Great Sea Interconnector: Πρόθυμη να μεταθέσει το 2028 την επανεκκίνηση των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου η Nexans!-Έτσι κερδίζει αυτά που θέλει ο Ερντογάν επί του πεδίου!- Ορατός ο κίνδυνος μιας νέας εθνικής υποχώρησης μπροστά στα τερτίπια των Τούρκων

Ο επικεφαλής της Nexans, Julien Hueber, αφήνει ανοιχτό το χρονοδιάγραμμα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, την ώρα που οι πολιτικές και διπλωματικές διαβουλεύσεις συνεχίζονται και η εταιρεία θωρακίζεται απέναντι στο ενδεχόμενο νέων καθυστερήσεων.

Great Sea Interconnector: Πρόθυμη να μεταθέσει το 2028 την επανεκκίνηση των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου η Nexans!-Έτσι κερδίζει αυτά που θέλει ο Ερντογάν επί του πεδίου!- Ορατός ο κίνδυνος μιας νέας εθνικής υποχώρησης μπροστά στα τερτίπια των Τούρκων

Στο 2028 μεταφέρεται πλέον ο χρονικός ορίζοντας ενδεχόμενης επανεκκίνησης του Great Sea Interconnector (GSI), της ηλεκτρικής διασύνδεσης που φιλοδοξεί να συνδέσει την Ελλάδα με την Κύπρο, αίροντας την ενεργειακή απομόνωση της Μεγαλονήσου. Ο διευθύνων σύμβουλος της Nexans, Julien Hueber, απέφυγε να δώσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την πορεία του έργου, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά ότι η επόμενη ημέρα του παραμένει συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο.

Μιλώντας σε αναλυτές, μετά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων εννεαμήνου της εταιρείας, ο επικεφαλής της Nexans κράτησε αποστάσεις από κάθε πρόβλεψη για την επανέναρξη των εργασιών. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι το GSI δεν περιλαμβάνεται στις οικονομικές προβλέψεις της εταιρείας για το 2026, αποτυπώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να περιβάλλει ένα έργο με ιδιαίτερη βαρύτητα για την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση Ελλάδας και Κύπρου.

Η χρονική μετάθεση δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη αναπροσαρμογή του προγραμματισμού. Αναδεικνύει τον κίνδυνο παρατεταμένης εκκρεμότητας για μια διασύνδεση που έχει αναχθεί σε στρατηγική προτεραιότητα, ενώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο οι γεωπολιτικές πιέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την υλοποίησή της.

Η Τουρκία έχει εκφράσει αντιδράσεις για την προοπτική του έργου, γεγονός που εντάσσει την πορεία του σε ένα ευρύτερο πλαίσιο περιφερειακών ανταγωνισμών. Εάν οι διπλωματικές εκκρεμότητες και οι αντιδράσεις αυτές οδηγήσουν σε νέα αναβολή, η συζήτηση για το πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης υποχώρησης της Αθήνας και της Λευκωσίας θα γίνει αναπόφευκτη. Το διακύβευμα, άλλωστε, δεν περιορίζεται στο χρονοδιάγραμμα ενός τεχνικού έργου, αλλά αφορά τη δυνατότητα των δύο χωρών να προωθήσουν έναν σχεδιασμό στρατηγικής σημασίας μέσα σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η Nexans κρατά αποστάσεις και παραπέμπει στις πολιτικές διεργασίες

Το μήνυμα του Julien Hueber ήταν σαφές ως προς την πρόθεση της εταιρείας να αποφύγει πρόωρες εκτιμήσεις. Ερωτηθείς από αναλύτρια για το ενδεχόμενο επανέναρξης των ερευνών βυθού στο τέλος Οκτωβρίου, καθώς και για την πιθανή είσπραξη των 25 εκατ. ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία, ο επικεφαλής της Nexans επέλεξε να μην ανοίξει τα χαρτιά του.

Η στάση αυτή συνδέεται, όπως εξήγησε, με την εμπειρία της προηγούμενης περιόδου και ειδικότερα με τα προβλήματα που αντιμετώπισε η εταιρεία περίπου έναν χρόνο νωρίτερα. Ο ίδιος απέφυγε να καλλιεργήσει προσδοκίες για άμεσες εξελίξεις, παραπέμποντας στις διαβουλεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.

