ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Γερμανία: Είναι το Βερολίνο αντιμέτωπο με ένα οικονομικό κράχ με ανυπολόγιστες συνέπειες;- Φόβοι για κατακόρυφη αύξηση στο κόστος δανεισμού της Γερμανίας

ερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες προχωρούν σε μαζικές απολύσεις, προκαλώντας νέο σοκ στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα και πιο δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται, οι ανάγκες χρηματοδότησης διογκώνονται και η οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε περιβάλλον παρατεταμένης στασιμότητας.

Γερμανία: Είναι το Βερολίνο αντιμέτωπο με ένα οικονομικό κράχ με ανυπολόγιστες συνέπειες;- Φόβοι για κατακόρυφη αύξηση στο κόστος δανεισμού της Γερμανίας

Το Βερολίνο καλείται πλέον να διαχειριστεί έναν συνδυασμό πιέσεων που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνος για τα δημόσια οικονομικά. Διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, μεταξύ των οποίων οι Fitch Ratings και Scope Ratings, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία των γερμανικών δημοσιονομικών, την ώρα που οι ανάγκες για νέο δανεισμό αυξάνονται δραματικά.

Ο συνολικός νέος δανεισμός της Γερμανίας για το 2027 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το σχέδιο προϋπολογισμού προβλέπει κρατικές δαπάνες ύψους 555,4 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο μέγεθος του νέου χρέους. Οι υψηλότερες αποδόσεις στις διεθνείς αγορές αυξάνουν σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης και αναχρηματοδότησης του γερμανικού χρέους, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον δημοσιονομικό χώρο που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση.

Και όσο οι τόκοι καταλαμβάνουν μεγαλύτερο κομμάτι του κρατικού προϋπολογισμού, τόσο μικρότερα είναι τα περιθώρια για κοινωνικές παροχές, επενδύσεις, υποδομές και πολιτικές στήριξης της οικονομίας.

Οι οίκοι αξιολόγησης προειδοποιούν για το κόστος του χρέους

Οι ανησυχίες εντείνονται καθώς οι διεθνείς αναλυτές εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή την πορεία των γερμανικών δημόσιων οικονομικών.

Σε δηλώσεις της στην εφημερίδα Welt am Sonntag, η ειδική αναλύτρια του οίκου Fitch, Malgorzata Wegner, επισήμανε ότι, μολονότι η Γερμανία συνεχίζει να απολαμβάνει συγκριτικά ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης, τα υψηλότερα επιτόκια στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου σε συνδυασμό με τον αυξημένο δανεισμό καθιστούν την εξυπηρέτηση του χρέους αισθητά ακριβότερη υπόθεση.

Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή αφορά τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, η οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν το απόλυτο δημοσιονομικό «καταφύγιο» της ευρωζώνης.

Η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει κορυφαία πιστοληπτική ικανότητα AAA. Όμως η διατήρηση αυτής της αξιολόγησης δεν σημαίνει ότι η χώρα είναι άτρωτη απέναντι στις νέες συνθήκες.

Η συνύπαρξη υψηλότερων διεθνών επιτοκίων, αυξημένων αναγκών χρηματοδότησης και αναιμικής οικονομικής ανάπτυξης δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η δημοσιονομική πίεση μπορεί να ενταθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.

Με απλά λόγια, το Βερολίνο καλείται να πληρώνει ολοένα περισσότερα για να χρηματοδοτεί το χρέος του, την ίδια στιγμή που η οικονομία παράγει περιορισμένη ανάπτυξη και οι ανάγκες για δημόσιες δαπάνες αυξάνονται.

Πάνω από 1 τρισ. ευρώ νέο χρέος έως το 2030

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική εάν εξεταστεί σε βάθος χρόνου.

Η Γερμανία αναμένεται να αναλάβει επιπλέον χρέος που θα ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ έως το 2030.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που μεταβάλλει δραστικά τα δεδομένα για μια χώρα η οποία επί χρόνια είχε οικοδομήσει την οικονομική της εικόνα πάνω στη δημοσιονομική πειθαρχία και στη συγκράτηση του δημόσιου χρέους.

Advertisement

Την ίδια στιγμή, η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές πιέσεις. Η απώλεια της πρόσβασης σε φθηνή ενέργεια έχει πλήξει ιδιαίτερα την ενεργοβόρα βιομηχανία, ενώ ο κινεζικός ανταγωνισμός έχει δημιουργήσει ένα νέο και εξαιρετικά δυσμενές τοπίο για τις γερμανικές επιχειρήσεις.

Ο άλλοτε πανίσχυρος βιομηχανικός κινητήρας της Ευρώπης παρουσιάζει πλέον εμφανή σημάδια κόπωσης.

Και το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς των κρατικών προϋπολογισμών. Γερμανικές εταιρείες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, προχωρούν σε περικοπές θέσεων εργασίας και αναδιάρθρωση δραστηριοτήτων, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τον διεθνή ανταγωνισμό και τη μετάβαση στη νέα εποχή της ηλεκτροκίνησης.

Έτσι, δημιουργείται ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος: η ασθενής ανάπτυξη περιορίζει τα φορολογικά έσοδα, οι αυξημένες ανάγκες οδηγούν σε περισσότερο δανεισμό και ο ακριβότερος δανεισμός επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά.

