ΗΠΑ: Ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται φθηνότερα καύσιμα από το Νοέμβριο μετά την συμφωνία με τον Πούτιν- Επιφυλακτικοί για την πτώση των τιμών οι αναλυτές-Οργή Ζελένσκι για τη συμφωνία, θεωρεί ότι οι Αμερικανοί ενισχύουν πλέον οικονομικά τη Ρωσία στον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας

Ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται φθηνότερα καύσιμα μετά τη συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επιστροφή ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, ωστόσο οι αναλυτές που μίλησαν στο CNN εμφανίζονται επιφυλακτικοί, εκτιμώντας ότι οι ποσότητες δεν επαρκούν για να αλλάξουν ουσιαστικά τις ισορροπίες στην αγορά.

ΗΠΑ: Ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται φθηνότερα καύσιμα από το Νοέμβριο μετά την συμφωνία με τον Πούτιν- Επιφυλακτικοί για την πτώση των τιμών οι αναλυτές-Οργή Ζελένσκι για τη συμφωνία, θεωρεί ότι οι Αμερικανοί ενισχύουν πλέον οικονομικά τη Ρωσία στον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας

Την ίδια ώρα, το Κίεβο καταγγέλλει ότι η απόφαση ενισχύει οικονομικά τη Μόσχα εν μέσω πολέμου, ενώ το Axios αποκαλύπτει το παρασκήνιο της σύγκρουσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για τις ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια.

Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη συμφωνία του με τον Ρώσο ομόλογό του ως μια κίνηση που θα μπορούσε να αποδώσει γρήγορα καρπούς για τους καταναλωτές, συμβάλλοντας στην αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων.

Πίσω, όμως, από τις αισιόδοξες διακηρύξεις του Λευκού Οίκου, η εικόνα που περιγράφουν οι ειδικοί της ενεργειακής αγοράς είναι σαφώς πιο σύνθετη. Οι αμφιβολίες τους αφορούν τόσο το πραγματικό μέγεθος της πρόσθετης προσφοράς όσο και τη δυνατότητα της Ρωσίας να ανταποκριθεί στις ποσότητες που ανακοίνωσε ο Τραμπ.

Το CNN σκιαγραφεί μια πραγματικότητα που απέχει από την εικόνα μιας συμφωνίας ικανής να ανατρέψει άμεσα τα δεδομένα: ακόμη και αν ο Πούτιν τηρήσει τις δεσμεύσεις του, το ντίζελ που θα διοχετευθεί στην αγορά ενδέχεται να αποδειχθεί σταγόνα στον ωκεανό των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών, χωρίς να εξασφαλίζει ουσιαστική και κυρίως διαρκή μείωση των τιμών.

Στην Ουάσιγκτον, η συμφωνία προβάλλεται ως ένα μέσο ανακούφισης των Αμερικανών καταναλωτών από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενδιάμεσες εκλογές προσδίδουν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην τιμή των καυσίμων. Στο Κίεβο, αντιθέτως, η ίδια εξέλιξη προκαλεί οργή, καθώς εκλαμβάνεται ως μια κίνηση που μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα της Ρωσίας, την ώρα που εκείνη εξακολουθεί να διεξάγει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Έξι εκατομμύρια βαρέλια: Εντυπωσιακός αριθμός, περιορισμένη επίδραση

Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο Τραμπ, ο Πούτιν συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ στις διεθνείς αγορές, ενώ μια δεύτερη παρτίδα, ύψους 500.000 τόνων, αναμένεται να ακολουθήσει τον Νοέμβριο. Ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε, μάλιστα, ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν και πρόσθετες ποσότητες στη συνέχεια, ανάλογα με την κατάσταση και τις δυνατότητες λειτουργίας των ρωσικών διυλιστηρίων.

