Ελληνοτουρκικά: Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι την ΑΟΖ- Όλα τα «αγκάθια» στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας κι οι επόμενες κινήσεις στη γεωπολιτική «σκακιέρα» του Αιγαίου

Η υπογραφή στο Τελ Αβίβ, στις 31 Αυγούστου, της διακρατικής συμφωνίας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», συνολικού ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, επανέφερε με ένταση στο προσκήνιο το σύνθετο πλέγμα των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Ελληνοτουρκικά: Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι την ΑΟΖ- Όλα τα «αγκάθια» στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας κι οι επόμενες κινήσεις στη γεωπολιτική «σκακιέρα» του Αιγαίου

Μια συμφωνία που αφορά την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας εξελίσσεται, πέρα από την αμιγώς στρατιωτική της διάσταση, σε ακόμη έναν κρίκο της ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις Αθήνας και Άγκυρας.

Το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας, το οποίο βασίζεται στα ισραηλινά συστήματα David’s Sling, SPYDER και Barak MX, έχει σχεδιαστεί για να ενισχύσει την αντιπυραυλική προστασία και τη δυνατότητα αντιμετώπισης εναέριων απειλών. Η προβλεπόμενη διασύνδεση των επιμέρους συστημάτων αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ευρύτερου πλέγματος επιτήρησης και αναχαίτισης, ικανού να ανταποκρίνεται σε διαφορετικές μορφές απειλών, από πυραύλους έως μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Για την Τουρκία, ωστόσο, η συμφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη αμυντική προμήθεια. Στην ανάγνωση της Άγκυρας, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα στρατηγικών ανταγωνισμών, στο οποίο η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, οι συμμαχικές της σχέσεις και το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου συνδέονται άμεσα με την ισορροπία ισχύος στην περιοχή.

Η «Ασπίδα» μέσα από δύο διαφορετικούς φακούς

Στους διπλωματικούς κύκλους της Άγκυρας διαμορφώνεται η αντίληψη ότι το νέο ελληνικό σύστημα αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό του αεροπορικού πλεονεκτήματος που η Τουρκία θεωρεί ότι έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια, μέσα από την ανάπτυξη εγχώριων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και την εξέλιξη των βαλλιστικών της προγραμμάτων. Από αυτή την οπτική, η εγκατάσταση ενός δικτύου ραντάρ και αναχαιτιστών, με προβλεπόμενη κάλυψη των νησιών του Αιγαίου και διασύνδεση με την Κύπρο, δεν συνιστά απλώς ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας, αλλά ενδέχεται να μεταβάλει τους επιχειρησιακούς συσχετισμούς στην ευρύτερη περιοχή.

Στους τουρκικούς αμυντικούς κύκλους, το σύστημα ερμηνεύεται ως μια μορφή ζώνης άρνησης πρόσβασης, με δυνητικές επιπτώσεις στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της τουρκικής αεροπορίας και στη δυνατότητα δράσης της στο Αιγαίο. Η ανησυχία αυτή εντάσσεται στη γενικότερη τουρκική αντίληψη ότι η στρατιωτική ενίσχυση των ελληνικών νησιών, σε συνδυασμό με τις περιφερειακές συνεργασίες της Αθήνας, μπορεί να διαμορφώσει ένα δυσμενέστερο περιβάλλον για την Άγκυρα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η επιλογή ισραηλινού προμηθευτή, σε μια περίοδο οξείας διπλωματικής αντιπαράθεσης μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Η συμφωνία εκλαμβάνεται από την τουρκική πλευρά ως ένδειξη ενίσχυσης της στρατιωτικής σύγκλισης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, πέρα από το πεδίο της διπλωματίας και της ενεργειακής συνεργασίας. Στο ίδιο πλαίσιο, το ενδεχόμενο ανάπτυξης συστοιχιών στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου επαναφέρει την πάγια τουρκική θέση περί παραβίασης του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος τους.

Η Αθήνα, από την πλευρά της, απορρίπτει αυτή την ερμηνεία και υπογραμμίζει τον αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα του συστήματος. Η βασική της θέση είναι ότι μια ασπίδα αναχαίτισης, προορισμένη να εξουδετερώνει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δεν αποτελεί μέσο εδαφικής επέκτασης ή κατάληψης εδάφους, αλλά μηχανισμό προστασίας απέναντι σε εναέριες απειλές. Υπό αυτή την έννοια, η ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης παρουσιάζεται ως επιλογή που απορρέει από τις ανάγκες ασφαλείας της χώρας και όχι ως ενέργεια με επιθετικό προσανατολισμό.

