Eurostat: Οι Έλληνες πεινάνε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει!- Τρεις στους δέκα Έλληνες βρίσκονται αντιμέτωποι με συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού! – Η Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Σχεδόν τρεις στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025.

Eurostat: Οι Έλληνες πεινάνε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει!- Τρεις στους δέκα Έλληνες βρίσκονται αντιμέτωποι με συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού! – Η Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα, που αποτυπώνει τις δυσκολίες τις οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εκατομμύρια πολίτες, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για την πορεία της οικονομίας και την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Το ποσοστό ανέρχεται στο 27,5%, αντιστοιχώντας σε περίπου 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους, και κατατάσσει την Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο η Βουλγαρία εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό, στο 29%, ενώ ακολουθεί από πολύ κοντά η Ρουμανία με 27,4%. Η Ελλάδα, επομένως, παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης, με την κοινωνική ευαλωτότητα να αφορά ένα εξαιρετικά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.

Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στο 20,9%, αρκετά χαμηλότερα από το ελληνικό ποσοστό. Η απόσταση αυτή αναδεικνύει το χάσμα που εξακολουθεί να χωρίζει τη χώρα από σημαντικό αριθμό ευρωπαϊκών κρατών, παρά την πολυετή προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής και τις διαδοχικές εξαγγελίες για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Τα στοιχεία επαναφέρουν, παράλληλα, στο προσκήνιο τα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται από το 2019 μέχρι σήμερα, επί κυβερνήσεων Κυριάκου Μητσοτάκη. Διότι η οικονομική ανάκαμψη, η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και η βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών αποκτούν πραγματικό κοινωνικό αντίκρισμα μόνο όταν μεταφράζονται σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια και ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.

Και σε αυτό το πεδίο, τα δεδομένα δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην ΕΕ, χωρίς οι μικρές διακυμάνσεις των τελευταίων ετών να μεταβάλλουν ουσιαστικά τη συνολική εικόνα. Μάλιστα, σε σύγκριση με το 2024, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 26,9%, καταγράφεται νέα αύξηση, στο 27,5%. Πρόκειται για μια εξέλιξη που υπογραμμίζει ότι οι πιέσεις στα ελληνικά νοικοκυριά όχι μόνο παραμένουν, αλλά εξακολουθούν να εντείνονται.

Περιφερειακές ανισότητες και ένας χάρτης φτώχειας που διευρύνεται

Η συνολική εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν εξεταστεί σε περιφερειακό επίπεδο. Πίσω από τον εθνικό μέσο όρο κρύβονται μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες, με ορισμένες περιοχές της χώρας να αντιμετωπίζουν σαφώς μεγαλύτερες δυσκολίες και να συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον επιβαρυμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέσσερις ελληνικές περιφέρειες καταγράφουν ποσοστά άνω του 31,5%, αναδεικνύοντας το βάθος του προβλήματος. Η Πελοπόννησος βρίσκεται στην κορυφή με 38,1%, ενώ ακολουθούν τα Ιόνια Νησιά με 35,7%, η Κεντρική Μακεδονία με 33% και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 31,6%.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δεν εξαντλείται στις στατιστικές καταγραφές. Πίσω από κάθε ποσοστό βρίσκονται νοικοκυριά που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε ανελαστικές δαπάνες, περιορισμένα εισοδήματα και αυξανόμενες ανάγκες. Η οικονομική ανασφάλεια δεν κατανέμεται ισότιμα στον γεωγραφικό χάρτη, ενώ οι διαφορές στην απασχόληση, στις αποδοχές και στις διαθέσιμες ευκαιρίες μπορούν να επιτείνουν τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες.

Στον αντίποδα, η Κρήτη εμφανίζει αισθητά χαμηλότερο ποσοστό, το οποίο διαμορφώνεται στο 18,2%. Η απόκλιση από τις περιφέρειες με τις υψηλότερες επιδόσεις είναι ενδεικτική των διαφορετικών συνθηκών που επικρατούν στο εσωτερικό της χώρας. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη οι πολιτικές κοινωνικής προστασίας και περιφερειακής ανάπτυξης να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε περιοχής, αντί να περιορίζονται σε οριζόντια μέτρα που δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις πραγματικές συνθήκες.

Τι σημαίνει στην πράξη ο κίνδυνος φτώχειας

Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού δεν αποτελεί έναν στενά εισοδηματικό δείκτη. Η μέτρησή του περιλαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις κοινωνικής και οικονομικής ευαλωτότητας: τον κίνδυνο εισοδηματικής φτώχειας, τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, καθώς και τη διαβίωση σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά όσους αδυνατούν να εξασφαλίσουν ένα επαρκές εισόδημα. Αφορά και εκείνους που, ακόμη κι αν διαθέτουν κάποια πηγή εσόδων, δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, να διατηρήσουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης ή να αντεπεξέλθουν σε ένα έκτακτο έξοδο χωρίς να διαταραχθεί ολόκληρος ο οικογενειακός προϋπολογισμός.

Η θέρμανση, η επαρκής διατροφή, η στέγαση, οι λογαριασμοί ενέργειας και οι απρόβλεπτες δαπάνες μετατρέπονται σε καθημερινές πηγές άγχους για χιλιάδες οικογένειες. Η αδυναμία κάλυψης ακόμη και ορισμένων από αυτές τις ανάγκες αρκεί για να αναδείξει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η οικονομική ισορροπία ενός νοικοκυριού.

