Αυτή είναι η πραγματική «ανάπτυξη» του Μητσοτάκη: Μη βιώσιμες οι δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας – Αθήνα και Θεσσαλονίκη βρίσκονται διεθνώς στον πάτο σε ό,τι αφορά την ποιότητα ζωής και το κόστος διαβίωσης

Οι κάτοικοι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης βιώνουν καθημερινά μια πραγματικότητα που απέχει πολύ από την εικόνα της «ανάπτυξης» και της ευημερίας που παρουσιάζεται μέσα από τους επίσημους οικονομικούς δείκτες.

Αυτή είναι η πραγματική «ανάπτυξη» του Μητσοτάκη: Μη βιώσιμες οι δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας – Αθήνα και Θεσσαλονίκη βρίσκονται διεθνώς στον πάτο σε ό,τι αφορά την ποιότητα ζωής και το κόστος διαβίωσης

Για εκατομμύρια ανθρώπους, η ζωή στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας έχει μετατραπεί σε έναν αδιάκοπο αγώνα δρόμου: ατελείωτες ώρες στους δρόμους, δυσβάσταχτα ενοίκια, ακριβό σούπερ μάρκετ, υψηλό κόστος ενέργειας και μετακίνησης, περιορισμένη αγοραστική δύναμη και μια καθημερινότητα που αφήνει ολοένα και λιγότερο χώρο για πραγματική ζωή.

Οι κάτοικοι των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης ζουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα διαβίωσης καθώς είναι αναγκασμένοι να χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους κατά τις μαρτυρικές μεταφορές τους στην εργασία και σε άλλους προορισμούς και ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένοι να αντεπεξέλθουν στην τρομακτική ακρίβεια των δύο μεγαλύτερων πόλεων της Ελλάδας.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και σε διεθνείς αξιολογήσεις. Η Αθήνα βρίσκεται στην 252η θέση ανάμεσα σε 1.000 πόλεις στο Global Cities Index 2026 της Oxford Economics σε ό,τι αφορά τη διαβίωση-επιβίωση.

Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στην 439η θέση.

Ο συνολικός δείκτης δεν περιορίζεται σε έναν μόνο οικονομικό παράγοντα, αλλά εξετάζει ένα ευρύτερο πλέγμα παραμέτρων, όπως η οικονομία, το ανθρώπινο κεφάλαιο, η ποιότητα ζωής, το περιβάλλον και η διακυβέρνηση. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να αποτυπώσει όχι μόνο το πόσο παράγει μια πόλη, αλλά και το πόσο βιώσιμη και λειτουργική είναι για τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτήν.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.

Να σημειωθεί ότι Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Παρίσι παρά το γεγονός ότι είναι πόλεις πανάκριβες και άνω των δώδεκα εκατομμυρίων κατοίκων η καθεμία, βρίσκονται στην κορυφή της αξιολόγησης στις θέσεις 1,2 και 3 αντίστοιχα.

Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος των τιμών. Βρίσκεται στο τι παίρνει πίσω ο πολίτης για τα χρήματα που καταβάλλει. Στις μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου, το υψηλό κόστος ζωής συνοδεύεται από εκτεταμένα δίκτυα μεταφορών, οργανωμένες υποδομές, περισσότερες επιλογές κατοικίας και υπηρεσίες που περιορίζουν, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, το καθημερινό βάρος.

Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, αντίθετα, η ακρίβεια συναντά συχνά τις ελλείψεις.

Χαμηλή αγοραστική δύναμη, μέτρια ασφάλεια, υψηλή αναλογία τιμής κατοικίας προς εισόδημα, όλα αυτά τα νιώθουν οι Αθηναίοι και οι Θεσσαλονικείς στην καθημερινότητά τους.

Η παραδοσιακή υπόσχεση των δύο μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, για επαγγελματική αποκατάσταση, ποιότητα ζωής και ευκαιρίες, μοιάζει πλέον με μακρινή ανάμνηση.

Κάποτε η μετακόμιση στην πρωτεύουσα ή στη Θεσσαλονίκη σήμαινε περισσότερες δυνατότητες, περισσότερες δουλειές, καλύτερες υπηρεσίες και πρόσβαση σε υποδομές που δεν υπήρχαν στην περιφέρεια. Σήμερα, για ένα ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, η μετακίνηση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα δεν σημαίνει απαραίτητα κοινωνική και οικονομική άνοδο. Σημαίνει συχνά ακριβότερη στέγη, μεγαλύτερες αποστάσεις, περισσότερη κίνηση και διαρκή οικονομική πίεση.

Σήμερα, η καθημερινότητα των πολιτών που ζουν και εργάζονται σε αυτές τις πόλεις χαρακτηρίζεται από μια διαρκή οικονομική και ψυχολογική πίεση. Η διαβίωση δεν είναι πια ζήτημα άνεσης, αλλά μια καθημερινή άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σκοινί.