Παράλληλα, η Αθήνα επικαλείται το κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους να επιλέγει τους προμηθευτές και τα αμυντικά συστήματα που θεωρεί κατάλληλα για την προστασία του. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζει ότι οι ελληνικές ανησυχίες για την περιφερειακή ισορροπία δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από την ανάπτυξη των τουρκικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, από τα Bayraktar και το Kizilelma έως τον βαλλιστικό πύραυλο Tayfun.

Αντίστοιχα, η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ παρουσιάζεται από την ελληνική πλευρά ως ανοιχτή σύμπραξη μεταξύ τριών δημοκρατιών, με αντικείμενο την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τη συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή. Η Αθήνα επιμένει ότι η συνεργασία αυτή δεν στρέφεται εναντίον τρίτου κράτους, επιχειρώντας να αποσυνδέσει τη στρατηγική της προσέγγιση με το Ισραήλ από την εικόνα ενός αποκλειστικού αντιτουρκικού άξονα.

Το καθεστώς των νησιών: Η κυριαρχία, οι συνθήκες και το δικαίωμα άμυνας

Τα νησιά αποτελούν έναν από τους σταθερότερους και πλέον ευαίσθητους πυρήνες της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Δεν πρόκειται μόνο για τη γεωγραφική τους θέση ή τη στρατηγική τους σημασία, αλλά και για το διαφορετικό συμβατικό καθεστώς που διέπει καθεμία από τις επιμέρους νησιωτικές ομάδες. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση των νομικών επιχειρημάτων που προβάλλουν Αθήνα και Άγκυρα.

Η Λήμνος και η Σαμοθράκη, σε μικρή απόσταση από τα Δαρδανέλλια, συνδέονται με τις ρυθμίσεις της Σύμβασης της Λωζάνης για τα Στενά του 1923. Η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος και η Ικαρία υπάγονται στις προβλέψεις του άρθρου 13 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, το οποίο προβλέπει συγκεκριμένους περιορισμούς ως προς τις ναυτικές βάσεις και τις οχυρώσεις. Τα Δωδεκάνησα, τέλος, παραχωρήθηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, η οποία προβλέπει την αποστρατιωτικοποίησή τους.

Η Άγκυρα υποστηρίζει πως η Ελλάδα απέκτησε τα νησιά «υπό τον όρο» της διατήρησης του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος τους. Με βάση αυτή την ερμηνεία, κάθε στρατιωτική παρουσία που θεωρεί ότι υπερβαίνει τους επιτρεπόμενους περιορισμούς συνιστά παραβίαση των διεθνών δεσμεύσεων. Η τουρκική επιχειρηματολογία επιχειρεί, επομένως, να συνδέσει άμεσα το ζήτημα της στρατιωτικής παρουσίας με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχετικές συνθήκες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση της Τουρκίας για τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947. Παρότι δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, η Άγκυρα υποστηρίζει ότι αυτό δεν την εμποδίζει να επικαλείται τις διατάξεις της, θεωρώντας ότι το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς εξυπηρετεί ευρύτερους σκοπούς περιφερειακής ειρήνης και ασφάλειας. Στην προσπάθειά της να ενισχύσει αυτή την προσέγγιση, επικαλείται, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα των φινλανδικών νησιών Όλαντ.

Η τουρκική πλευρά απορρίπτει, παράλληλα, το επιχείρημα της αυτοάμυνας, υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ενεργοποιείται σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης και όχι απλώς λόγω της ύπαρξης απειλής. Η θέση αυτή αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφωνία ως προς τη σχέση μεταξύ των συμβατικών υποχρεώσεων αποστρατιωτικοποίησης και του δικαιώματος ενός κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία της εδαφικής του ακεραιότητας.

Η Αθήνα, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται συνολικά και αδιακρίτως, αλλά απαιτεί αυτοτελή εξέταση του νομικού καθεστώτος κάθε νησιωτικής ομάδας. Για τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, το βασικό της επιχείρημα στηρίζεται στη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936, η οποία αντικατέστησε το προηγούμενο καθεστώς των Στενών και, κατά την ελληνική ερμηνεία, κατήργησε τους σχετικούς περιορισμούς αποστρατιωτικοποίησης.

