Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Όλα όσα υποστήριξε στο δικαστήριο η Γαλλίδα σύντροφός του, Μαϊτέ Πεϊνό

Η Μαϊτέ Πεϊνό, η σύντροφος του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα πριν από περίπου μισό αιώνα. Εργάστηκε για χρόνια ως καθηγήτρια γαλλικών στο ελληνογαλλικό κολέγιο της Αγίας Παρασκευής, ενώ παράλληλα συνδέθηκε με κύκλους της αθηναϊκής διανόησης.

Μετά τη σύλληψη του συντρόφου της, τον οποίο η ίδια γνώριζε και προσφωνούσε – όπως είπε στο δικαστήριο – αποκλειστικά ως «Μιχάλη» ή «Μισέλ», η ζωή της μεταβλήθηκε ριζικά λόγω της έντονης δημοσιότητας.

Για να αποφύγει την πίεση των τηλεοπτικών συνεργείων, αναγκάστηκε να αφήσει προσωρινά την κοινή τους κατοικία στον Βύρωνα και να φιλοξενηθεί σε σπίτι φίλης της στο Κολωνάκι, περιοχή στην οποία συχνάζει μέχρι σήμερα, πραγματοποιώντας παράλληλα τακτικά ταξίδια στο Παρίσι και αποδράσεις στην Ύδρα.

Οι καταθέσεις στο δικαστήριο και οι καταγγελίες για σκευωρία

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για τη δράση της οργάνωσης, η Μαϊτέ Πεϊνό βρέθηκε στο βήμα του μάρτυρα, όπου υπεραμύνθηκε της αθωότητας του συντρόφου της, κάνοντας λόγο για κατασκευασμένη κατηγορία.

Στην τοποθέτησή της ενώπιον του δικαστηρίου, η μάρτυρας συνέδεσε τη δίωξη του Γιωτόπουλου με την οικογενειακή του προέλευση, δηλώνοντας:

«Έχει πατέρα του ένα γνωστό όνομα. Επομένως ο Μιχάλης γεννήθηκε τρομοκράτης»

Η ίδια υποστήριξε ότι η δική της απουσία από το εδώλιο των κατηγορουμένων οφειλόταν αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες, σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

«Έχω την τύχη το ότι είμαι Γαλλίδα και το ότι είμαι άρρωστη. Διαφορετικά, θα ήμουν εκεί! Όσα στοιχεία έχουν εναντίον του, έχουν και εναντίον μου, δηλαδή τα ίδια ψέματα».

Παράλληλα, κατήγγειλε τη μεταχείριση που υπέστη από τις διωκτικές αρχές κατά την περίοδο των ερευνών το καλοκαίρι του 2002. Αναφερόμενη στις ανακρίσεις της από την Αντιτρομοκρατική και τον τότε εισαγγελέα Γιώργο Διώτη, έκανε λόγο για προσπάθεια μετατροπής της σε συνεργάτη των αρχών, ενώ πρόσθεσε ότι δέχτηκε ερωτήσεις που αφορούσαν την προσωπική της ζωή.

Όταν κλήθηκε από την έδρα να εξειδικεύσει τις αναφορές της, η Μαϊτέ Πεϊνό απάντησε:

«Οι χυδαίες εκφράσεις ήταν πολύ χυδαίες και δεν μπορώ να τις επαναλάβω. Δεν έχω διάθεση να δώσω λεπτομέρειες».

Η θέση για τη βία και το άλλοθι των διακοπών

Η εξέταση της μάρτυρος επεκτάθηκε και στις ιδεολογικές της τοποθετήσεις, καθώς και στο χρονοδιάγραμμα συγκεκριμένων ενεργειών που αποδίδονταν στον σύντροφό της.

Ερωτηθείσα για τη στάση της απέναντι στη δράση της 17Ν, η Μαϊτέ Πεϊνό προσδιόρισε την οργάνωση ως μέρος της επαναστατικής άκρας Αριστεράς, σημειώνοντας ότι συμφωνούσε με τις πολιτικές της αναλύσεις, αλλά διαφοροποιούνταν ως προς τη μεθοδολογία.

Εξηγώντας τη θέση της για το ζήτημα της καταδίκης των ενεργειών, ανέφερε:

«Δεν μπορώ να δεχτώ στο να μου ζητούν να καταδικάσω τη βία της 17 Ν ή της οποιασδήποτε οργάνωσης αυτού του τύπου, που έχουν κάποιο ιδεώδες, κάποιο ιδανικό, αν πριν δεν έχει κριθεί και κατακριθεί η βία που συνθλίβει όλο τον κόσμο».

Όσον αφορά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες των επιθέσεων κατά του Νίκου Μομφεράτου το 1985 και της επιχείρησης στο Αστυνομικό Τμήμα Βύρωνα το 1988, η ίδια παρουσίασε άλλοθι, υποστηρίζοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις βρισκόταν σε διακοπές μαζί με τον Γιωτόπουλο και ένα φιλικό τους ζευγάρι.

Τέλος, αναφορικά με τους πόρους διαβίωσής τους, σημειώθηκε ότι ο σύντροφός της πραγματοποιούσε μη δηλωμένες μεταφράσεις πολιτικών και διπλωματικών κειμένων, με την εισαγγελική έδρα πάντως να διατυπώνει αντίθετο συμπέρασμα, θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σταθερή βιοποριστική εργασία.

Exit mobile version