Απίστευτη πρόκληση των Τούρκων: «Αξιοποιήστε τον Ερντογάν όσο βρίσκεται ακόμη στη θέση του!-Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία»-Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα Yeni Şafak καλεί την Ελλάδα να «συμμορφωθεί» και να εκμεταλλευτεί την «προθυμία» του «Σουλτάνου» όσο είναι ακόμα καιρός!

Η φιλοκυβερνητική τουρκική εφημερίδα Yeni Şafak επιχειρεί να αναδείξει την παραμονή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην προεδρία της Τουρκίας ως μια ευκαιρία που η Ελλάδα δεν θα πρέπει να αφήσει να περάσει ανεκμετάλλευτη.

Απίστευτη πρόκληση των Τούρκων: «Αξιοποιήστε τον Ερντογάν όσο βρίσκεται ακόμη στη θέση του!-Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία»-Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα Yeni Şafak καλεί την Ελλάδα να «συμμορφωθεί» και να εκμεταλλευτεί την «προθυμία» του «Σουλτάνου» όσο είναι ακόμα καιρός!

Μέσα από την αναδημοσίευση των θέσεων του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Αιγαίο και τις διαχρονικές διαφορές των δύο χωρών, η εφημερίδα προβάλλει το αφήγημα της Άγκυρας περί πολιτικής βούλησης για την επίτευξη συμφωνίας, μεταθέτοντας ουσιαστικά στην ελληνική πλευρά την ευθύνη για τη στασιμότητα.

Στο επίκεντρο του δημοσιεύματος βρίσκονται τόσο οι αιχμές του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας για την ελληνική εσωτερική πολιτική σκηνή όσο και η προσπάθειά του να παρουσιάσει το casus belli, δηλαδή την απειλή χρήσης βίας σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ως μια προληπτική διακήρυξη που, κατά τους ισχυρισμούς του, συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης.

Αφορμή για την παρέμβαση της Yeni Şafak αποτέλεσε η συνέντευξη που παραχώρησε ο Χακάν Φιντάν στην εφημερίδα «Τα Νέα», μετά την ομιλία του στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής στις Βρυξέλλες.

Μέσα από την ανάγνωση που επιχειρεί η τουρκική εφημερίδα, η Άγκυρα εμφανίζεται πρόθυμη να προχωρήσει στην επίλυση των διαφορών, την ώρα που η Αθήνα φέρεται να διστάζει να λάβει τις απαιτούμενες αποφάσεις, υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους στο εσωτερικό της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην αναφορά του Φιντάν στον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο παρουσιάζει ως τον μοναδικό πολιτικό ηγέτη που διαθέτει την απαραίτητη πολιτική νομιμοποίηση και τη δυνατότητα να προχωρήσει σε μια συμφωνία με την Ελλάδα. Το μήνυμα προς την Αθήνα είναι σαφές: να αξιοποιήσει την παρουσία του Τούρκου προέδρου στην εξουσία όσο αυτή διαρκεί.

«Το ζήτημα αυτό μπορεί να επιλυθεί. Μόνο ο πρόεδρος Ερντογάν διαθέτει την απαραίτητη πολιτική νομιμοποίηση για να επιδείξει την πολιτική βούληση που απαιτείται για την επίλυσή του. Η συμβουλή μου προς τους Έλληνες φίλους μου είναι η εξής: Όσο εκείνος βρίσκεται ακόμη στη θέση του, αξιοποιήστε αυτή τη στιγμή και συνεργαστείτε μαζί του»

«Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία»

Ιδιαίτερη θέση στην επιχειρηματολογία της Yeni Şafak καταλαμβάνουν οι αναφορές του Χακάν Φιντάν στην ελληνική εσωτερική πολιτική. Η εφημερίδα αναδεικνύει ως κεντρικό σημείο των δηλώσεών του την άποψη ότι η αντιπαράθεση με την Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα, επηρεάζοντας τις αποφάσεις των κυβερνήσεων και περιορίζοντας, κατά τον ίδιο, τα περιθώρια για ουσιαστικές κινήσεις αποκλιμάκωσης.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών αναγνωρίζει ότι το κλίμα στο Αιγαίο έχει βελτιωθεί μετά το 2023, επισημαίνοντας την απουσία αερομαχιών και την προσπάθεια των δύο πλευρών να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η βελτίωση αυτή δεν έχει συνοδευτεί από αντίστοιχη αλλαγή στη ρητορική της ελληνικής πολιτικής σκηνής, όπου, όπως ισχυρίζεται, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για την προβολή μιας αντιτουρκικής στάσης.