«Θέλω να είμαι πολύ προσεκτικός σε ό,τι αφορά το GSI, καθώς δεν θέλω να επαναλάβουμε το πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε πριν από περίπου έναν χρόνο, το 2025. Θα είμαι πολύ προσεκτικός στις δηλώσεις μου. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο και θα αφήσω τις πολιτικές διεργασίες να εξελιχθούν. Όταν έρθει η στιγμή να τοποθετηθεί και να επικοινωνήσει η Nexans, θα το κάνουμε. Προς το παρόν, οι συζητήσεις βρίσκονται σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο».

Η τοποθέτηση του CEO της Nexans αφήνει ανοιχτά τα κρίσιμα ερωτήματα για το αμέσως επόμενο διάστημα. Δεν προσδιορίζει εάν και πότε θα επανεκκινήσουν οι έρευνες βυθού, ούτε παρέχει σαφή εικόνα για την εξέλιξη των οικονομικών εκκρεμοτήτων που συνδέονται με το έργο. Αντίθετα, καθιστά σαφές ότι η εταιρεία δεν προτίθεται να αναλάβει δημόσιες δεσμεύσεις προτού διαμορφωθούν οι αναγκαίες πολιτικές και διπλωματικές προϋποθέσεις.

Η επιφυλακτικότητα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι έρευνες βυθού αποτελούν ένα από τα απαραίτητα στάδια για την προώθηση του έργου. Χωρίς σαφή προγραμματισμό των σχετικών εργασιών, η αλληλουχία των επόμενων τεχνικών και χρηματοδοτικών βημάτων παραμένει αβέβαιη, μεταθέτοντας χρονικά και την προοπτική ουσιαστικής επανεκκίνησης.

Το 2028 ως ορόσημο – Τα εναλλακτικά σχέδια της Nexans

Πιο συγκεκριμένη εικόνα για τον χρονικό ορίζοντα του GSI έδωσε ο Julien Hueber απαντώντας σε δεύτερη ερώτηση αναλυτή, ο οποίος ζήτησε να διευκρινιστεί εάν το έργο θα μπορούσε να επανέλθει στη δραστηριότητα της Nexans από το 2028 ή το 2029, σε συνδυασμό με τα νέα έργα τεχνολογίας MI (mass insulated line) που προετοιμάζει η εταιρεία.

Η απάντηση ανέδειξε τη στρατηγική που ακολουθεί η Nexans για τον περιορισμό της επιχειρηματικής έκθεσής της στις καθυστερήσεις του GSI. Η εταιρεία προχωρά στην ανάπτυξη άλλων έργων, με στόχο να διατηρήσει σε υψηλά επίπεδα την αξιοποίηση της παραγωγικής της μονάδας και να μην εξαρτά τη λειτουργία της από την εξέλιξη ενός και μόνο σχεδίου.

«Το πρώτο μήνυμα σχετικά με την τεχνολογία MI είναι ότι έχουμε μειώσει τον κίνδυνο που συνδέεται με το GSI, καθώς προχωράμε με το νέο έργο MI. […] Αυτό θα διασφαλίσει την αξιοποίηση της παραγωγικής μας μονάδας έως τα μέσα του 2028.

Αυτό μας δίνει χρόνο για δύο πράγματα. Πρώτον, να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε πάνω σε άλλα έργα MI που βρίσκονται υπό προετοιμασία στη Μεσόγειο, προκειμένου να διασφαλίσουμε την αξιοποίηση της μονάδας μετά τα μέσα του 2028, καθώς υπάρχουν αρκετά έργα υπό συζήτηση.

Δεύτερον, μας δίνει χρόνο για το GSI, εφόσον το έργο επανεκκινήσει, να πραγματοποιήσουμε πρώτα τις έρευνες βυθού, οι οποίες απαιτούν αρκετούς μήνες, καθώς και τον προκαταρκτικό τεχνικό σχεδιασμό και την προετοιμασία της χρηματοδότησης, ώστε το έργο να μπορέσει να επανεκκινήσει από το 2028.

Πιστεύω ότι το σημαντικότερο είναι πως έχουμε μειώσει τον κίνδυνο που συνδέεται με το έργο MI.

