Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου: Τι συμβαίνει τελικά με το καλώδιο;- Η Άγκυρα μεθοδικά ροκανίζει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και η Αθήνα πανηγυρίζει ότι λύθηκε το πρόβλημα- Οι παγίδες της τουρκικής συναίνεσης και ο επισφαλής ρόλος των Γάλλων

Η Άγκυρα προωθεί μεθοδικά την αναθεωρητική της ατζέντα, δημιουργεί τετελεσμένα και καλλιεργεί συνθήκες αμφισβήτησης. Κι όμως, στην Αθήνα κάθε προσωρινή αποκλιμάκωση παρουσιάζεται περίπου ως εθνική και διπλωματική νίκη.

Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου: Τι συμβαίνει τελικά με το καλώδιο;- Η Άγκυρα μεθοδικά ροκανίζει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και η Αθήνα πανηγυρίζει ότι λύθηκε το πρόβλημα- Οι παγίδες της τουρκικής συναίνεσης και ο επισφαλής ρόλος των Γάλλων

Είναι προφανές ότι είτε δεν αντιλαμβάνονται είτε επιλέγουν να υποτιμούν τη στρατηγική που ακολουθεί διαχρονικά η Τουρκία. Μια στρατηγική μεθοδική, επίμονη και απολύτως υπολογισμένη: πρώτα κλιμακώνει την ένταση, στη συνέχεια αμφισβητεί δικαιώματα, δημιουργεί τετελεσμένα και δοκιμάζει τις αντοχές της ελληνικής πλευράς. Και μόλις διαπιστώσει ότι έχει αποσπάσει έστω και ένα μικρό μέρος από όσα επιδιώκει, χαμηλώνει τους τόνους, εμφανίζεται διαλλακτική και επιχειρεί να εμφανίσει την ένταση ως ένα ζήτημα που έχει πλέον ξεπεραστεί.

Αυτό δεν συνιστά μεταβολή πολιτικής ούτε εγκατάλειψη των διεκδικήσεων. Είναι η ίδια η τακτική μέσω της οποίας η Άγκυρα επιχειρεί να εδραιώσει, βήμα προς βήμα, την αναθεωρητική της στρατηγική.

Για την Τουρκία, άλλωστε, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση ορισμένων ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Είναι πολύ ευρύτερο: θέλει να επιβάλει τη δική της αντίληψη για την Ανατολική Μεσόγειο και να καταστήσει σαφές ότι καμία σημαντική ενεργειακή, ερευνητική ή γεωπολιτική πρωτοβουλία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις δικές της απαιτήσεις.

Γι’ αυτό ακριβώς, όταν από την Άγκυρα εκπέμπεται το μήνυμα ότι «όλα είναι καλά», η Αθήνα θα έπρεπε να προβληματίζεται και όχι να ανακουφίζεται. Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από την επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο συνιστούν μια υπόθεση μείζονος εθνικής σημασίας. Απαιτούν ψύχραιμη, σε βάθος αξιολόγηση και ξεκάθαρη πολιτική στάση, όχι επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σε μια σύντομη και επιλεκτική συνομιλία με Έλληνα ανταποκριτή στην Τουρκία, εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Η τουρκική διπλωματία επιλέγει να χαμηλώσει τους τόνους και στην Αθήνα, όπου δυστυχώς επιβιώνει μια διαχρονική τάση φυγής από τη δύσκολη πραγματικότητα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, καλλιεργείται η εντύπωση ότι το ζήτημα διευθετήθηκε.

Ποιο ακριβώς ζήτημα, όμως, επιλύθηκε;

Ποια από τις τουρκικές θέσεις αναθεωρήθηκε; Εγκατέλειψε η Άγκυρα τις διεκδικήσεις της στην περιοχή; Αποδέχθηκε ότι δεν διαθέτει καμία δικαιοδοσία επί των συγκεκριμένων εργασιών; Απέσυρε τις NAVTEX και τις αντι-NAVTEX με τις οποίες επιχειρεί να επιβάλει τη δική της ερμηνεία για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα; Ή απλώς επέλεξε να μην οδηγήσει, προς το παρόν, την κατάσταση σε νέα κλιμάκωση, έχοντας ήδη κατορθώσει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αμφισβήτησης;