Προς ενίσχυση αυτής της θέσης, η Αθήνα επικαλείται τη δήλωση του τότε υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Τεβφίκ Ρουστού Αράς (Tevfik Rustu Aras), στην τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 31 Ιουλίου 1936, κατά την κύρωση της Σύμβασης του Μοντρέ. Σύμφωνα με τα πρακτικά που παραθέτει το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ο Αράς ανακοίνωσε με «μεγάλη ευχαρίστηση» την κατάργηση των διατάξεων για τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, νησιά της «γειτονικής και φίλης» Ελλάδας που είχαν αποστρατιωτικοποιηθεί με τη Λωζάνη.

Η Άγκυρα, ωστόσο, επιμένει σε διαφορετική ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι η Σύμβαση του Μοντρέ αφορούσε πρωτίστως το καθεστώς των Στενών και δεν επέφερε μεταβολή στο νομικό καθεστώς των νησιών. Η αντιπαράθεση αυτή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ένα ιστορικό διπλωματικό κείμενο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών, με άμεσες συνέπειες για τις σημερινές στρατηγικές επιλογές των δύο χωρών.

Στην περίπτωση των Δωδεκανήσων, η ελληνική επιχειρηματολογία ακολουθεί διαφορετική νομική οδό. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η Τουρκία, ως μη συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947, δεν μπορεί να επικαλείται τις διατάξεις της ως πηγή δικαιωμάτων υπέρ της. Η θέση αυτή στηρίζεται στην αρχή της σχετικής ισχύος των διεθνών συνθηκών, σύμφωνα με την οποία μια διεθνής συμφωνία δεν δημιουργεί, κατά κανόνα, δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους, όπως αποτυπώνεται και στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.

Πέρα, όμως, από τις επιμέρους νομικές διαφωνίες, η Αθήνα απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η ελληνική κυριαρχία επί των νησιών τελεί υπό την αίρεση της στρατιωτικής παρουσίας ή της απουσίας στρατιωτικών δυνάμεων. Η ελληνική θέση είναι σαφής: οι σχετικές συνθήκες μετέφεραν την κυριαρχία οριστικά και αμετάκλητα, χωρίς να προβλέπουν ότι ενδεχόμενη παραβίαση των όρων αποστρατιωτικοποίησης συνεπάγεται ανατροπή της εδαφικής διευθέτησης ή αυτοδίκαιη αναστροφή της μεταβίβασης της κυριαρχίας.

Στο επίκεντρο της ελληνικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται, πρωτίστως, το δικαίωμα νόμιμης άμυνας, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι οι υποχρεώσεις αποστρατιωτικοποίησης δεν μπορούν να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να ακυρώνει το δικαίωμα προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας και της ασφάλειας της χώρας. Κατά την ελληνική θέση, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό ούτε αποκομμένο από το πραγματικό στρατηγικό περιβάλλον.

Απέναντι από τα ελληνικά νησιά, με έδρα τη Σμύρνη, βρίσκεται η Στρατιά του Αιγαίου, η οποία διαθέτει σημαντικές αποβατικές δυνατότητες. Η παρουσία της αποτελεί, σύμφωνα με την Αθήνα, κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των αμυντικών αναγκών των νησιών. Στην ίδια εξίσωση προστίθεται η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995, με την οποία η ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια χαρακτηρίστηκε αιτία πολέμου (casus belli).

Έτσι, το καθεστώς των νησιών δεν παραμένει μια διαφωνία που αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία ιστορικών συνθηκών. Συνδέεται άμεσα με το σημερινό περιβάλλον ασφαλείας, την αντίληψη κάθε χώρας για τις απειλές που αντιμετωπίζει και τα όρια που θέτει στην άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Ελληνοτουρκικά: Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι την ΑΟΖ- Όλα τα «αγκάθια» στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας κι οι επόμενες κινήσεις στη γεωπολιτική «σκακιέρα» του Αιγαίου

Υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ και το ειδικό βάρος του Καστελλόριζου

Εάν στα νησιά η αντιπαράθεση επικεντρώνεται στο ζήτημα της στρατιωτικής παρουσίας, στη θάλασσα το διακύβευμα μετατοπίζεται στον καθορισμό των ορίων της εθνικής δικαιοδοσίας. Η υφαλοκρηπίδα και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα πεδία της ελληνοτουρκικής διαφοράς, καθώς συνδέονται με την έκταση των θαλάσσιων δικαιωμάτων κάθε χώρας και τις δυνατότητες αξιοποίησης των θαλάσσιων πόρων.