Οι δύο πρώτες παρτίδες αντιστοιχούν συνολικά σε περίπου έξι εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ. Πρόκειται αναμφίβολα για έναν αριθμό που εντυπωσιάζει με την πρώτη ματιά. Η σύγκρισή του, ωστόσο, με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς αποκαλύπτει τα όρια της συμφωνίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας, τα οποία επικαλείται το CNN, η συγκεκριμένη ποσότητα αντιστοιχεί μόλις σε μιάμιση ημέρα κατανάλωσης ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η βασική ένσταση των αναλυτών. Οι πρόσθετες ποσότητες ενδέχεται να προσφέρουν μια πρόσκαιρη ανάσα στην αγορά, δεν φαίνεται, όμως, να διαθέτουν το απαιτούμενο μέγεθος ώστε να μεταβάλουν από μόνες τους τις ισορροπίες σε μια παγκόσμια αγορά που βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ισχυρές πιέσεις και διαδοχικές αναταράξεις.

Ο Νταν Πίκερινγκ, ιδρυτής και επικεφαλής επενδύσεων της Pickering Energy Partners, εκτίμησε ότι η ανακοίνωση θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αύξηση της προσφοράς κατά 5% έως 6% μέχρι το τέλος του έτους. «Είναι χρήσιμο, αλλά δεν αλλάζει ουσιαστικά τα δεδομένα για την παγκόσμια αγορά ντίζελ», ανέφερε στο CNN.

Ο ίδιος έθεσε υπό αμφισβήτηση και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε το μέγεθος της συμφωνίας από τον Αμερικανό πρόεδρο. Όπως παρατήρησε, η επιλογή του Τραμπ να αναφερθεί σε τόνους αντί για βαρέλια δεν είναι αδιάφορη, καθώς ένας μεγάλος αριθμός σε αυτή τη μονάδα μέτρησης μπορεί να δημιουργήσει στο ευρύ κοινό την εντύπωση μιας πολύ μεγαλύτερης παρέμβασης.

Υπό αυτή την οπτική, η ανακοίνωση μοιάζει να εξυπηρετεί περισσότερο την πολιτική ανάγκη του Λευκού Οίκου να παρουσιάσει μια χειροπιαστή πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους, παρά να προαναγγέλλει μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τις συνθήκες στην αγορά.

Το μεγάλο ερώτημα: Έχει η Ρωσία το ντίζελ που υπόσχεται;

Οι επιφυλάξεις, ωστόσο, δεν σταματούν στην περιορισμένη επίδραση που θα μπορούσαν να έχουν οι συγκεκριμένες ποσότητες στις τιμές. Ένα εξίσου κρίσιμο ερώτημα αφορά την ίδια τη δυνατότητα της Ρωσίας να διαθέσει το ντίζελ που εμφανίζεται να υπόσχεται ο Πούτιν.

Η Μόσχα είχε απαγορεύσει τις εξαγωγές ντίζελ στις αρχές Ιουλίου, μετά τα ουκρανικά πλήγματα με drones σε ρωσικά διυλιστήρια, τα οποία προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στην παραγωγή και ελλείψεις καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας. Το μέτρο, που παρατάθηκε τον περασμένο μήνα, αφαίρεσε από την παγκόσμια αγορά περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με το CNN.

Η απώλεια αυτή προστέθηκε στις ήδη έντονες αναταράξεις που είχε προκαλέσει στην ενεργειακή αγορά ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο ένα περιβάλλον στο οποίο η προσφορά καυσίμων και η ασφάλεια των ενεργειακών ροών βρίσκονται υπό διαρκή πίεση.

Για να υλοποιηθεί, επομένως, η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Τραμπ, η Ρωσία θα πρέπει να ξεπεράσει δύο διαφορετικά εμπόδια. Από τη μία πλευρά, θα χρειαστεί να ανατρέψει τους περιορισμούς που έχει επιβάλει στις εξαγωγές της. Από την άλλη, θα πρέπει να διαθέτει επαρκή παραγωγική δυναμικότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία τα διυλιστήριά της εξακολουθούν να αποτελούν στόχο ουκρανικών επιθέσεων και η δυνατότητα ομαλής λειτουργίας τους παραμένει κρίσιμος παράγοντας.

