Ανατροπή στη Βρετανία: Δέκα χρόνια μετά το Βrexit ανοίγει η συζήτηση για επιστροφή στην Ευρώπη – “Αποτυχία” το χαρακτηρίζει το 54,9% των Βρετανών πολιτών

Δέκα χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα που έβαλε τη Βρετανία σε τροχιά εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η συζήτηση για το Brexit επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Νέα δημοσκόπηση καταγράφει σημαντική αλλαγή στις διαθέσεις της κοινής γνώμης, ενώ παράλληλα οικονομικές μελέτες επιχειρούν να αποτιμήσουν το κόστος της αποχώρησης.

Σύμφωνα με έρευνα της Messina Group σε 11.461 πολίτες, το 49% δηλώνει σήμερα υπέρ της επανένταξης της Βρετανίας στην ΕΕ, ενώ το 52,4% θεωρεί ότι η απόφαση του 2016 ήταν λανθασμένη. Παράλληλα, το 54,9% χαρακτηρίζει το Brexit «αποτυχία», έναντι 29,7% που έχει αντίθετη άποψη.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ

Τα στοιχεία αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς συμπληρώνεται μία δεκαετία από το δημοψήφισμα του 2016. Η συζήτηση πλέον δεν περιορίζεται στο εάν το Brexit ήταν σωστή ή λανθασμένη επιλογή, αλλά επεκτείνεται στο ενδεχόμενο μιας νέας σχέσης του Λονδίνου με τις Βρυξέλλες.

Η ίδια έρευνα καταγράφει επίσης στήριξη σε πιο περιορισμένες μορφές επαναπροσέγγισης. Το 48,2% τάσσεται υπέρ της διατήρησης του σημερινού πλαισίου με λιγότερα εμπορικά εμπόδια, ενώ το 47,1% βλέπει θετικά τη συμμετοχή σε τελωνειακή ένωση.

ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ BREXIT

Στο οικονομικό πεδίο, η εικόνα παραμένει αντικείμενο έντονης συζήτησης, καθώς η απομόνωση της επίδρασης του Brexit από την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και άλλες διεθνείς εξελίξεις είναι δύσκολη.

Ωστόσο, έρευνες οικονομολόγων έχουν καταλήξει ότι η έξοδος από την ΕΕ έχει επιβαρύνει τη βρετανική οικονομία σε σχέση με ένα υποθετικό σενάριο παραμονής στην Ένωση. Ανάλυση του London School of Economics αναφέρει ότι οι εμπορικοί φραγμοί, η αβεβαιότητα και το υψηλότερο κόστος εισαγωγών επηρέασαν αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα.

Μελέτες που επικαλείται και ο Guardian εκτιμούν ότι η βρετανική οικονομία είναι μικρότερη από ό,τι θα ήταν εάν η χώρα είχε παραμείνει στην ΕΕ, ενώ επισημαίνουν επιπτώσεις στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην παραγωγικότητα. Παράλληλα, οι αναλύσεις υπογραμμίζουν ότι η πανδημία και οι διεθνείς κρίσεις καθιστούν δύσκολο τον ακριβή υπολογισμό του μεγέθους της επίδρασης που οφείλεται αποκλειστικά στο Brexit.

Η ΣΤΕΡΛΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ

Ένα από τα πρώτα οικονομικά αποτελέσματα που συνδέθηκαν με το δημοψήφισμα ήταν η πτώση της αξίας της στερλίνας. Σύμφωνα με ανάλυση του LSE, η λίρα υποχώρησε περίπου 10% μετά το δημοψήφισμα και η ασθενέστερη ισοτιμία συνέβαλε στην αύξηση του κόστους των εισαγόμενων προϊόντων.

Το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης παραμένει έτσι στο επίκεντρο της συζήτησης για το κατά πόσο οι Βρετανοί αισθάνθηκαν στην καθημερινότητά τους τις οικονομικές συνέπειες της νέας σχέσης με την Ευρώπη.

ΑΝΟΙΓΕΙ ΞΑΝΑ Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ;

Η πολιτική συζήτηση έχει πλέον μεταφερθεί και στο ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επαναπροσέγγισης. Ο νέος πρωθυπουργός και ηγέτης των Εργατικών, Άντι Μπέρναμ, έχει δηλώσει ότι δεν αποκλείει ακόμη και την εξέταση ενός νέου δημοψηφίσματος στο μέλλον, ενώ έχει εκφράσει την επιθυμία να δει τη χώρα ξανά στην ΕΕ κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Παράλληλα, στο εσωτερικό των Εργατικών υπάρχουν πιο επιφυλακτικές φωνές, οι οποίες προειδοποιούν ότι η επαναφορά του ζητήματος μπορεί να αναζωπυρώσει τις πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που είχαν προκαλέσει έντονο διχασμό το 2016.

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, ΤΟ BREXIT ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΛΗΓΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΑΛΟΓΟ

Η Βρετανία βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα νέο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο. Η επιστροφή στην ΕΕ δεν αποτελεί άμεση πολιτική απόφαση, όμως η αλλαγή των διαθέσεων της κοινής γνώμης και η συζήτηση για τις οικονομικές συνέπειες έχουν επαναφέρει το Brexit στην κορυφή της επικαιρότητας.

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η χώρα θα επιλέξει να συνεχίσει στην πορεία που χάραξε το 2016 ή εάν θα επιδιώξει βαθύτερη επανασύνδεση με την Ευρώπη. Για την ώρα, το μόνο βέβαιο είναι ότι, δέκα χρόνια μετά, η συζήτηση κάθε άλλο παρά έχει κλείσει.

↑
Exit mobile version