Η Ελλάδα θεμελιώνει τη θέση της στο άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει, κατ’ αρχήν, στα νησιά τη δυνατότητα να διαθέτουν τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με τις ηπειρωτικές ακτές. Σύμφωνα με την ελληνική προσέγγιση, η νησιωτική γεωγραφία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της οριοθέτησης και δεν μπορεί να παραμερίζεται απλώς και μόνο επειδή ένα νησί βρίσκεται κοντά στις ακτές άλλου κράτους ή μακριά από την ηπειρωτική επικράτεια της χώρας στην οποία ανήκει.

Η Αθήνα υποστηρίζει, επιπλέον, ότι οι σχετικοί κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας, στον βαθμό που αντανακλούν εθιμικό διεθνές δίκαιο, δεσμεύουν και την Τουρκία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η τελευταία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση. Με αυτό το επιχείρημα, η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αναδείξει ότι οι βασικές αρχές της θαλάσσιας οριοθέτησης δεν αποτελούν αποκλειστικά συμβατικές υποχρεώσεις των κρατών που έχουν υπογράψει τη συγκεκριμένη διεθνή συμφωνία.

Η Άγκυρα, από την πλευρά της, αντιτείνει ότι τα άρθρα 74 και 83 της ίδιας Σύμβασης θέτουν ως βασικό γνώμονα την επίτευξη «δίκαιης λύσης» κατά την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Επικαλείται, παράλληλα, διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, από την υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας έως την οριοθέτηση στη Μαύρη Θάλασσα γύρω από τη Νήσο των Φιδιών, στις οποίες η επήρεια νησιωτικών σχηματισμών περιορίστηκε κατά τη χάραξη των θαλάσσιων ορίων.

Μέσα από αυτή την επιχειρηματολογία, η τουρκική πλευρά επιχειρεί να αναδείξει ότι η ύπαρξη ενός νησιού δεν συνεπάγεται αυτομάτως πλήρη επήρεια σε κάθε περίπτωση οριοθέτησης. Η επίκληση της διεθνούς νομολογίας αποσκοπεί, επομένως, στην ενίσχυση της θέσης ότι η γεωγραφία, η σχετική θέση των ακτών και οι ειδικές περιστάσεις μιας υπόθεσης μπορούν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.

Πουθενά, ωστόσο, η ελληνοτουρκική διαφορά δεν αποκτά τόσο απτή γεωγραφική και νομική διάσταση όσο στο Καστελλόριζο. Το μικρό ακριτικό νησί, με έκταση περίπου δέκα τετραγωνικών χιλιομέτρων, βρίσκεται σε απόσταση άνω των 500 χιλιομέτρων από την ηπειρωτική Ελλάδα και μόλις δύο χιλιομέτρων από τις τουρκικές ακτές στο Κας. Η θέση του, στο ανατολικότερο άκρο της ελληνικής επικράτειας, το καθιστά κομβικό σημείο για την αντιπαράθεση γύρω από την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για την Άγκυρα, η πλήρης επήρεια του Καστελλόριζου θα είχε ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες στη γεωγραφική κατανομή των θαλάσσιων ζωνών. Σύμφωνα με τους τουρκικούς υπολογισμούς, η αναγνώριση πλήρους επήρειας θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόδοση θαλάσσιας ζώνης περίπου 40.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, επηρεάζοντας αισθητά την έκταση των θαλάσσιων περιοχών που θα μπορούσε να διεκδικήσει η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα, αντιθέτως, επιμένει ότι το Καστελλόριζο αποτελεί κατοικημένο νησί με αυτοτελή νομική υπόσταση και όχι απλώς μια ακατοίκητη βραχονησίδα. Υποστηρίζει ότι η γεωγραφική του θέση δεν αρκεί για να αναιρέσει τα δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, ενώ η επίκληση της δίκαιης λύσης δεν μπορεί να μετατραπεί σε γενική εξουσιοδότηση για την παραγνώριση της νησιωτικής γεωγραφίας.

Η ουσία της διαφωνίας βρίσκεται, επομένως, στο πώς ερμηνεύεται η δίκαιη οριοθέτηση: ως διαδικασία που οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των γεωγραφικών και νομικών δεδομένων ή ως μηχανισμός προσαρμογής της επήρειας ενός νησιού όταν η θέση του δημιουργεί ιδιαίτερα αποτελέσματα στη χάραξη των θαλάσσιων ζωνών. Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να αναγνωριστούν τα δικαιώματα του νησιού σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Για την Τουρκία, το ζητούμενο είναι να αποτραπεί μια οριοθέτηση που, κατά την άποψή της, θα περιόριζε δυσανάλογα τη δική της θαλάσσια πρόσβαση.