«Από τον Μάιο του 2023, οι δύο κυβερνήσεις αποφάσισαν να επικεντρωθούν στην επίλυση των υφιστάμενων προβλημάτων, να αποφύγουν τη δημιουργία εντάσεων και να δώσουν προτεραιότητα στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Τουλάχιστον πλέον δεν έχουμε αερομαχίες. Το Αιγαίο έχει γίνει μια πιο ήρεμη περιοχή τα τελευταία τρία χρόνια. Ωστόσο, στην ελληνική εσωτερική πολιτική σκηνή υπάρχει ανάγκη για αντιτουρκική ρητορική. Είναι σχεδόν σαν ασπιρίνη»

Η τοποθέτηση αυτή δεν περιορίζεται, πάντως, στη διαπίστωση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Ο Φιντάν προχωρά ένα βήμα παραπέρα, αμφισβητώντας κατά πόσο η ελληνική πολιτική σκηνή μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την παρουσία της Τουρκίας ως βασικού σημείου αναφοράς. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρεί να συνδέσει την αδυναμία επίλυσης των διμερών διαφορών με τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Ελλάδα.

«Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία. Αυτή η πραγματικότητα έχει σημασία, επειδή εμποδίζει τη λήψη θαρραλέων αποφάσεων για την επίλυση των προβλημάτων. Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει καταβάλει επανειλημμένα προσπάθειες να συνεργαστεί με κάθε εκλεγμένο Έλληνα πρωθυπουργό για τον ίδιο σκοπό. Είναι έτοιμος να επιδείξει την απαραίτητη πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των επίμαχων ζητημάτων»

Μέσα από αυτή την προσέγγιση, η Yeni Şafak υιοθετεί ένα αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η τουρκική πλευρά εμφανίζεται έτοιμη να προχωρήσει σε συνεννόηση, ενώ τα εμπόδια αποδίδονται κυρίως στις πολιτικές σκοπιμότητες της Αθήνας. Πρόκειται, ωστόσο, για μια μονομερή ανάγνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, καθώς στο επίκεντρό της δεν βρίσκονται με την ίδια ένταση οι τουρκικές διεκδικήσεις, οι απειλές που τις συνοδεύουν και οι ουσιαστικές διαφωνίες ως προς τα κυριαρχικά δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο.

Απίστευτη πρόκληση των Τούρκων: «Αξιοποιήστε τον Ερντογάν όσο βρίσκεται ακόμη στη θέση του!-Η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Τουρκία»-Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα Yeni Şafak καλεί την Ελλάδα να «συμμορφωθεί» και να εκμεταλλευτεί την «προθυμία» του «Σουλτάνου» όσο είναι ακόμα καιρός!

Το casus belli ως «εργαλείο ειρήνης» στην επιχειρηματολογία του Φιντάν

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση της τουρκικής εφημερίδας στο ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Η Yeni Şafak αναπαράγει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν σχετικά με την απόφαση που έλαβε η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας το 1995, επιχειρώντας να απομακρύνει από αυτήν τον χαρακτήρα της απειλής πολέμου και να την παρουσιάσει ως προληπτική πολιτική διακήρυξη, με στόχο, όπως υποστηρίζει η Άγκυρα, την αποτροπή μονομερών ενεργειών.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επιμένει ότι η απόφαση δεν αποτελεί νόμο, αλλά διακήρυξη του τουρκικού κοινοβουλίου, η οποία συνδέει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο με την υποχρέωση της τουρκικής κυβέρνησης να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να την αποτρέψει. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο του casus belli, αμφισβητώντας την ερμηνεία που δίνει η ελληνική πλευρά και υποβαθμίζοντας τη σημασία της απειλής χρήσης βίας.

«Όσον αφορά το casus belli, πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για απειλή πολέμου. Αυτή είναι η ελληνική εκδοχή. Εμείς, όμως, δεν το χαρακτηρίσαμε “casus belli”. Πρόκειται για μια διακήρυξη που εκδόθηκε το 1995 από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας, όχι για νόμο. Επισημαίνει ότι, εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια χωρίς προηγουμένως να επιλύσει το ζήτημα με την Τουρκία, η τουρκική κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να το αποτρέψει»

Ο Φιντάν συνεχίζει την επιχειρηματολογία του, αποδίδοντας στη συγκεκριμένη διακήρυξη έναν ρόλο που, σύμφωνα με την τουρκική εκδοχή, λειτουργεί αποτρεπτικά και συμβάλλει στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Η απειλή, όπως την περιγράφει, δεν αποτελεί προαναγγελία πολέμου, αλλά μέσο αποφυγής μιας κρίσης, ενώ παράλληλα μεταθέτει στην Ελλάδα την ευθύνη για τη μη επίλυση του ζητήματος.