Η κατοικία έγινε προνόμιο

Η βασικότερη ρίζα της δυσκολίας εντοπίζεται στη στεγαστική κρίση. Τα ενοίκια στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη έχουν καταγράψει ένα ασταμάτητο ράλι ανόδου, με τις τιμές να έχουν αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 23% τα τελευταία τρία χρόνια και τις αξίες των ακινήτων να έχουν εκτιναχθεί.

Για έναν νέο εργαζόμενο, έναν χαμηλόμισθο υπάλληλο, έναν φοιτητή ή μια οικογένεια που προσπαθεί να σταθεί όρθια, η κατοικία δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη ανάγκη που μπορεί να καλυφθεί από έναν μισθό. Μετατρέπεται σε καθημερινό οικονομικό στοίχημα.

Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό: Η αλματώδης ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb), η εξωτερική επενδυτική ζήτηση και η δραματική έλλειψη μικρών, οικονομικών διαμερισμάτων (25-50 τ.μ.) έχουν μετατρέψει τη στέγαση σε «είδος πολυτελείας».

Ένας μέσος μισθωτός, ένας νέος εργαζόμενος ή ένας φοιτητής καλείται να διαθέσει ακόμη και πάνω από το μισό του μηνιαίου εισοδήματός του μόνο για να καλύψει το ενοίκιο και τους λογαριασμούς του σπιτιού του.

Και όταν το μισό εισόδημα εξαφανίζεται πριν ακόμη ξεκινήσει ο μήνας, όλα τα υπόλοιπα γίνονται άσκηση επιβίωσης. Το φαγητό, η μετακίνηση, η θέρμανση, η υγεία, τα έξοδα των παιδιών, ακόμη και μια στοιχειώδης έξοδος, περνούν από το φίλτρο του «μπορώ να το πληρώσω;».

Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για βασικά αγαθά και υπηρεσίες αγγίζει πλέον πολύ υψηλά επίπεδα, με το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων να απορροφάται αποκλειστικά από τα τρόφιμα και τη στέγη.

Το σούπερ μάρκετ, η μετακίνηση, η θέρμανση και η βασική ψυχαγωγία απαιτούν θυσίες. Ένα απλό γεύμα για δύο άτομα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κοστίζει σημαντικά περισσότερο σε σχέση με την επαρχία, επιβεβαιώνοντας ότι η ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει γίνει δυσανάλογα ακριβή για τους μισθούς που προσφέρει η αγορά εργασίας.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: υψηλό κόστος ζωής, περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα, περισσότερες ώρες εργασίας και λιγότερος ελεύθερος χρόνος. Και στο τέλος της ημέρας, αυτό που χάνεται δεν είναι μόνο χρήμα. Είναι χρόνος ζωής.

Αυτή είναι η πραγματική «ανάπτυξη» του Μητσοτάκη: Μη βιώσιμες οι δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας – Αθήνα και Θεσσαλονίκη βρίσκονται διεθνώς στον πάτο σε ό,τι αφορά την ποιότητα ζωής και το κόστος διαβίωσης

Η πόλη που τρώει τις ώρες του πολίτη

Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η ποιότητα ζωής πλήττεται βάναυσα από την κατάσταση των υποδομών.

Στην Αθήνα, το κυκλοφοριακό χάος στους κεντρικούς οδικούς άξονες κλέβει καθημερινά πολύτιμες ώρες από τη ζωή των πολιτών, ενώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς συχνά αδυνατούν να εξυπηρετήσουν με αξιοπρέπεια τον όγκο του πληθυσμού.

Η μετακίνηση από το σπίτι στη δουλειά και πίσω, η οποία θα έπρεπε να αποτελεί μια αυτονόητη διαδικασία λίγων δεκάδων λεπτών, μπορεί να εξελίσσεται σε καθημερινή δοκιμασία. Η πόλη μεγαλώνει, ο πληθυσμός συγκεντρώνεται, οι ανάγκες αυξάνονται, όμως οι υποδομές δεν ακολουθούν με την ίδια ταχύτητα.

Στην «κουρασμένη» Θεσσαλονίκη, τα προβλήματα στην καθημερινή διοίκηση, η καθυστέρηση μεγάλων έργων υποδομής και η χρόνια έλλειψη εναλλακτικών δικτύων μετακίνησης δημιουργούν ένα εξίσου ασφυκτικό περιβάλλον για τους κατοίκους της.

Η Αθήνα χρειάζεται τουλάχιστον 70 ακόμα σταθμούς σε επεκτάσεις και άλλες δύο γραμμές μετρό για να καλυφθεί πλήρως ο κάθε εργαζόμενος και η Θεσσαλονίκη ακόμα 30 σταθμούς σε επεκτάσεις και άλλη μία γραμμή μετρό.