Το Καστελλόριζο συμπυκνώνει, έτσι, σε μια μικρή γεωγραφική έκταση το σύνολο σχεδόν των αντιθέσεων που χαρακτηρίζουν την ελληνοτουρκική διαφορά: τη σημασία της νησιωτικής γεωγραφίας, τη σχέση μεταξύ κυριαρχίας και θαλάσσιων δικαιωμάτων, αλλά και τη διαφορετική αντίληψη των δύο χωρών για τα όρια της ευθυδικίας στη διεθνή οριοθέτηση.

Τα 12 ναυτικά μίλια και η σκιά του casus belli

Στο ζήτημα των χωρικών υδάτων, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση συμπυκνώνεται σε δύο αριθμούς: έξι ή δώδεκα ναυτικά μίλια. Πίσω από αυτή την αριθμητική διαφορά βρίσκεται ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο, καθώς η έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης επηρεάζει άμεσα το εύρος των θαλάσσιων περιοχών που τελούν υπό την κυριαρχία κάθε κράτους.

Η Αθήνα επικαλείται το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει στα παράκτια κράτη το δικαίωμα να καθορίζουν το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης τους έως τα δώδεκα ναυτικά μίλια. Προς επίρρωση της θέσης της, επισημαίνει ότι η ίδια η Τουρκία εφαρμόζει το συγκεκριμένο όριο στη Μαύρη Θάλασσα και σε τμήματα της Μεσογείου. Κατά την ελληνική επιχειρηματολογία, η δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων δεν συνιστά ειδικό προνόμιο, αλλά δικαίωμα που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου.

Η Άγκυρα, ωστόσο, θεωρεί ότι η εφαρμογή του ίδιου κανόνα στο Αιγαίο θα είχε εντελώς διαφορετικές συνέπειες, εξαιτίας της γεωγραφικής ιδιομορφίας και του ημίκλειστου χαρακτήρα του. Σύμφωνα με τους τουρκικούς υπολογισμούς, μια επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια θα αύξανε το ποσοστό των υδάτων που θα περιέρχονταν στην ελληνική αιγίδα από περίπου 43% σε σχεδόν 71%. Η Άγκυρα επικαλείται αυτή τη μεταβολή για να υποστηρίξει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε δραστικά τις δικές της δυνατότητες στο Αιγαίο και θα ήταν αντίθετη προς τα ζωτικά εθνικά της συμφέροντα.

Η διαφωνία απέκτησε ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα το 1995, όταν η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να λάβει ακόμη και στρατιωτικά μέτρα σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Η απόφαση αυτή, γνωστή ως casus belli, παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στην προσπάθεια εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η Αθήνα αντιμετωπίζει την απόφαση ως απειλή χρήσης βίας, αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, τη συνδέει με την προστασία των ζωτικών εθνικών της συμφερόντων και την αποτροπή μιας μονομερούς μεταβολής της ισορροπίας στο Αιγαίο. Οι δύο προσεγγίσεις αποκαλύπτουν τη βαθιά απόσταση που χωρίζει τις αντιλήψεις των δύο χωρών όχι μόνο για την έκταση των θαλάσσιων δικαιωμάτων τους, αλλά και για τα όρια άσκησης της κρατικής ισχύος.

Η αντιπαράθεση επεκτείνεται και στον εναέριο χώρο, όπου οι θέσεις των δύο πλευρών διαφοροποιούνται αισθητά. Η Τουρκία επικαλείται τη Σύμβαση του Σικάγου του 1944, υποστηρίζοντας ότι το εύρος του εθνικού εναέριου χώρου δεν μπορεί να υπερβαίνει εκείνο των χωρικών υδάτων. Με βάση αυτή την προσέγγιση, αμφισβητεί τη νομιμότητα της ελληνικής ζώνης των δέκα ναυτικών μιλίων, δεδομένου ότι τα ελληνικά χωρικά ύδατα εκτείνονται στα έξι ναυτικά μίλια.

Η Ελλάδα, αντίθετα, θεμελιώνει τη θέση της στο προεδρικό διάταγμα του 1931, με το οποίο καθορίστηκε το εύρος του εθνικού εναέριου χώρου, καθώς και στην πρακτική που ακολούθησε η Τουρκία επί δεκαετίες. Σύμφωνα με την ελληνική επιχειρηματολογία, η απουσία επίσημης διαμαρτυρίας για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά την εξέταση της διαφοράς.

