Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Tο άδοξο τέλος μετά από 11 μήνες και 10 ημέρες παρουσίας- Τα έργα και οι ημέρες της στην Αθήνα- Η διπλωματία του lifestyle και οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις από εδώ και πέρα

Εν τέλει, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ κατάφερε να καταγράψει το όνομά της στην ιστορία της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στην Ελλάδα.

Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Tο άδοξο τέλος μετά από 11 μήνες και 10 ημέρες παρουσίας- Τα έργα και οι ημέρες της στην Αθήνα- Η διπλωματία του lifestyle και οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις από εδώ και πέρα

Μόνο που η ιστορικότητα της περίπτωσής της δεν προκύπτει απλώς από το γεγονός ότι υπήρξε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε το αξίωμα της πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών στη χώρα μας. Ούτε, ασφαλώς, θα ήταν συνετό να σπεύσει κανείς να συμπληρώσει την παραπάνω διαπίστωση με την κλισέ απόφανση ότι η Γκιλφόιλ έγραψε ιστορία «με το δικό της τρόπο».

Διότι ο τρόπος της δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τόσο προσωπικός όσο θα ήθελε να πιστεύει. Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έγραψε ιστορία ακολουθώντας, με αξιοσημείωτη προσήλωση, το παράδειγμα του Ντόναλντ Τραμπ. Μόνο που στην περίπτωσή της, ο κυνισμός, η αλαζονεία, η περιφρόνηση για την προσήκουσα ευπρέπεια του διπλωματικού αξιώματος και, πάνω απ’ όλα, η αυθάδης, προσβλητική ρητορική, σε συνδυασμό με μια επιδεικτική, σχεδόν προκλητική εξωστρέφεια, συγκρότησαν ένα μείγμα που αποδείχθηκε υπερβολικά βαρύ ακόμη και για εκείνον που είχε δημιουργήσει το πρότυπο.

Η ύβρις, όταν εκφέρεται από το στόμα ενός διπλωμάτη, δεν είναι απλώς μια άτυχη στιγμή ούτε μια αδέξια απόπειρα εντυπωσιασμού. Μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό πρόβλημα, να τραυματίσει σχέσεις εμπιστοσύνης και να εκθέσει μια ολόκληρη χώρα. Και η Γκιλφόιλ, στην προσπάθειά της να ενσαρκώσει μια εκδοχή της τραμπικής ισχύος, φαίνεται πως λησμόνησε ότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική επίδειξη δύναμης και άλλο η άσκηση διπλωματίας στο όνομα μιας υπερδύναμης.

Η διπλωμάτης που συμπεριφερόταν ως ντίβα της showbiz

Ασφαλώς, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν έκρυψε ποτέ τις προτιμήσεις της. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της στην Ελλάδα, φρόντισε να καταστήσει σαφές πώς επιθυμούσε να εμφανίζεται, σε ποιους χώρους ήθελε να δίνει το παρών, με ποιους ανθρώπους προτιμούσε να συναναστρέφεται και ποιους άφηνε εκτός του προσωπικού της κύκλου. Η δημόσια εικόνα της οργανώθηκε γύρω από μια συγκεκριμένη αντίληψη περί προβολής, όπου η εμφάνιση, η κοινωνική δικτύωση και η φωτογραφική αποτύπωση της παρουσίας της είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ακόμη και η σύνθεση της προσωπικής της ακολουθίας έμοιαζε να υπακούει περισσότερο στους κανόνες της showbiz παρά στις παραδόσεις της διπλωματικής υπηρεσίας. Στην κουστωδία της, τον ιδιαίτερο ή την ιδιαιτέρα της, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες θέσεις, φαινόταν να επισκιάζει ο προσωπικός της στυλίστας, Φάνσι Τζέιμς. Η εικόνα παρέπεμπε σε καλτ ντίβα, σε τηλεοπτική προσωπικότητα με ισχυρό αποτύπωμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε κοσμοπολίτισσα της διεθνούς κοινωνικής σκηνής. Όχι, όμως, κατ’ ανάγκην σε μια εκπρόσωπο της Ουάσιγκτον επιφορτισμένη με τη διαχείριση σχέσεων μεταξύ δύο κρατών.

Και το πρόβλημα δεν ήταν απλώς αισθητικό ή επικοινωνιακό. Δεν αφορούσε το αν μια πρέσβης δικαιούται να έχει προσωπικό στυλ, να επιλέγει τις δημόσιες εμφανίσεις της ή να επιδιώκει την προβολή. Αφορούσε την εντύπωση ότι η προσωπική της περσόνα προηγούνταν συστηματικά του θεσμικού της ρόλου, ότι η ιδιότητα της πρέσβεως λειτουργούσε ως προέκταση της διασημότητάς της και όχι ως το πλαίσιο που θα έπρεπε να πειθαρχεί την έκφρασή της.

