Γιατί η Ευρώπη συναινεί στην ενεργειακή της «αυτοκτονία»: «Η συμφωνία με τον Πούτιν είναι εκτός συζήτησης» λέει ο Μερτς- Νέο κύμα κυρώσεων κατά της Ρωσίας υπόσχονται οι Βρυξέλλες, την ώρα που ο Τραμπ «αλλάζει στρατόπεδο» και ξεκινά «νέες μπίζνες» με τους Ρώσους!

Η Ευρώπη λέει ΟΧΙ στο ρωσικό ντίζελ και αφήνει τους πολίτες της αντιμέτωπους με την ενεργειακή ασφυξία

Την ώρα που το κύμα της ενεργειακής ακρίβειας εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά νοικοκυριά, επιχειρήσεις και ολόκληρους παραγωγικούς κλάδους, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει να παραμείνει αμετακίνητη στη σκληρή αντιρωσική γραμμή της, αντιδρώντας έντονα στην πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.

Γιατί η Ευρώπη συναινεί στην ενεργειακή της «αυτοκτονία»: «Η συμφωνία με τον Πούτιν είναι εκτός συζήτησης» λέει ο Μερτς- Νέο κύμα κυρώσεων κατά της Ρωσίας υπόσχονται οι Βρυξέλλες, την ώρα που ο Τραμπ «αλλάζει στρατόπεδο» και ξεκινά «νέες μπίζνες» με τους Ρώσους!

Η συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν προκαλεί δυσφορία στις Βρυξέλλες, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της Δύσης, την ώρα που η ενεργειακή ασφάλεια εξελίσσεται σε ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αναδεικνύει μια αντίφαση που γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να αγνοηθεί: ενώ η Ευρώπη επιμένει στη στρατηγική της οικονομικής απομόνωσης της Ρωσίας, οι πολίτες της εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά την ενέργεια και οι επιχειρήσεις της να δοκιμάζονται από το αυξημένο κόστος παραγωγής. Η γεωπολιτική αντιπαράθεση παραμένει στο προσκήνιο, όμως ο λογαριασμός της ενεργειακής κρίσης φτάνει καθημερινά στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.

Η συμφωνία Ουάσιγκτον–Μόσχας έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ εκφράζουν την ανησυχία τους ότι η αμερικανική πρωτοβουλία υπονομεύει την κοινή δυτική στρατηγική και αποδυναμώνει το μέτωπο απέναντι στο Κρεμλίνο. Για τις Βρυξέλλες, η απάντηση εξακολουθεί να βρίσκεται στην ενίσχυση των κυρώσεων και στην άσκηση ακόμη μεγαλύτερης οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.

Πίσω, ωστόσο, από τις διπλωματικές διακηρύξεις και τις διαρκείς εκκλήσεις για αυστηρότερα μέτρα, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει η ευρωπαϊκή οικονομία μια παρατεταμένη πολιτική ενεργειακής αποσύνδεσης, όταν οι εναλλακτικές πηγές προμήθειας δεν εγγυώνται πάντοτε ούτε επάρκεια ούτε ανταγωνιστικές τιμές; Και, κυρίως, ποιος θα επωμιστεί το κόστος εάν η γεωπολιτική επιμονή αποδειχθεί ακριβότερη από τις οικονομικές αντοχές της ίδιας της Ευρώπης;

Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ που άναψε φωτιές στις Βρυξέλλες

Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, η συμφωνία προβλέπει την άμεση διάθεση 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ και στις διεθνείς αγορές. Το σχέδιο περιλαμβάνει ακόμη 500.000 τόνους τον Νοέμβριο, καθώς και επιπλέον ένα εκατομμύριο τόνους σε επόμενο στάδιο, διαμορφώνοντας ένα σχέδιο προμήθειας καυσίμων που επιχειρεί να απαντήσει στις πιέσεις της διεθνούς αγοράς.

Για να καταστεί δυνατή η συναλλαγή, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε ευρεία εξαίρεση του ρωσικού ντίζελ από τις κυρώσεις έως τον Απρίλιο του 2027. Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις στην Ουκρανία και έντονο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες βλέπουν στην αμερικανική κίνηση μια διαφοροποίηση από τη στρατηγική που οι ίδιες εξακολουθούν να υπερασπίζονται.

Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες καυσίμων σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές αγορές δοκιμάζονται από αλλεπάλληλες αναταράξεις. Η ενίσχυση της προσφοράς αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την πορεία των τιμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια συγκεκριμένη συμφωνία αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τις ισορροπίες της αγοράς.