Ο Γκρέγκορι Μπρου, αναλυτής της Eurasia Group για θέματα ενέργειας, κλίματος και φυσικών πόρων, περιέγραψε την πιθανή επίδραση της συμφωνίας ως ένα προσωρινό «μπάλωμα».

Ακόμη και στην περίπτωση που ο Πούτιν καταφέρει να παραδώσει τις ποσότητες που έχει υποσχεθεί, εκτίμησε, η κίνηση δεν θα αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια βραχυπρόθεσμη λύση, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες των πιέσεων στην αγορά.

Ο ίδιος διατύπωσε, παράλληλα, την εκτίμηση ότι ο Ρώσος πρόεδρος ενδέχεται να προσδοκά κάποιο αντάλλαγμα για την επαναφορά των εξαγωγών, και συγκεκριμένα τη διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια. Η εκτίμηση αυτή, πάντως, αποτελεί υπόθεση του αναλυτή και όχι επιβεβαιωμένο όρο της συμφωνίας.

Η αγορά αντέδρασε αρχικά θετικά στις ανακοινώσεις, με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ να υποχωρούν περίπου 4% στο κλείσιμο της Παρασκευής. Η πρώτη αυτή αντίδραση έδειξε ότι η προοπτική ενίσχυσης της προσφοράς μπορεί να λειτουργήσει καθησυχαστικά για τους επενδυτές. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να προεξοφλήσει ότι η πτώση θα έχει διάρκεια ή ότι θα περάσει με ουσιαστικό τρόπο στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.

ΗΠΑ: Ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται φθηνότερα καύσιμα από το Νοέμβριο μετά την συμφωνία με τον Πούτιν- Επιφυλακτικοί για την πτώση των τιμών οι αναλυτές-Οργή Ζελένσκι για τη συμφωνία, θεωρεί ότι οι Αμερικανοί ενισχύουν πλέον οικονομικά τη Ρωσία στον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας

Το πλήγμα στις κυρώσεις και η οργή του Ζελένσκι

Πέρα από το ερώτημα της αποτελεσματικότητας της συμφωνίας στην αγορά καυσίμων, αναδύεται και μια δεύτερη, πολιτικά πολύ πιο ευαίσθητη διάσταση: οι συνέπειες που μπορεί να έχει η απόφαση για το διεθνές καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η χαλάρωση των περιορισμών, ακόμη και αν παρουσιάζεται ως μια αναγκαία απάντηση στο ενεργειακό κόστος, ενδέχεται να υπονομεύσει την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα. Ο Ρίτσαρντ Νέφιου, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με αρμοδιότητα στην πολιτική κυρώσεων, προειδοποίησε μέσω CNN ότι οι επιπτώσεις στο ευρύτερο πλαίσιο των περιορισμών μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικές.

Το κρίσιμο ερώτημα που θέτει αφορά τη συνέπεια της αμερικανικής στάσης: με ποια επιχειρήματα θα μπορούν πλέον οι ΗΠΑ να ζητούν από άλλες χώρες να εφαρμόζουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, όταν οι ίδιες επικαλούνται οικονομικές ανάγκες για να δικαιολογήσουν τη χαλάρωση των περιορισμών;

Για την Ουκρανία, η συζήτηση δεν έχει μόνο θεσμικό ή διπλωματικό χαρακτήρα. Αφορά άμεσα τη χρηματοδότηση του πολέμου που διεξάγει η Ρωσία. Το Κίεβο υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αποτελούν βασικό πυλώνα της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας, επιτρέποντας στη Μόσχα να συντηρεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε την απόφαση «αδύναμη απόφαση ισχυρών εταίρων», καταγγέλλοντας ότι τα πρόσθετα έσοδα που θα εξασφαλίσει η Ρωσία θα δώσουν στον Πούτιν τη δυνατότητα να συνεχίσει τον πόλεμο.