Μπορεί, άραγε, να βαφτίζεται διπλωματική επιτυχία μια πρόσκαιρη αποκλιμάκωση, όταν η άλλη πλευρά εξακολουθεί να διατηρεί στο ακέραιο τις παράνομες διεκδικήσεις της;

Κρυφτήκαμε πίσω από τη Γαλλία;

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της γαλλικής εμπλοκής και του ρόλου που διαδραματίζουν τα γαλλικά συμφέροντα στην υπόθεση. Η συμμετοχή γαλλικών εταιρειών και η εμπλοκή του γαλλικού κράτους προσδίδουν αναμφίβολα στο έργο ευρωπαϊκή διάσταση και αυξημένο στρατηγικό βάρος. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ταυτίζουμε την προστασία των γαλλικών οικονομικών συμφερόντων με την προάσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Γαλλία δεν είναι η Ελλάδα. Διαθέτει τις δικές της επιδιώξεις, τις δικές της προτεραιότητες και τη δική της διπλωματική ατζέντα. Και ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν συγκεκριμένα ερωτήματα στα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις:

Ακόμη και η μερική επιβεβαίωση τέτοιων σεναρίων θα δημιουργούσε εξαιρετικά σοβαρούς προβληματισμούς. Διότι το όριο ανάμεσα σε μια πρακτική διευθέτηση και στην έμμεση αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνο.

Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να αφήνει αυτά τα ερωτήματα αναπάντητα. Οφείλει να ενημερώσει υπεύθυνα, με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές, για τις διπλωματικές επαφές που πραγματοποιήθηκαν και για τους όρους υπό τους οποίους διασφαλίζεται η συνέχιση του έργου.

Το επικίνδυνο προηγούμενο της τουρκικής συναίνεσης

Ας δεχθούμε, για χάρη της συζήτησης, ότι τελικά η Τουρκία δεν θα παρεμποδίσει την εξέλιξη των εργασιών. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι εγκαταλείπει τις επιδιώξεις της. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν, μέσα από επαναλαμβανόμενες κρίσεις και διαδοχικές αποκλιμακώσεις, αρχίζει να παγιώνεται μια εξαιρετικά επικίνδυνη αντίληψη: ότι η Άγκυρα αποτελεί αναγκαίο συνομιλητή για κάθε ενεργειακή ή ερευνητική δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εάν μια εταιρεία, ένας επενδυτής ή ένα ξένο κράτος καταλήξει να θεωρεί απαραίτητη την προηγούμενη συνεννόηση με την Τουρκία προκειμένου να υλοποιήσει ένα έργο σε περιοχή ελληνικής δικαιοδοσίας, τότε η Άγκυρα θα έχει πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από την προσωρινή αναστολή ή παρεμπόδιση μιας ερευνητικής δραστηριότητας.

Θα έχει αρχίσει να επιβάλλει στην πράξη έναν άτυπο μηχανισμό συνδικαιοδοσίας!

Και αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό διακύβευμα. Η Τουρκία δεν χρειάζεται να εξασφαλίσει σήμερα μια επίσημη νομική αναγνώριση δικαιωμάτων για να επιχειρήσει αύριο να παρουσιάσει ως αυτονόητη μια πρακτική που θα έχει ήδη εδραιωθεί. Οι καταστάσεις de facto, εφόσον αφεθούν χωρίς αντίδραση, μπορούν σταδιακά να μετατραπούν σε επιχειρήματα για μελλοντικές διεκδικήσεις de jure.

Η αναθεωρητική πολιτική δεν προωθείται πάντοτε με θεαματικές κινήσεις και ανοιχτές συγκρούσεις. Πολύ συχνότερα προχωρά με μικρά, προσεκτικά βήματα: επαναλαμβανόμενες αμφισβητήσεις, ελεγχόμενες εντάσεις, επιλεκτικές αποκλιμακώσεις και συστηματική προσπάθεια εξοικείωσης της διεθνούς κοινότητας με την ιδέα ότι η Τουρκία δικαιούται να έχει λόγο σε κάθε εξέλιξη στην περιοχή.

Αυτή είναι η ουσία της τουρκικής στρατηγικής. Και αυτό είναι που θα έπρεπε να ανησυχεί πρωτίστως την Αθήνα.

Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου: Τι συμβαίνει τελικά με το καλώδιο;- Η Άγκυρα μεθοδικά ροκανίζει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και η Αθήνα πανηγυρίζει ότι λύθηκε το πρόβλημα- Οι παγίδες της τουρκικής συναίνεσης και ο επισφαλής ρόλος των Γάλλων

«Μην ανησυχείτε, όλα είναι καλά»

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και η σοβαρή πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής δεν μπορεί να περιορίζεται στην κατασκευή καθησυχαστικών αφηγημάτων, στην προβολή των λεγόμενων «ήρεμων νερών» και στην προσπάθεια να εμφανίζεται κάθε προσωρινή υποχώρηση της έντασης ως επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας.

Η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή επιλέγουμε να την παρουσιάζουμε διαφορετικά.

Ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης έχει χαρακτηρίσει ορισμένες τουρκικές δηλώσεις ως εσωτερικό ζήτημα της Τουρκίας. Όταν, όμως, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών αμφισβητεί ευθέως ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και η τουρκική διπλωματία εκδίδει ανακοινώσεις με τις οποίες διεκδικεί δικαιοδοσία σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, δεν έχουμε να κάνουμε με εσωτερικές πολιτικές τοποθετήσεις.

Έχουμε απέναντί μας εκδηλώσεις μιας συγκροτημένης κρατικής στρατηγικής, η οποία απαιτεί ανάλογη αντιμετώπιση. Η υποτίμηση τέτοιων κινήσεων δεν συνιστά ψυχραιμία. Συνιστά επικίνδυνη άρνηση αναγνώρισης της πραγματικότητας.

Η κριτική δεν είναι εθνική υπονόμευση

Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσπάθεια ορισμένων φιλοκυβερνητικών κύκλων να απαξιώσουν όσους τολμούν να εκφράσουν επιφυλάξεις, να διατυπώσουν ερωτήματα και να ασκήσουν κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Αντί να απαντούν επί της ουσίας, επιλέγουν να στιγματίζουν τους επικριτές, παρουσιάζοντάς τους περίπου ως ανεύθυνους, κινδυνολόγους ή «παπαγαλάκια του Φιντάν».

Πρόκειται για μια εξαιρετικά προβληματική αντίληψη, η οποία επιχειρεί να μετατρέψει την εθνική ασφάλεια σε πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης και πολιτικής προστασίας της κυβέρνησης.

Η εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί ιδιοκτησία καμίας κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε επικοινωνιακό προνόμιο της εκάστοτε εξουσίας, όπου κάθε κυβερνητική επιλογή πρέπει να γίνεται αποδεκτή χωρίς έλεγχο και κάθε αντίθετη άποψη να αντιμετωπίζεται ως πράξη εθνικής υπονόμευσης.

Η τεκμηριωμένη κριτική δεν αποδυναμώνει την εθνική θέση. Αντίθετα, λειτουργεί ως αναγκαία δικλίδα ασφαλείας απέναντι σε λανθασμένους χειρισμούς, αποτρέπει επικίνδυνες παραχωρήσεις και μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας.

Για ποιον λόγο, λοιπόν, θα πρέπει να χειροκροτούμε κάθε κυβερνητική επιλογή, μόνο και μόνο για να μη χρεωθεί πολιτικό κόστος η κυβερνώσα παράταξη; Γιατί θα πρέπει να αποφεύγουμε τα δύσκολα ερωτήματα και να αποδεχόμαστε αδιαμαρτύρητα όσα μας παρουσιάζονται μέσα από την κυβερνητική επικοινωνιακή διαχείριση;

Η προστασία των εθνικών συμφερόντων απαιτεί εγρήγορση, έλεγχο και διαρκή επαγρύπνηση. Όχι σιωπή και χειροκροτήματα.

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική, όχι επικοινωνιακά τεχνάσματα

Η αντιμετώπιση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής δεν μπορεί να στηρίζεται σε ευχολόγια και διαβεβαιώσεις καλών προθέσεων. Χρειάζεται συνεκτικό σχέδιο, σαφείς κόκκινες γραμμές και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μια στρατηγική που, με βάση τουλάχιστον όσα είναι ορατά στη δημόσια πολιτική συζήτηση, εξακολουθεί να απουσιάζει.