Από την ευρωπαϊκή πλευρά, οι επιφυλάξεις επικεντρώνονται στο κατά πόσο οι συγκεκριμένες ποσότητες θα έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στις τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων. Την ίδια στιγμή, όμως, η αντίδραση των Βρυξελλών επαναφέρει στο προσκήνιο το ευρύτερο δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: πώς θα συνδυάσει την πολιτική πίεση προς τη Ρωσία με την ανάγκη για προσιτή και αξιόπιστη ενεργειακή τροφοδοσία.

Κάλας: Περισσότερη πίεση στη Μόσχα, καμία υποχώρηση

Σταθερά προσηλωμένη στη γραμμή της ενίσχυσης των κυρώσεων εμφανίζεται η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, η οποία επιμένει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να χαλαρώσει τη στάση της απέναντι στη Ρωσία. Αντίθετα, θεωρεί πως η συνέχιση και η εντατικοποίηση της οικονομικής πίεσης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου.

«Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχός μας, αλλά το μήνυμά μας είναι σαφές: αν θέλουμε να τερματίσουμε αυτόν τον πόλεμο, ο μόνος τρόπος είναι να ασκήσουμε μεγαλύτερη πίεση στη Ρωσία», δήλωσε στο Λουξεμβούργο.

Η Κάλας υπογράμμισε ότι η Μόσχα ήταν εκείνη που ξεκίνησε τον πόλεμο, καλώντας παράλληλα την αμερικανική κυβέρνηση να προχωρήσει στην εφαρμογή του νομοσχεδίου του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία προβλέπει εκτεταμένες κυρώσεις και δασμούς σε βάρος της Ρωσίας, με στόχο την περαιτέρω συρρίκνωση των οικονομικών δυνατοτήτων της.

Κατά την εκτίμηση της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, η εφαρμογή των μέτρων θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την πίεση προς το Κρεμλίνο. Η θέση αυτή αποτυπώνει την επιμονή της ΕΕ να διατηρήσει ανοιχτό το μέτωπο των οικονομικών κυρώσεων, ακόμη και όταν η ενεργειακή διάσταση της αντιπαράθεσης δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Οι Βρυξέλλες σφίγγουν τον κλοιό – Νέο κύμα κυρώσεων κατά της Ρωσίας

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και άλλοι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών, επιβεβαιώνοντας ότι η ευρωπαϊκή πλευρά δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη στρατηγική των κυρώσεων. Η Ιρλανδή υπουργός Εξωτερικών, Έλεν ΜακΈντι, χαρακτήρισε ανησυχητική τη συμφωνία Τραμπ–Πούτιν, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπεύει να συνεχίσει την πολιτική οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.

Παράλληλα, η Ένωση προχώρησε σε νέα, εκτεταμένη διεύρυνση του καταλόγου των κυρώσεων, θέτοντας στο στόχαστρο περισσότερα από 1.600 πρόσωπα και οντότητες που κατηγορούνται ότι στηρίζουν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια. Πάνω από τα μισά συνδέονται με την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων, γεγονός που υπογραμμίζει τη στόχευση των ευρωπαϊκών μέτρων σε δραστηριότητες οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για τις στρατιωτικές δυνατότητες της Ρωσίας.

Από την πλευρά της, η υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, Μαρία Μάλμερ Στένεργκαρντ, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για την αμερικανορωσική συμφωνία, ζητώντας να αξιοποιηθούν τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία για την ενίσχυση της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Λιθουανός υπουργός Εξωτερικών, Κεστούτις Μπούντρις, ο οποίος αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα της συμφωνίας, εκτιμώντας ότι δεν πρόκειται να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση ούτε στις τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων ούτε στη συνοχή της Δύσης. Κατά την άποψή του, η Ευρώπη οφείλει να εντείνει ακόμη περισσότερο την πίεση προς τη Μόσχα, προκειμένου να διασφαλίσει τη στήριξη της Ουκρανίας ενόψει του χειμώνα.

Το μήνυμα των ευρωπαϊκών πρωτευουσών είναι σαφές: η στρατηγική των κυρώσεων παραμένει βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι κατά πόσο αυτή η επιλογή μπορεί να συνδυαστεί με μια αποτελεσματική απάντηση στο ενεργειακό κόστος, το οποίο εξακολουθεί να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Ο πόλεμος στο Ιράν προσθέτει νέα καύσιμη ύλη στην ενεργειακή κρίση

Η ενεργειακή αναταραχή δεν περιορίζεται στο μέτωπο της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στις διεθνείς αγορές, εντείνοντας την αβεβαιότητα γύρω από την προσφορά και την πορεία των τιμών των καυσίμων.