Eurostat: Οι Έλληνες πεινάνε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει!- Τρεις στους δέκα Έλληνες βρίσκονται αντιμέτωποι με συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού! – Η Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης. Οι διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις και οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν περιορίσει τις δυνατότητες των νοικοκυριών, καθώς σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται πλέον στην κάλυψη βασικών εξόδων. Όταν οι τιμές στα τρόφιμα, στη στέγαση και στην ενέργεια αυξάνονται, κάθε επιπλέον δαπάνη αποκτά μεγαλύτερο βάρος, ιδιαίτερα για όσους βρίσκονται ήδη κοντά στα όρια της οικονομικής αντοχής τους.

Την ίδια στιγμή, οι μισθολογικές αυξήσεις και τα μέτρα οικονομικής στήριξης δεν αρκούν κατ’ ανάγκην για να αντισταθμίσουν τις απώλειες που έχουν υποστεί τα νοικοκυριά. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η ονομαστική αύξηση των εισοδημάτων, αλλά το τι μπορούν τελικά να αγοράσουν αυτά τα χρήματα. Όταν οι αυξήσεις στις αποδοχές υπολείπονται της επιβάρυνσης από τις τιμές και τα πάγια έξοδα, η πραγματική αγοραστική δύναμη παραμένει υπό πίεση.

Το ευρωπαϊκό παράδοξο και οι χώρες που εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις

Η σύγκριση της Ελλάδας με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το μέγεθος της απόστασης. Η Τσεχία, με ποσοστό περίπου 11,5%-12%, η Πολωνία, με περίπου 15%, και η Σλοβενία, με ποσοστό της τάξης του 15%-16%, εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερα επίπεδα κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Οι διαφορές αυτές γεννούν εύλογα ερωτήματα για τον ρόλο που διαδραματίζουν οι πολιτικές απασχόλησης, η κοινωνική προστασία, η εκπαίδευση και η στήριξη των ευάλωτων ομάδων. Το ύψος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, από μόνο του, δεν αρκεί για να εξηγήσει τις κοινωνικές επιδόσεις μιας χώρας. Εξίσου κρίσιμο είναι το πώς κατανέμεται το παραγόμενο εισόδημα, πόσο αποτελεσματικά λειτουργούν οι μηχανισμοί κοινωνικής στήριξης και ποιες δυνατότητες παρέχονται στους πολίτες για πρόσβαση σε σταθερή και αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία.

Στην ελληνική περίπτωση, το υψηλό κόστος διαβίωσης, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, οι περιφερειακές ανισότητες και οι αδυναμίες της παραγωγικής βάσης αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τις οικονομικές προοπτικές μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Παράλληλα, η ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής ισορροπίας συνυπάρχει με την απαίτηση για επαρκείς δημόσιες επενδύσεις, ισχυρότερες κοινωνικές υπηρεσίες και ένα παραγωγικό μοντέλο που θα δημιουργεί περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσο αναπτύσσεται η οικονομία, αλλά και ποιοι ωφελούνται από αυτή την ανάπτυξη. Εάν τα οφέλη δεν διαχέονται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, εάν οι αποδοχές δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής και εάν η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες παραμένει δύσκολη, η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών κινδυνεύει να μην αποτυπωθεί στην καθημερινότητα των πολιτών.

Τα πλεονάσματα δεν αρκούν όταν η κοινωνία πιέζεται

Τα στοιχεία της Eurostat επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ζήτημα: η δημοσιονομική πειθαρχία και η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων δεν αποτελούν από μόνες τους εγγύηση κοινωνικής ευημερίας. Είναι σημαντικοί δημοσιονομικοί δείκτες, αλλά η σημασία τους για την κοινωνία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν συνοδεύονται από πολιτικές που περιορίζουν τις ανισότητες, ενισχύουν τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και διασφαλίζουν ένα στοιχειώδες επίπεδο οικονομικής ασφάλειας.

Η αντιμετώπιση της φτώχειας απαιτεί παρεμβάσεις με διάρκεια και ουσιαστικό αποτύπωμα. Η στεγαστική επιβάρυνση, το κόστος της ενέργειας, η πρόσβαση σε ποιοτικές θέσεις εργασίας και η ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών βρίσκονται στον πυρήνα μιας τέτοιας προσπάθειας. Χωρίς αποτελεσματικές λύσεις σε αυτούς τους τομείς, οι οικονομικές πιέσεις είναι πιθανό να εξακολουθήσουν να πλήττουν δυσανάλογα όσους διαθέτουν τα μικρότερα περιθώρια αντίδρασης.

Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τις οικογένειες που βρίσκονται αντιμέτωπες με περισσότερες από μία μορφές στέρησης: χαμηλό εισόδημα, ασταθή απασχόληση, υψηλό ενοίκιο και αυξημένα έξοδα για βασικές ανάγκες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα μεμονωμένο μέτρο στήριξης μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της οικονομικής ανασφάλειας.

Με σχεδόν 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους να βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια από τις σημαντικότερες κοινωνικές προκλήσεις της. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι μεγάλες περιφερειακές αποκλίσεις και η επιδείνωση σε σχέση με το 2024 συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα συμβιβάζεται με την προσδοκία μιας ανάπτυξης η οποία βελτιώνει έμπρακτα τη ζωή των πολιτών.

↑
Exit mobile version