Πρώτον, πρέπει να διακηρυχθεί με τον πλέον επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο, ακόμη και από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, ότι η άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν προϋποθέτει ούτε εξαρτάται από οποιαδήποτε τουρκική συναίνεση.

Δεύτερον, απαιτείται διαρκής και συστηματική διπλωματική κινητοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στον ΟΗΕ και στους διεθνείς οργανισμούς. Κάθε τουρκική αμφισβήτηση πρέπει να καταγράφεται, να αντικρούεται θεσμικά και να μην αφήνεται αναπάντητη, δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση ότι γίνεται αποδεκτή.

Τρίτον, είναι αναγκαίος ο ουσιαστικός συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία, τη Γαλλία και τις υπόλοιπες χώρες που έχουν πραγματικό συμφέρον από τη σταθερότητα και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών της Ανατολικής Μεσογείου.

Τέταρτον, χρειάζεται συγκεκριμένος επιχειρησιακός σχεδιασμός για την προστασία των ερευνητικών και κατασκευαστικών εργασιών. Δεν είναι δυνατόν η απειλή παρεμπόδισης να μετατρέπεται από την Άγκυρα σε εργαλείο πολιτικού εκβιασμού και διαπραγμάτευσης, ενώ η ελληνική πλευρά περιορίζεται σε δηλώσεις καθησυχασμού.

Και πάνω απ’ όλα, πρέπει να αποκλειστεί κάθε πρακτική ή συνεννόηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας ή δικαιώματος συναίνεσης σε περιοχές όπου τέτοια δικαιώματα δεν υφίστανται.

Η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την αναθεωρητική της στρατηγική επειδή αποφάσισε, για ένα διάστημα, να χαμηλώσει τους τόνους. Δεν εγκαταλείπει τη «Γαλάζια Πατρίδα» επειδή ο Χακάν Φιντάν εμφανίζεται καθησυχαστικός. Και ασφαλώς δεν πρόκειται να αποκηρύξει τις διεκδικήσεις της επειδή η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να διατηρήσει πάση θυσία ένα ήρεμο κλίμα στις διμερείς σχέσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν τελικά θα κατασκευαστεί το καλώδιο. Το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί μια συνηθισμένη ενεργειακή υποδομή. Έχει εξελιχθεί σε δοκιμασία για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και, κυρίως, για την αξιοπιστία της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το πραγματικό διακύβευμα είναι οι όροι υπό τους οποίους θα προχωρήσει και το προηγούμενο που ενδέχεται να αφήσει πίσω του.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει κάθε τουρκική πρόκληση ως ένα απομονωμένο επεισόδιο και κάθε προσωρινή αποκλιμάκωση ως θρίαμβο της διπλωματίας της. Η Άγκυρα δεν κινείται αποσπασματικά. Επενδύει στον χρόνο, επιδιώκει σταδιακές μετατοπίσεις και παίζει ένα μακροχρόνιο στρατηγικό παιχνίδι, στο οποίο κάθε μικρή υποχώρηση μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για την επόμενη διεκδίκηση.

Τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν χάνονται υποχρεωτικά με μια υπογραφή ούτε παραχωρούνται πάντοτε μέσα από μια επίσημη συμφωνία. Μπορούν να υπονομευθούν αθόρυβα, μέσα από διαδοχικές υποχωρήσεις, αμφίσημες συνεννοήσεις, επικίνδυνες πρακτικές και προηγούμενα που σταδιακά αποκτούν χαρακτήρα κανονικότητας.

Και όταν πλέον η πραγματικότητα θα έχει διαμορφωθεί εις βάρος της χώρας, όταν οι αμφισβητήσεις θα έχουν μετατραπεί σε παγιωμένες πρακτικές, τότε θα είναι πολύ αργά για να αναζητούμε ποιος είχε δίκιο και ποιος προειδοποιούσε.

Δεν αρκεί να μην παραχωρείς επισήμως τα κυριαρχικά σου δικαιώματα. Οφείλεις να αποτρέπεις και κάθε προσπάθεια σταδιακής αμφισβήτησης, υπονόμευσης και έμμεσης αποδυνάμωσής τους. Γιατί αυτό ακριβώς επιδιώκει η Τουρκία: όχι απαραίτητα να κερδίσει τα πάντα σήμερα, αλλά να έχει καταφέρει να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού αύριο.

↑
Exit mobile version