Το ζήτημα του εναέριου χώρου προσθέτει, έτσι, μία ακόμη διάσταση στην ήδη σύνθετη αντιπαράθεση. Στη θάλασσα, το επίδικο αφορά την έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης και τις συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη επέκτασή της. Στον αέρα, η διαφωνία αφορά το εύρος του εθνικού εναέριου χώρου και τη σχέση του με τα χωρικά ύδατα. Και στα δύο πεδία, οι νομικές ερμηνείες συνδέονται άμεσα με στρατηγικούς υπολογισμούς και με την επιδίωξη διατήρησης ή μεταβολής της ισορροπίας ισχύος στο Αιγαίο.

Διεθνές δίκαιο: Δύο διαφορετικές αναγνώσεις

Συνολικά, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση αναδεικνύει δύο διακριτές προσεγγίσεις ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Η Αθήνα δίνει προτεραιότητα στο γράμμα των διεθνών συμβάσεων, στη δεσμευτικότητα των κανόνων και στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, προβάλλει με μεγαλύτερη έμφαση την αρχή της ευθυδικίας και τη δυνατότητα προσαρμογής των αποτελεσμάτων της οριοθέτησης βάσει της διεθνούς νομολογίας, χωρίς να παραλείπει να επικαλείται το γράμμα των συνθηκών όταν αυτό εξυπηρετεί τις θέσεις της, όπως συμβαίνει με τη Συνθήκη της Λωζάνης και τη Σύμβαση του Σικάγου.

Η διαφοροποίηση αυτή δεν σημαίνει ότι η μία πλευρά επικαλείται αποκλειστικά τους κανόνες και η άλλη αποκλειστικά την ευθυδικία. Αντιθέτως, και οι δύο αξιοποιούν συνδυαστικά συμβατικές διατάξεις, ιστορικά δεδομένα και διεθνή νομολογία. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο ποια αρχή θεωρούν καθοριστική όταν οι επιμέρους κανόνες και οι γεωγραφικές συνθήκες οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες ή σε αντικρουόμενα αποτελέσματα.

Η προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη έχει ήδη αποτελέσει μέρος της ιστορίας της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Το 1976, η Ελλάδα προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1978, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την υπόθεση. Έκτοτε, η προοπτική μιας νέας κοινής προσφυγής εξακολουθεί να εξαρτάται από την επίτευξη συμφωνίας ως προς το αντικείμενο της διαφοράς και το εύρος των ζητημάτων που θα τεθούν υπό δικαστική κρίση.

Η Αθήνα επιμένει ότι η διαφορά που θα μπορούσε να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο αφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Η Άγκυρα, αντιθέτως, επιδιώκει να ενταχθεί στη συζήτηση ένα ευρύτερο πλέγμα διμερών διαφορών, στο οποίο περιλαμβάνονται ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης και εναέριου χώρου. Η απόσταση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων καθιστά δυσχερή τη διαμόρφωση μιας κοινά αποδεκτής διαδικασίας επίλυσης, ακόμη και όταν η προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη προβάλλεται ως επιθυμητή διέξοδος.

Στο μεταξύ, η γεωπολιτική διάσταση της αντιπαράθεσης παραμένει ισχυρή. Η ενίσχυση των ελληνικών αμυντικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη των τουρκικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, οι περιφερειακές συνεργασίες και η αντιπαράθεση για τα θαλάσσια δικαιώματα διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε νέα συμφωνία ή στρατιωτική πρωτοβουλία αποκτά ευρύτερο πολιτικό συμβολισμό.

Με την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» να προγραμματίζεται έως το 2029, η εγκατάσταση του συστήματος αναμένεται να δοκιμάσει στην πράξη μία από τις πλέον ευαίσθητες πτυχές της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης: τη σχέση ανάμεσα στο καθεστώς των νησιών, τις αμυντικές επιλογές της Αθήνας και τις διαφορετικές ερμηνείες του διεθνούς δικαίου.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά, επομένως, μόνο τις επιχειρησιακές δυνατότητες του νέου συστήματος. Αφορά και το κατά πόσο η ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας θα μπορέσει να συνυπάρξει με την αναζήτηση διαύλων συνεννόησης, σε μια περιοχή όπου η γεωγραφία, η ιστορία, οι διεθνείς συνθήκες και οι στρατηγικοί υπολογισμοί εξακολουθούν να αλληλοσυγκρούονται.

↑
Exit mobile version