Είτε προχωρήσει το GSI είτε όχι, αυτό δεν θα αλλάξει τη συνολική εικόνα των οικονομικών μας προβλέψεων έως το 2028».

Από τις δηλώσεις αυτές προκύπτει ότι η Nexans αντιμετωπίζει το 2028 ως πιθανό χρονικό σημείο επανεκκίνησης, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα έχουν προηγηθεί οι απαραίτητες αποφάσεις και θα έχουν εξασφαλιστεί οι συνθήκες για την επιστροφή του έργου σε τροχιά υλοποίησης. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για ανεπιφύλακτη δέσμευση ότι οι εργασίες θα ξεκινήσουν τότε, αλλά για έναν χρονικό ορίζοντα που εξαρτάται από την εξέλιξη των εκκρεμοτήτων.

Το περιθώριο που δημιουργούν τα νέα έργα MI επιτρέπει στην εταιρεία να κινηθεί με μεγαλύτερη ευελιξία. Από τη μία πλευρά, μπορεί να επιδιώξει την ανάληψη πρόσθετων έργων στη Μεσόγειο, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της παραγωγικής δραστηριότητας και μετά τα μέσα του 2028.

Great Sea Interconnector: Πρόθυμη να μεταθέσει το 2028 την επανεκκίνηση των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου η Nexans!-Έτσι κερδίζει αυτά που θέλει ο Ερντογάν επί του πεδίου!- Ορατός ο κίνδυνος μιας νέας εθνικής υποχώρησης μπροστά στα τερτίπια των Τούρκων

Από την άλλη, εφόσον υπάρξει απόφαση επανεκκίνησης του GSI, θα μπορεί να προχωρήσει σταδιακά στις απαραίτητες προπαρασκευαστικές ενέργειες, από τις έρευνες βυθού μέχρι τον προκαταρκτικό τεχνικό σχεδιασμό και την προετοιμασία της χρηματοδότησης.

Με άλλα λόγια, η Nexans επιχειρεί να διαχωρίσει τον δικό της επιχειρηματικό σχεδιασμό από την αβεβαιότητα που περιβάλλει το GSI. Η εταιρεία δεν εμφανίζεται πλέον να στηρίζει τις οικονομικές της προοπτικές αποκλειστικά στην εξέλιξη της ηλεκτρικής διασύνδεσης, αλλά να αναζητά εναλλακτικές που θα της επιτρέψουν να διατηρήσει την παραγωγική της δυναμικότητα ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης του έργου.

Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη: για τη Nexans, το ζήτημα αφορά πρωτίστως τη διαχείριση του επιχειρηματικού κινδύνου και την εξασφάλιση της παραγωγικής συνέχειας. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, όμως, οι συνέπειες μιας νέας καθυστέρησης είναι ευρύτερες, καθώς αγγίζουν τον ενεργειακό σχεδιασμό, τη διασυνδεσιμότητα και την αξιοπιστία των δεσμεύσεων για την προώθηση ενός έργου στρατηγικής σημασίας.

Η τουρκική αντίδραση και το γεωπολιτικό διακύβευμα

Πέρα από τις τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους, το GSI παραμένει ένα έργο με σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό ενίσχυσης των ενεργειακών διασυνδέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η υλοποίησή της συνδέεται με τη δυνατότητα της Κύπρου να αποκτήσει απευθείας ηλεκτρική σύνδεση με το ευρωπαϊκό δίκτυο μέσω της Ελλάδας.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι τουρκικές αντιδράσεις αποτελούν έναν από τους παράγοντες που επιβαρύνουν το πολιτικό και διπλωματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται το έργο. Η σημασία τους δεν βρίσκεται μόνο στις επιμέρους διαφωνίες που μπορεί να προκύπτουν, αλλά και στο ενδεχόμενο να επηρεαστεί η πρακτική εφαρμογή του σχεδιασμού, εφόσον οι εκκρεμότητες παραμένουν άλυτες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η παρατεταμένη αβεβαιότητα θα οδηγήσει σε νέα αναπροσαρμογή του χρονοδιαγράμματος και, κυρίως, εάν θα συνοδευτεί από συγκεκριμένες αποφάσεις που θα επιτρέψουν την επανεκκίνηση των εργασιών. Μέχρι στιγμής, οι δηλώσεις του επικεφαλής της Nexans δεν προσφέρουν σαφή απάντηση. Αντιθέτως, καταδεικνύουν ότι η εταιρεία αναμένει την εξέλιξη των πολιτικών και διπλωματικών διεργασιών προτού αναλάβει οποιαδήποτε πιο συγκεκριμένη δέσμευση.

Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, μια νέα καθυστέρηση θα είχε αναπόφευκτα και πολιτικές προεκτάσεις. Εάν το έργο παραμείνει σε εκκρεμότητα χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα και χωρίς απτά βήματα προόδου, θα ενταθούν τα ερωτήματα για το κατά πόσο οι δύο χώρες διαθέτουν αποτελεσματικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση των εμποδίων που ανακύπτουν.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τη συζήτηση περί νέας εθνικής υποχώρησης, ιδίως εάν η καθυστέρηση εκληφθεί ως αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων και όχι ως αναπόφευκτη συνέπεια τεχνικών ή χρηματοδοτικών δυσκολιών. Για να τεκμηριωθεί, ωστόσο, μια τέτοια εκτίμηση, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι πραγματικοί λόγοι της καθυστέρησης και ο ρόλος που διαδραματίζουν οι επιμέρους παράγοντες στη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Το διακύβευμα, επομένως, δεν αφορά μόνο το εάν το καλώδιο θα επανέλθει στον προγραμματισμό της Nexans το 2028. Αφορά και το κατά πόσο Ελλάδα και Κύπρος θα μπορέσουν να μετατρέψουν τις πολιτικές διακηρύξεις για την ενεργειακή διασύνδεση σε συγκεκριμένα βήματα υλοποίησης, με σαφές χρονοδιάγραμμα και διασφαλίσεις για τη συνέχεια του έργου.

Η εκκρεμότητα παραμένει – Το επόμενο βήμα ανήκει στο πολιτικό πεδίο

Η στάση της Nexans αποσαφηνίζει, σε έναν βαθμό, τη θέση της εταιρείας: το GSI δεν αποτελεί αυτή τη στιγμή δεδομένο στοιχείο των οικονομικών της προβλέψεων για το 2026, ενώ το 2028 εμφανίζεται ως πιθανός ορίζοντας επανεκκίνησης, εφόσον διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες. Παράλληλα, τα εναλλακτικά έργα MI περιορίζουν την εξάρτηση της παραγωγικής της δραστηριότητας από την πορεία της ηλεκτρικής διασύνδεσης.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, ωστόσο, η εκκρεμότητα παραμένει ανοιχτή. Οι έρευνες βυθού, ο τεχνικός σχεδιασμός, η χρηματοδότηση και οι διπλωματικές συνεννοήσεις συνθέτουν μια αλληλουχία προϋποθέσεων που πρέπει να εκπληρωθούν, προκειμένου το έργο να περάσει από την αβεβαιότητα σε μια νέα φάση υλοποίησης.

Το 2028 δεν αποτελεί, συνεπώς, εγγυημένη ημερομηνία επανεκκίνησης, αλλά έναν χρονικό ορίζοντα που θα πρέπει να επιβεβαιωθεί μέσα από συγκεκριμένες αποφάσεις και ενέργειες. Όσο αυτές καθυστερούν, τόσο παρατείνεται η αβεβαιότητα γύρω από ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια μιας εμπορικής συμφωνίας και αγγίζει τον πυρήνα του ενεργειακού και γεωπολιτικού σχεδιασμού Ελλάδας και Κύπρου.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν οι πολιτικές και διπλωματικές διεργασίες μπορούν να οδηγήσουν σε σαφή οδικό χάρτη ή εάν το GSI θα παραμείνει εγκλωβισμένο σε έναν κύκλο αναβολών. Σε κάθε περίπτωση, η πρόκληση για Αθήνα και Λευκωσία είναι να διασφαλίσουν ότι η αβεβαιότητα δεν θα μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς και ότι η τύχη της διασύνδεσης θα κριθεί μέσα από συγκεκριμένες αποφάσεις, με διαφάνεια ως προς τα εμπόδια και σαφή προσδιορισμό των επόμενων βημάτων.

↑
Exit mobile version