Σύμφωνα με το Euronews, ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν αποτελεί βασικό παράγοντα της ανόδου στις τιμές των καυσίμων, εξέλιξη που εντείνει την πολιτική πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης προστίθενται σε ένα ήδη επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο οι ενεργειακές ροές, οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων επηρεάζουν άμεσα τις αγορές.

Ο Εσθονός υπουργός Εξωτερικών, Μάργκους Τσάκνα, εκτίμησε ότι η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ ενδέχεται να έχει περιορισμένη επίδραση στις τιμές, συνδέοντας παράλληλα τις αμερικανικές κινήσεις με τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Τραμπ.

Η ουσία, πάντως, βρίσκεται στο γεγονός ότι η ενεργειακή κρίση αποκτά πλέον πολλαπλές εστίες έντασης. Η ρωσοουκρανική σύγκρουση εξακολουθεί να επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις της Ευρώπης, ενώ οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προσθέτουν νέους κινδύνους και περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες σταθεροποίησης της αγοράς.

Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει ότι η αναζήτηση αξιόπιστων και οικονομικά προσιτών ενεργειακών προμηθειών γίνεται ολοένα πιο σύνθετη. Οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα γεωπολιτικές δεσμεύσεις, κινδύνους εφοδιασμού και κοινωνικές πιέσεις, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας μεταφέρεται από τις διεθνείς αγορές στην πραγματική οικονομία.

Γιατί η Ευρώπη συναινεί στην ενεργειακή της «αυτοκτονία»: «Η συμφωνία με τον Πούτιν είναι εκτός συζήτησης» λέει ο Μερτς- Νέο κύμα κυρώσεων κατά της Ρωσίας υπόσχονται οι Βρυξέλλες, την ώρα που ο Τραμπ «αλλάζει στρατόπεδο» και ξεκινά «νέες μπίζνες» με τους Ρώσους!

Η «ενεργειακή εκεχειρία» ανοίγει νέο μέτωπο αντιπαράθεσης

Αμφισβητήσεις προκαλεί και η ενεργειακή εκεχειρία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Εσθονός υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι η πρωτοβουλία δεν αποδίδει, επικαλούμενος τις συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας.

Η συζήτηση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η εκεχειρία φέρεται να επικεντρώνεται αρχικά στα διυλιστήρια πετρελαίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Euronews, η Ουκρανία διαθέτει ένα διυλιστήριο, ενώ η Ρωσία έχει 32 μεγάλα διυλιστήρια.

Η συγκεκριμένη αναλογία βρίσκεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών επιφυλάξεων, καθώς δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να προσφέρει ισόρροπη προστασία στις δύο πλευρές. Η Κάγια Κάλας υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ισορροπημένη, καθώς ενδέχεται να ευνοεί περισσότερο τη ρωσική πλευρά.

Την ίδια στιγμή, το Κίεβο έχει εξαπολύσει επανειλημμένες επιθέσεις στη ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία, επιδιώκοντας να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν την πολεμική προσπάθεια της Μόσχας.

Η αντιπαράθεση γύρω από την εκεχειρία αποκαλύπτει ότι ακόμη και μια πρωτοβουλία που παρουσιάζεται ως μέσο αποκλιμάκωσης μπορεί να προκαλέσει νέες εντάσεις, όταν τα εμπλεκόμενα μέρη διαφωνούν ως προς τους όρους, την εφαρμογή και την κατανομή των συνεπειών της. Για την Ευρώπη, το ζήτημα δεν είναι μόνο η προστασία των ενεργειακών υποδομών, αλλά και το κατά πόσο οι σχετικές συμφωνίες μπορούν να αποτρέψουν νέες επιθέσεις χωρίς να δημιουργούν πρόσθετα στρατηγικά πλεονεκτήματα για τη μία πλευρά.

Μερτς: «Η συμφωνία με τη Ρωσία είναι εκτός συζήτησης»

Σαφές μήνυμα στήριξης προς την Ουκρανία έστειλε και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος επανέλαβε ότι το Βερολίνο παραμένει στο πλευρό του Κιέβου και αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα την ενεργειακή πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου.

Ο Μερτς υποστήριξε ότι οι ρωσικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ουκρανίας συνεχίζονται, παρά την ανακοίνωση της εκεχειρίας. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας για το πετρέλαιο δεν αποτελεί επιλογή για τη Γερμανία, επιβεβαιώνοντας τη βούληση της κυβέρνησής του να διατηρήσει τη σημερινή πολιτική γραμμή απέναντι στη Μόσχα.

«Η Ευρώπη βασίζεται στις κυρώσεις», ήταν το μήνυμα του Γερμανού καγκελαρίου.