Η αντίδραση του Ουκρανού προέδρου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η χρονική συγκυρία της ανακοίνωσης. Η συμφωνία έγινε γνωστή την ώρα που ουκρανική αντιπροσωπεία βρισκόταν στη Φλόριντα για συνομιλίες με τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και τον γαμπρό του Αμερικανού προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ.

Η αντίθεση ήταν έντονη: ενώ οι Ουκρανοί βρίσκονταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την αμερικανική πλευρά, ο Τραμπ συνομιλούσε με τον Πούτιν για μια συμφωνία που, σύμφωνα με το Κίεβο, θα μπορούσε να αποφέρει νέα οικονομικά οφέλη στη Μόσχα. Για την ουκρανική ηγεσία, η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά απλώς μια διαφωνία γύρω από την ενεργειακή πολιτική, αλλά ένα μήνυμα που αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία.

Τα έξι αμερικανικά αιτήματα που αγνόησε το Κίεβο

Το παρασκήνιο της απόφασης επιχειρεί να φωτίσει το Axios, το οποίο αναφέρει ότι ο Τραμπ κατέληξε στη συμφωνία με τον Πούτιν αφού ο Ζελένσκι αγνόησε περίπου έξι αμερικανικά αιτήματα για τον τερματισμό των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, που επικαλείται Αμερικανό αξιωματούχο με γνώση των συνομιλιών, ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι τα ουκρανικά πλήγματα, παρά τη σοβαρή ζημιά που προκαλούν στη ρωσική ενεργειακή βιομηχανία, έχουν και μια ευρύτερη συνέπεια: περιορίζουν την παγκόσμια προσφορά καυσίμων και εντείνουν τις πιέσεις στις τιμές, επιβαρύνοντας τελικά τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Ο Ζελένσκι, από την πλευρά του, είχε προτείνει μια αμοιβαία διευθέτηση, συνδέοντας τη διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια με την παύση των ρωσικών πληγμάτων εναντίον των ουκρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Η πρόταση αυτή επιχειρούσε να θέσει τις δύο πλευρές υπό ένα κοινό πλαίσιο υποχρεώσεων, ώστε η αποκλιμάκωση να μην είναι μονομερής. Σύμφωνα, ωστόσο, με το Axios, ο Τραμπ δεν αποδέχθηκε τη σύνδεση των δύο ζητημάτων και ζήτησε από το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχη δέσμευση από τη Μόσχα.

Η διαφωνία δεν έμεινε σε θεωρητικό επίπεδο. Μεταφέρθηκε και στις οκτάωρες συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι, όπου οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία για την επικείμενη τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ – Πούτιν, καθώς και για την πρόθεση χαλάρωσης των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.

Το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από τις καταγγελίες Ουκρανού αξιωματούχου ότι διατυπώθηκε ακόμη και προειδοποίηση για ενδεχόμενη διακοπή της παροχής αμερικανικών πληροφοριών προς το Κίεβο, εάν συνεχιζόταν η επίθεση στα ρωσικά διυλιστήρια.

Η αμερικανική πλευρά, πάντως, διαψεύδει ότι υπήρξε τέτοια απειλή, αφήνοντας ανοιχτή τη διαφωνία ως προς το τι ακριβώς ειπώθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες των συνομιλιών.

Σε κάθε περίπτωση, το παρασκήνιο αποτυπώνει τη δυσκολία εξισορρόπησης δύο διαφορετικών προτεραιοτήτων της Ουάσιγκτον: από τη μία, της στήριξης της Ουκρανίας και της πίεσης προς τη Ρωσία και, από την άλλη, της προσπάθειας περιορισμού του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι προτεραιότητες μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να υπονομεύεται η μία από την άλλη.