Τα έργα καθυστερούν απελπιστικά και κοστίζουν τρεις φορές περισσότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί.

Και κάπου εδώ τίθεται ένα απλό ερώτημα: πόσο ακόμη μπορεί να περιμένει ένας πολίτης για υποδομές που θεωρούνται αυτονόητες σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις;

Μετά από τόσα πακέτα στήριξης από EΣΠA, ETEΠ, «Connecting Europe» και τόσα άλλα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, αυτά τα έργα έπρεπε ήδη να έχουν υλοποιηθεί και να είναι λειτουργικά.

Οι ζωές των ανθρώπων είναι πεπερασμένες και δεν μπορούν να περιμένουν.

Δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα πεθάνουν για να μπορούν να μετακινηθούν σε κάθε γωνιά της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης χωρίς να χρειαστεί να πάρουν αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιήσουν ένα από τα εκατοντάδες λεωφορεία της «αμαρτίας» που κυκλοφορούν στις δύο μεγαλουπόλεις και που φτάνουν στον προορισμό τους μετά από ώρες.

Λεωφορεία τα οποία κάποιος θα πρέπει να περιμένει στην στάση μέσα στο «λιοπύρι» το καλοκαίρι και στο «ψοφόκρυο» και στις βροχές μέσα στον χειμώνα.

Η εικόνα είναι σχεδόν παράδοξη για δύο πόλεις που φιλοδοξούν να λειτουργούν ως σύγχρονα οικονομικά και διοικητικά κέντρα: ο πολίτης πληρώνει περισσότερο για να ζήσει, εργάζεται περισσότερο για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και στη συνέχεια χάνει ακόμη περισσότερες ώρες μετακινούμενος μέσα στην ίδια την πόλη.

Οι μεγάλες μητροπόλεις και η χαμένη απόσταση

Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Παρίσι που προαναφέραμε έχουν στάση μετρό σχεδόν σε κάθε 500 μέτρα απόσταση και σε κάθε συνοικία.

Η διαφορά δεν είναι απλώς θέμα αριθμού σταθμών. Είναι θέμα σχεδιασμού της πόλης γύρω από τον άνθρωπο. Όσο πιο εύκολη είναι η πρόσβαση σε ένα πυκνό και αξιόπιστο δίκτυο μεταφορών, τόσο λιγότερο εξαρτάται ο πολίτης από το αυτοκίνητο και τόσο περισσότερο χρόνο μπορεί να διαθέσει στην εργασία, στην οικογένεια, στην κοινωνική ζωή και στην ξεκούραση.

Αντίθετα, όταν η μετακίνηση γίνεται καθημερινός Γολγοθάς, η πόλη μετατρέπεται σταδιακά από χώρο ευκαιριών σε χώρο εξάντλησης.

Και δεν είναι μόνο οι δρόμοι και τα μέσα μεταφοράς.

Η έλλειψη ελεύθερων πράσινων χώρων, η ηχορύπανση και οι εξουθενωτικοί ρυθμοί εργασίας συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό που επιβαρύνει καθημερινά την ψυχική υγεία των πολιτών.

Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη που απαιτεί ολοένα και περισσότερα από τον κάτοικό της και του επιστρέφει ολοένα και λιγότερα σε χρόνο, χώρο και ποιότητα καθημερινότητας.

Αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό πρόσωπο της λεγόμενης ανάπτυξης: οι αριθμοί μπορεί να αυξάνονται, οι επενδύσεις να ανακοινώνονται, οι αξίες των ακινήτων να εκτοξεύονται και τα έργα να παρουσιάζονται ως δείγματα προόδου. Όμως η πραγματική ανάπτυξη κρίνεται τελικά σε κάτι πολύ πιο απλό.

Στο αν ο άνθρωπος μπορεί να πληρώσει το σπίτι του.

Στο αν μπορεί να πάει στη δουλειά του χωρίς να χάσει ώρες από τη ζωή του.

Στο αν μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του χωρίς να βρίσκεται μονίμως με το χέρι στην τσέπη.

Στο αν μπορεί να έχει πρόσβαση σε μεταφορές, πράσινο, ελεύθερο χρόνο και μια στοιχειώδη αίσθηση ασφάλειας και αξιοπρέπειας.

Γιατί μια πόλη μπορεί να μεγαλώνει οικονομικά και ταυτόχρονα να μικραίνει τη ζωή των ανθρώπων της.

Και όταν δύο από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας οδηγούν τους πολίτες τους σε έναν καθημερινό αγώνα για στέγη, μετακίνηση και αξιοπρεπή διαβίωση, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο «αναπτύχθηκαν» οι πόλεις.

Το ερώτημα είναι για ποιον αναπτύχθηκαν.

↑
Exit mobile version