου.

Η αιγυπτιακή πλευρά αντιμετωπίζει αυτή την επιλογή ως μια κίνηση που έχει περισσότερο συμβολικό και επικοινωνιακό χαρακτήρα. Όπως υποστηρίζει, ενώ ο Αχτιναμές προβάλλεται σε δημοσιεύματα και ανακοινώσεις της Μονής, δεν τέθηκε ποτέ υπό την κρίση των δικαστών.

Κατά την ίδια πλευρά, αυτό οφείλεται στο περιεχόμενο του ίδιου του Αχτιναμέ, ο οποίος περιγράφει ένα γενικό καθεστώς προστασίας της Μονής, ελευθερίας μετακίνησης των μοναχών και απαλλαγής της από φόρους, χωρίς όμως να περιλαμβάνει συγκεκριμένες αναφορές σε ιδιοκτησίες ή γεωτεμάχια που ανήκουν στη Μονή.

Ο νόμος για την ανάπτυξη του Σινά

Στο υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η υπεράσπιση της Μονής έθεσε ακόμη το ζήτημα της εφαρμογής των κανονισμών που διέπουν τις γαίες στη χερσόνησο του Σινά.

Ειδικότερα, τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο ο Ν. 14/2012, περί ανάπτυξης του Σινά, επηρέασε την προγενέστερη νομοθεσία που ρύθμιζε το καθεστώς των γαιών της Μονής.

Η Εισαγγελία, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η ουσία της διαφοράς δεν περιορίζεται στη χρονική διάρκεια της νομής. Κατά την άποψή της, κρίσιμο είναι πρωτίστως να προσδιοριστεί η ίδια η φύση κάθε επίδικης περιουσίας και να εξεταστεί εάν, βάσει του αιγυπτιακού δικαίου, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας μετά την πάροδο του χρόνου.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν πρόκειται για δημόσια περιουσία ή για εκτάσεις που διέπονται από ειδικό καθεστώς προστασίας.

Η εισαγγελική θέση είναι ότι οι δημόσιες γαίες δεν μπορούν να περιέλθουν σε ιδιώτες μέσω χρησικτησίας. Αντίστοιχα, οι αρχαιολογικοί χώροι θεωρούνται εκ του νόμου κρατική περιουσία και, σύμφωνα με την αιγυπτιακή νομοθεσία όπως αυτή ερμηνεύεται από την Εισαγγελία, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κτήσης κυριότητας διά χρησικτησίας, ανεξάρτητα από το πόσο μακρά υπήρξε η νομή.

Έτσι, η εξέταση κάθε γεωτεμαχίου δεν μπορεί, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να περιοριστεί στο πόσα χρόνια το κατέχει ή το χρησιμοποιεί η Μονή. Θα πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί η νομική φύση της συγκεκριμένης έκτασης.

Το κρίσιμο ζήτημα της κυριότητας

Αναφορικά με το επιχείρημα της Μονής ότι το ειδικό καθεστώς της προϋπήρχε του Νόμου 14/2012 για την «Ανάπτυξη του Σινά», η εισαγγελική εισήγηση προς το Ανώτατο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος νόμος απαγορεύει την ιδιοκτησία, τα δικαιώματα επικαρπίας και τις μισθώσεις σε σειρά περιοχών.

Σε αυτές περιλαμβάνονται προστατευόμενες φυσικές περιοχές, αρχαιολογικές ζώνες και εκτάσεις που βρίσκονται γύρω από αυτές.

Η πρόταση της Εισαγγελίας απορρίπτει, ωστόσο, τον ισχυρισμό ότι η απόφαση του Εφετείου στηρίχθηκε αποκλειστικά ή εξαρχής στον Νόμο περί Ανάπτυξης του Σινά.

Αντιθέτως, η Εισαγγελία υποστηρίζει ότι το Εφετείο εξέτασε ξεχωριστά την κατάσταση κάθε γεωτεμαχίου και δεν βασίστηκε σε αναδρομική εφαρμογή του Ν. 14/2012. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνει νομικό σφάλμα τέτοιο που να δικαιολογεί την αναίρεση της απόφασης στο συγκεκριμένο σημείο.

Σύμφωνα με την εισαγγελική προσέγγιση, επομένως, το πραγματικό διακύβευμα της υπόθεσης δεν είναι απλώς εάν εφαρμόζεται ή όχι ο Νόμος περί Ανάπτυξης του Σινά, ο οποίος περιορίζει την ιδιωτική ιδιοκτησία σε εκτεταμένες περιοχές της χερσονήσου.

Το βασικό ερώτημα είναι ευρύτερο και, ταυτόχρονα, πιο συγκεκριμένο: εάν η Μονή διαθέτει έγκυρο νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαίωμα νομής και κατοχής για κάθε ένα από τα επίδικα γεωτεμάχια, εξαιρουμένων εκείνων που χαρακτηρίζονται μνημεία και, σύμφωνα με την αιγυπτιακή νομοθεσία, ανήκουν αυτοδικαίως στο κράτος.

Η ώρα της απόφασης

Η Ιερά Σιναϊτική Αδελφότητα γνωρίζει πλέον το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων, γνωρίζει την κατεύθυνση προς την οποία φαίνεται να κινείται η διαδικασία ενώπιον του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου και έχει ήδη διαπραγματευτεί τη Συμφωνία και τους όρους εφαρμογής της.

Παράλληλα, όπως αναφέρεται, διαθέτει την πλήρη στήριξη της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Το κρίσιμο πλέον είναι εάν θα υπάρξει τελική συμφωνία πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης.

Μετά από τέσσερις αναβολές της απόφασης του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου, τα περιθώρια έχουν πλέον στενέψει δραματικά. Η 24η Οκτωβρίου βρίσκεται προ των πυλών και μαζί της η στιγμή κατά την οποία θα κριθεί η τύχη δεκάδων ακινήτων που συνδέονται με την ιστορική Μονή της Αγίας Αικατερίνης.

↑
Exit mobile version