Η γερμανική στάση, ωστόσο, συνοδεύεται από μια δύσκολη εσωτερική εξίσωση. Από τη μία πλευρά, το Βερολίνο επιμένει στη συνέχιση των κυρώσεων και στην πολιτική στήριξης της Ουκρανίας. Από την άλλη, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το ενεργειακό βάρος που επωμίζονται πολίτες και επιχειρήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Μερτς ανακοίνωσε ότι το CDU θα εισηγηθεί τη μείωση του φόρου ηλεκτρικής ενέργειας στο χαμηλότερο επίπεδο που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Ο ίδιος αναγνώρισε ότι η φορολογική ελάφρυνση είναι αναγκαία, τόσο για την οικονομία όσο και για την αξιοπιστία της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο πρέπει να αξιοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Η συγκεκριμένη εξαγγελία αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η πολιτική των κυρώσεων αποτελεί βασικό άξονα της εξωτερικής τους στρατηγικής, αλλά η ανάγκη για άμεση οικονομική ανακούφιση επιβάλλει παράλληλα την αναζήτηση μέτρων που θα περιορίσουν τις επιπτώσεις της ενεργειακής ακρίβειας στο εσωτερικό των χωρών τους.

Η Ευρώπη παγιδευμένη στις δικές της αντιφάσεις

Η αντιπαράθεση γύρω από το ρωσικό ντίζελ φέρνει στην επιφάνεια δύο διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τη διαχείριση της ενεργειακής ασφάλειας και της γεωπολιτικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες καυσίμων μέσω μιας συμφωνίας με τη Μόσχα, επιδιώκοντας να ανταποκριθεί στις πιέσεις των αγορών. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αντίθετα, επιμένουν ότι η οικονομική απομόνωση της Ρωσίας πρέπει να συνεχιστεί και να ενισχυθεί.

Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι η γεωπολιτική της στρατηγική δεν μπορεί να παραμείνει αποκομμένη από την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Οι υψηλές τιμές ενέργειας αυξάνουν το κόστος παραγωγής, επιβαρύνουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων, περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και δυσχεραίνουν την προσπάθεια διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όσο το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό, τόσο εντείνεται η πίεση προς τις κυβερνήσεις να παρουσιάσουν μια πειστική και εφαρμόσιμη στρατηγική για την εξασφάλιση επαρκούς και προσιτής ενέργειας. Οι πολιτικές διακηρύξεις περί αποφασιστικότητας απέναντι στη Μόσχα δεν αρκούν από μόνες τους για να μειώσουν τους λογαριασμούς, να ανακουφίσουν τις βιομηχανίες ή να προστατεύσουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της ευρωπαϊκής αντίφασης: οι Βρυξέλλες επιμένουν στη διατήρηση της απόστασης από τη Ρωσία, την ώρα που οι ευρωπαϊκές οικονομίες καλούνται να απορροφήσουν το κόστος μιας παρατεταμένης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν αποτελεί απλώς ένα ζήτημα διπλωματικών ισορροπιών, αλλά μια παράμετρο που επηρεάζει την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων και τη βιωσιμότητα ολόκληρων παραγωγικών κλάδων.

Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν λειτουργεί, έτσι, ως αφορμή για να αναδειχθεί ένα βαθύτερο πρόβλημα: η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην πολιτική πίεση προς τη Ρωσία, στην ανάγκη στήριξης της Ουκρανίας και στην υποχρέωση να προστατεύσει τις δικές της οικονομίες από τις συνέπειες της ενεργειακής αναταραχής.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο αποτελεσματικές μπορούν να αποδειχθούν οι κυρώσεις απέναντι στη Μόσχα. Είναι και κατά πόσο η ίδια η Ευρώπη διαθέτει τα οικονομικά περιθώρια και τα κατάλληλα εργαλεία για να αντέξει τις συνέπειες μιας στρατηγικής που απαιτεί χρόνο, αντοχές και σημαντικό κόστος.

Γιατί, όσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν να σκληραίνουν τη στάση τους απέναντι στη Ρωσία χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μια πειστική απάντηση στο πρόβλημα της προσιτής ενέργειας, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος η πολιτική πίεσης προς τη Μόσχα να μετατραπεί σε πρόσθετη πίεση πάνω στις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Και τότε η αντίφαση θα είναι ακόμη πιο ηχηρή: στην προσπάθειά της να περιορίσει την ενεργειακή ισχύ της Ρωσίας, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με το κόστος των δικών της επιλογών, πληρώνοντας ακριβά μια στρατηγική της οποίας τις οικονομικές συνέπειες δυσκολεύεται να απορροφήσει.

↑
Exit mobile version