Ο εφιάλτης μιας υποβάθμισης της Γερμανίας

Στο Βερολίνο εντείνονται πλέον οι ανησυχίες για το ενδεχόμενο απώλειας της κορυφαίας πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Σύμφωνα με αναλύσεις που δημοσιεύει η Handelsblatt, μια ενδεχόμενη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσε να επιβαρύνει άμεσα τη Γερμανία με επιπλέον 10 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως μόνο για δαπάνες τόκων.

Αν ένας τέτοιος λογαριασμός προστεθεί στις ήδη αυξανόμενες υποχρεώσεις του προϋπολογισμού, το δημοσιονομικό περιθώριο του Βερολίνου θα μπορούσε να περιοριστεί ακόμη περισσότερο.

Και τότε η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες επιλογές.

Η κυβέρνηση Μέρτς περιορίζει τα διαθέσιμα κονδύλια για κοινωνικές παροχές, πράσινη μετάβαση και δημόσιες υποδομές, ενώ μετακυλίει μέρος του βάρους στους πολίτες μέσω πιθανών φορολογικών επιβαρύνσεων ή περικοπών.

Παράλληλα, η άνοδος του κόστους χρήματος επιβαρύνει τις γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη δίνουν μάχη για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές.

Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή πίεση: το κράτος δανείζεται ακριβότερα και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, σε μια οικονομία που χρειάζεται επειγόντως νέες επενδύσεις.

Γερμανία: Είναι το Βερολίνο αντιμέτωπο με ένα οικονομικό κράχ με ανυπολόγιστες συνέπειες;- Φόβοι για κατακόρυφη αύξηση στο κόστος δανεισμού της Γερμανίας

Οι πολιτικές αντιδράσεις μεγαλώνουν

Οι εξελίξεις προκαλούν ήδη έντονες αντιδράσεις στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, ιδιαίτερα ενόψει των συζητήσεων για τον προϋπολογισμό στο κοινοβούλιο.

Ο υπεύθυνος προϋπολογισμού της παράταξης CDU/CSU, Christian Haase, υπογράμμισε ότι οι συνεχώς αυξανόμενες δαπάνες για τόκους συνιστούν πλέον το μεγαλύτερο μακροπρόθεσμο πρόβλημα για τα δημόσια ταμεία.

Η συγκεκριμένη προειδοποίηση αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα το Βερολίνο: όσο μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους, τόσο λιγότεροι πόροι απομένουν για να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Και η Γερμανία έχει μπροστά της έναν μακρύ κατάλογο αναγκών: ενεργειακές υποδομές, εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας, ψηφιοποίηση, άμυνα, μεταφορές, κοινωνικές δαπάνες και πράσινη μετάβαση.

Όλα αυτά απαιτούν κεφάλαια. Και τα κεφάλαια αυτά γίνονται ολοένα ακριβότερα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τους επενδυτές

Για τους επενδυτές που έχουν σημαντική έκθεση στην ευρωζώνη, η δημοσιονομική στενωπός της Γερμανίας αποτελεί πλέον παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία εμπεριέχει τον κίνδυνο μερικής ή ολικής απώλειας κεφαλαίου. Οι ιστορικές αποδόσεις δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές.

Σε ένα περιβάλλον αυξημένου δημοσιονομικού και επιτοκιακού κινδύνου, η διαφοροποίηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Μία πιθανή στρατηγική είναι ο περιορισμός της αποκλειστικής έκθεσης στα εγχώρια γερμανικά Bunds και η στροφή προς ομόλογα άλλων ισχυρών οικονομιών, όπως οι ΗΠΑ, ή προς υπερεθνικούς τίτλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο τη μείωση του κινδύνου συγκέντρωσης.

Παράλληλα, η εστίαση σε εταιρείες με ισχυρές ταμειακές ροές (free cash flow), χαμηλό δανεισμό και ανθεκτικούς ισολογισμούς μπορεί να περιορίσει την άμεση έκθεση σε μια περαιτέρω άνοδο του κόστους χρήματος.

Μια ακόμη επιλογή για τη διαφοροποίηση του κινδύνου είναι η μετατόπιση μέρους των κεφαλαίων προς διεθνή ETFs, όπως εκείνα που παρακολουθούν τον δείκτη MSCI World, μειώνοντας έτσι την εξάρτηση από τη διαρθρωτική επιβράδυνση της γερμανικής αγοράς.

Κραχ ή προειδοποιητικό καμπανάκι;

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν όλα τα παραπάνω προαναγγέλλουν ένα νέο γερμανικό «κραχ» ή εάν πρόκειται για μια δύσκολη αλλά διαχειρίσιμη περίοδο προσαρμογής.

Η απάντηση δεν είναι δεδομένη.

Η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: τεράστια βιομηχανική βάση, ισχυρές επιχειρήσεις, βαθιές κεφαλαιαγορές και υψηλή πιστοληπτική αξιοπιστία.

Ωστόσο, το οικονομικό μοντέλο που για δεκαετίες στήριξε την ευημερία της χώρας βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.

Η φθηνή ενέργεια δεν θεωρείται πλέον δεδομένη. Η Κίνα από βασική αγορά έχει μετατραπεί σε ολοένα ισχυρότερο ανταγωνιστή. Το κόστος χρήματος έχει αυξηθεί και το δημόσιο χρέος εισέρχεται σε μια νέα εποχή.

Το Βερολίνο βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η Γερμανία μπορεί να συνεχίσει να δανείζεται. Μπορεί.

Το ερώτημα είναι πόσο θα κοστίζει αυτός ο δανεισμός και πόσο δημοσιονομικό χώρο θα απομένει όταν ο λογαριασμός των τόκων αρχίσει να καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη γερμανική οικονομία — και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την Ευρώπη.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button