Στη δική της αξιολογική κλίμακα, άλλωστε, το επίπεδο της προσοχής και του σεβασμού που επιφύλασσε σε έναν λαϊκό τραγουδιστή ή σε έναν αθλητικό σύλλογο δεν φαινόταν να διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο που αναλογούσε στους θεσμικούς εκπροσώπους του ελληνικού κράτους. Η εξίσωση αυτή, όσο κι αν θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ένδειξη εξωστρέφειας ή κοινωνικής ευχέρειας, δημιουργούσε μια αμήχανη αντίφαση: η εκπρόσωπος μιας υπερδύναμης εμφανιζόταν να αντιμετωπίζει το αξίωμά της ως ακόμη ένα στοιχείο της δημόσιας εικόνας της, αντί ως μια ιδιότητα που απαιτεί αυτοσυγκράτηση, διακριτικότητα και επίγνωση των συμβολισμών.

Στην αρχή, πάντως, η στάση της αντιμετωπίστηκε με επιείκεια. Η Γκιλφόιλ μπορούσε να εμφανίζεται ως «αντισυμβατική», ως διαφορετική από τους παραδοσιακούς διπλωμάτες, ως εκπρόσωπος μιας νέας εποχής στην αμερικανική πολιτική, όπου οι παλαιοί κανόνες συμπεριφοράς υποχωρούν μπροστά στην αδιαμεσολάβητη προβολή της ισχύος. Εξάλλου, τα ήθη που έχει εισαγάγει στη διεθνή πολιτική ο Ντόναλντ Τραμπ προσφέρουν ένα ευρύ περιθώριο ανοχής σε συμπεριφορές που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα θεωρούνταν ασύμβατες με το αξίωμα.

Υπό μία έννοια, η Γκιλφόιλ δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επιχειρεί να αναπαραγάγει, όσο το δυνατόν πιο πειστικά, το modus operandi et vivendi του Τραμπ. Να μεταφέρει, δηλαδή, στο διπλωματικό πεδίο τη λογική της προσωπικής υπεροχής, της επιδεικτικής αυτοπεποίθησης και της αδιαφορίας για τις συμβάσεις που διέπουν τη θεσμική συμπεριφορά.

Το παράκανε και έχασε το μέτρο; Ενδεχομένως. Η ίδια, άλλωστε, δεν είχε διαγράψει την παραδοσιακή πορεία ενός διπλωμάτη καριέρας. Η εκπαίδευσή της στο αντικείμενο της διπλωματίας ήταν, στην ουσία, ταχύρρυθμη: από την επιλογή της από τον Ντόναλντ Τραμπ ως επόμενης πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα έως την άφιξή της στην Αθήνα μεσολάβησε περίπου ένας χρόνος, μέσα στον οποίο θα έπρεπε να εξοικειωθεί με τις απαιτήσεις ενός αξιώματος που δεν συγχωρεί πάντοτε τον αυτοσχεδιασμό.

Από την εισαγγελία και την τηλεόραση στη διπλωματική σκηνή

Η επαγγελματική διαδρομή της Κίμπερλι Γκιλφόιλ ήταν, άλλωστε, εξαρχής τεθλασμένη, με διαδοχικές μεταβάσεις που δύσκολα προμήνυαν μια συμβατική σταδιοδρομία στον διπλωματικό μηχανισμό. Ξεκίνησε ως επιτυχημένη νομικός και πέρασε στην άλλη πλευρά των δικαστικών διαδικασιών, υπηρετώντας ως εισαγγελέας στην Καλιφόρνια. Στη συνέχεια, όμως, εγκατέλειψε τη δικαστική αίθουσα για τα τηλεοπτικά στούντιο, επιλέγοντας τη δημοσιογραφία και την παρουσίαση εκπομπών.

Από εκεί, η πορεία της την οδήγησε στην πολιτική επικοινωνία και στη συμβουλευτική υποψηφίων που διεκδικούσαν την είσοδό τους στην εξουσία. Σε αυτό το πεδίο, σύμφωνα με την επαγγελματική διαδρομή που περιγράφεται, διακρίθηκε στην κινητοποίηση υποστήριξης και, κυρίως, στην εξασφάλιση οικονομικών πόρων για τους πολιτικούς πελάτες της.

Η μετάβαση από την πολιτική επικοινωνία στη διπλωματία, ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη. Η πρώτη στηρίζεται στην προβολή, στην πειθώ, στη διαχείριση εντυπώσεων και στην κινητοποίηση ενός ακροατηρίου. Η δεύτερη προϋποθέτει τη δυνατότητα να εκπροσωπείς ένα κράτος χωρίς να ταυτίζεις την προσωπική σου άποψη με την επίσημη θέση του, να διαχειρίζεσαι τις διαφωνίες χωρίς να τις μετατρέπεις σε δημόσιες συγκρούσεις και να κατανοείς ότι ακόμη και μια φαινομενικά ασήμαντη φράση μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη πολιτική βαρύτητα.

Αυτή ακριβώς η διάκριση βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης Γκιλφόιλ. Η ικανότητα να κερδίζει κανείς την προσοχή, να διαμορφώνει δημόσιες εντυπώσεις ή να συγκεντρώνει πολιτική και οικονομική υποστήριξη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι διαθέτει και την απαιτούμενη κρίση για να εκπροσωπήσει μια υπερδύναμη σε μια χώρα με την οποία διατηρεί στρατηγικές σχέσεις.