«Η προληπτική αυτή διακήρυξη έχει συμβάλει μέχρι σήμερα στη διατήρηση της ειρήνης. Δεν συνιστά απειλή πολέμου. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν έχει δηλώσει ποτέ ρητά ότι δεν θα προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια πριν επιλυθεί το ζήτημα με την Τουρκία. Μέχρι σήμερα διατηρούμε το υφιστάμενο καθεστώς, αναμένοντας να επιλύσουμε τις διαφορές μας με πολιτισμένο τρόπο»

Η συγκεκριμένη προσέγγιση, ωστόσο, αφήνει εκτός κάδρου μια κρίσιμη παράμετρο: η Τουρκία εφαρμόζει χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο, την ίδια στιγμή που αμφισβητεί στην πράξη τη δυνατότητα της Ελλάδας να ασκήσει το αντίστοιχο δικαίωμα στο Αιγαίο. Η αντίφαση αυτή αναδεικνύει την επιλεκτική διάσταση της επιχειρηματολογίας της Άγκυρας, η οποία επικαλείται την ανάγκη διατήρησης της ειρήνης, διατηρώντας παράλληλα σε ισχύ μια απόφαση που συνδέει ρητά την άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος από την Ελλάδα με τη λήψη ακόμη και στρατιωτικών μέτρων.

Η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο τριβής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε αυτήν προβλέπεται η λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών ενεργειών, σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Για την Αθήνα, η απόφαση αυτή συνιστά απειλή χρήσης βίας και έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Έτσι, πίσω από την προσπάθεια της τουρκικής πλευράς να παρουσιάσει το casus belli ως μηχανισμό αποτροπής και σταθερότητας, παραμένει το ουσιαστικό ερώτημα: κατά πόσο μπορεί να γίνεται λόγος για ειρηνική επίλυση των διαφορών, όταν ένα από τα βασικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος είναι η απειλή στρατιωτικής αντίδρασης.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» και το εύρος των τουρκικών διεκδικήσεων

Στη συνέντευξή του, ο Χακάν Φιντάν κλήθηκε επίσης να τοποθετηθεί σχετικά με το ενδεχόμενο κατάθεσης νομοσχεδίου στην Τουρκία για τη «Γαλάζια Πατρίδα», το δόγμα που αποτυπώνει τις εκτεταμένες τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για μια στρατηγική αντίληψη που έχει συνδεθεί με τις διεκδικήσεις της Άγκυρας στον θαλάσσιο χώρο, αλλά και με την ευρύτερη προσπάθειά της να ενισχύσει τον ρόλο της στην περιοχή.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απάντησε ότι δεν υπάρχει σχετικό νομοσχέδιο, απορρίπτοντας, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, το ενδεχόμενο μιας τέτοιας νομοθετικής πρωτοβουλίας. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το ζήτημα των θαλάσσιων πάρκων δεν έχει αποτελέσει μέχρι στιγμής αντικείμενο συζήτησης.

Οι δηλώσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο περιφερειακών αντιπαραθέσεων, καθώς οι τουρκικές αξιώσεις στη θάλασσα εξακολουθούν να προκαλούν αντιδράσεις και να επιβαρύνουν τις σχέσεις της Άγκυρας με γειτονικές χώρες. Στο επίκεντρο βρίσκεται, μεταξύ άλλων, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο υπογράφηκε το 2019 και αμφισβητείται από την Ελλάδα ως προς τη συμβατότητά του με τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.

Η συμφωνία έχει προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής, μεταξύ των οποίων η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και η Γαλλία, καθώς συνδέεται με ευρύτερες διαφωνίες για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και την κατανομή των δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκφράσει την αντίθεσή της στη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών και ότι δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας. Έχει, επίσης, υπογραμμίσει ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος κρατών που δεν συμμετέχουν σε αυτό.

↑
Exit mobile version