Το πολιτικό κέρδος του Πούτιν και η αβεβαιότητα για την ειρήνη

Ανεξάρτητα από το αν η Ρωσία θα καταφέρει τελικά να παραδώσει τις ποσότητες ντίζελ που έχει ανακοινώσει, ο Πούτιν ενδέχεται να έχει ήδη εξασφαλίσει ένα διαφορετικό, πολιτικό όφελος. Σύμφωνα με το CNN, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτιμά ότι ο Ρώσος πρόεδρος πέτυχε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια συμφωνία που ο Τραμπ μπορεί να παρουσιάσει ως επιτυχία με δυνητικό οικονομικό αντίκτυπο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη σηματοδοτεί μια μεταβολή στην αμερικανική στάση απέναντι στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, προσφέροντας στη Μόσχα ένα περιθώριο διπλωματικού ελιγμού. Με άλλα λόγια, το πολιτικό όφελος της συμφωνίας μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερο από το άμεσο οικονομικό της αποτέλεσμα, ακόμη και αν οι παραδόσεις δεν εξελιχθούν όπως ανακοινώθηκε.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη χρονική σύμπτωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας Τραμπ – Πούτιν με τις συνομιλίες των Αμερικανών απεσταλμένων με την ουκρανική αντιπροσωπεία. Για τον πρώην αξιωματούχο που επικαλείται το CNN, η σύμπτωση αυτή μόνο αδιάφορη δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς αναδεικνύει τη θέση που επιλέγει να δώσει η Ουάσιγκτον στη διαπραγμάτευση με τη Μόσχα, ακόμη και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η διπλωματική επαφή με το Κίεβο.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια παράμετρος που παραμένει ανοιχτή και ενδεχομένως σημαντικότερη από τις διακυμάνσεις της αγοράς καυσίμων: η προοπτική της ειρήνης στην Ουκρανία.

Παρά την ενεργειακή συμφωνία, ο Πούτιν δεν δεσμεύθηκε για την άμεση επανέναρξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με τη ρωσική ενημέρωση για την τηλεφωνική επικοινωνία των δύο ηγετών, η οποία διήρκεσε περίπου 90 λεπτά, η Μόσχα θα εξετάσει πότε θα μπορούσαν να επαναληφθούν οι συνομιλίες, χωρίς να ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Η απουσία σαφούς δέσμευσης αφήνει μετέωρη την προσδοκία ότι η ενεργειακή συνεννόηση μπορεί να λειτουργήσει ως προπομπός μιας ευρύτερης διπλωματικής συμφωνίας. Αντίθετα, αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα σε μια επιμέρους συνεννόηση για τις εξαγωγές καυσίμων και στην πολύ πιο δύσκολη διαδικασία επίτευξης ειρήνης.

Έτσι, η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν αφήνει ανοιχτά δύο κρίσιμα μέτωπα. Το πρώτο είναι οικονομικό: αν οι ρωσικές ποσότητες θα φτάσουν πράγματι στις διεθνείς αγορές, αν θα είναι αρκετές για να επηρεάσουν αισθητά την προσφορά και αν η όποια αποκλιμάκωση των τιμών θα έχει διάρκεια. Το δεύτερο είναι γεωπολιτικό: αν η χαλάρωση της πίεσης προς τη Μόσχα μπορεί να ανοίξει έναν δρόμο προς ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ή αν, αντίθετα, θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση του Πούτιν χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχα βήματα προς την ειρήνη.

Προς το παρόν, οι αναλυτές που επικαλείται το CNN αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την προοπτική ουσιαστικής και διαρκούς μείωσης των τιμών του ντίζελ. Και στο διπλωματικό πεδίο, όμως, η εικόνα παραμένει αβέβαιη: η συμφωνία μπορεί να προσφέρει στον Λευκό Οίκο ένα πολιτικά χρήσιμο αφήγημα, δεν συνοδεύεται, ωστόσο, από συγκεκριμένη δέσμευση για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών.

↑
Exit mobile version