Οι αποκαλύψεις, τα 100.000 δολάρια και η σκιά πάνω από το αξίωμα

Πέρα από τις αποκαλύψεις της The Wall Street Journal και τις ενδείξεις που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, παρουσίαζε η αμερικανική εφημερίδα σχετικά με απαίτηση 100.000 δολαρίων από Αμερικανό επιχειρηματία, το ουσιώδες ζήτημα δεν εξαντλείται στην προσωπική ηθική ακεραιότητα της Γκιλφόιλ. Οι καταγγελίες αυτές, εφόσον εξεταστούν και αποδειχθούν από τα αρμόδια όργανα, θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή αφορούν πρόσωπο που ασκούσε δημόσιο αξίωμα. Δεν θα ήταν, όμως, ορθό να συγχέεται η ύπαρξη δημοσιευμένων καταγγελιών με μια οριστική δικαστική διαπίστωση.

Για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, το ακόμη σοβαρότερο ζήτημα ήταν διαφορετικής φύσης. Αφορούσε μια αποστροφή της πρέσβεως σχετικά με τη δύναμη που διαθέτουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να ανεβάζουν ή να ρίχνουν κυβερνήσεις, όποτε το επιθυμούν και σε όποια χώρα επιλέξουν. Εάν η φράση αποδόθηκε σωστά και ειπώθηκε με το νόημα που της αποδίδεται, τότε δεν επρόκειτο απλώς για μια ατυχή κοινωνική στιγμή, αλλά για μια τοποθέτηση με δυνητικά σοβαρές θεσμικές και πολιτικές συνέπειες.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές του protothema.gr, το επεισόδιο πράγματι συνέβη, παρά την προσπάθεια που φέρεται να καταβλήθηκε και από τις δύο πλευρές για να μη λάβει δημοσιότητα. Η στιχομυθία διαμείφθηκε ανάμεσα στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ και τον Σταύρο Παπασταύρου, υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας της ελληνικής κυβέρνησης.

Ήταν μια συνομιλία που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κανονική διπλωματική κρίση, εάν η ελληνική πλευρά επέλεγε να δώσει συνέχεια. Και αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Παπασταύρου συγκαταλεγόταν στα κυβερνητικά στελέχη που είχαν αναπτύξει τις στενότερες σχέσεις με την Αμερικανίδα πρέσβη, κυρίως εξαιτίας των σημαντικών εξελίξεων στον τομέα των διακρατικών ενεργειακών συμφωνιών.

Η The Wall Street Journal, μια εφημερίδα με σημαντική επιρροή στους αμερικανικούς πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, φέρεται να έφερε την υπόθεση στο προσκήνιο σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η Γκιλφόιλ θα μπορούσε να βρεθεί ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της δημοσιότητας, ενόψει της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο, υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ και πολιτικού προϊσταμένου της.

Η χρονική συγκυρία έδωσε στην υπόθεση πρόσθετο βάρος. Δεν επρόκειτο πλέον μόνο για τη συμπεριφορά μιας αμφιλεγόμενης πρέσβεως, αλλά για ένα περιστατικό που άγγιζε ευθέως τα όρια της αμερικανικής επιρροής, τη θέση της Ελλάδας ως κυρίαρχου κράτους και την αξιοπιστία της διμερούς σχέσης.

«Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ»: Η στιγμή που ξεπεράστηκε κάθε όριο

Την περασμένη άνοιξη, κατά τη διάρκεια συνεστίασης στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, ανάμεσα σε γεύματα και κοινωνικές συζητήσεις, η οικοδέσποινα της βραδιάς, πρέσβης Κίμπερλι Γκιλφόιλ, φέρεται να προέβη σε μια δήλωση που δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς υπερβολική ή ατυχής. Με την ελαφρότητα που μπορεί να χαρακτηρίζει έναν αξιωματούχο ο οποίος έχει υπερεκτιμήσει τη δύναμη που του προσδίδει η θέση του, σχολίασε κομπάζοντας «είδατε τι έγινε στη Ρουμανία [σσ: εννοώντας την κατάρρευση της τοπικής κυβέρνησης]. Σας διαβεβαιώ ότι το ίδιο μπορούμε να κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».

Αν δεν ήταν μεθυσμένη, ώστε να υπάρχει ένα κάποιο ελαφρυντικό για ό,τι εκστόμισε, η Γκιλφόιλ θα έπρεπε να έχει μετανοήσει την ίδια στιγμή. Η προσβολή προς την Ελλάδα ήταν απολύτως ανήκουστη, απαράδεκτη και ασυγχώρητη. Και ως τέτοιαν την αντιμετώπισε ο Σταύρος Παπασταύρου.

Η βαρύτητα της φράσης δεν βρίσκεται μόνο στην αλαζονική διατύπωσή της. Βρίσκεται πρωτίστως στην αντίληψη που υποδηλώνει: ότι η πολιτική κυριαρχία μιας χώρας μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μεταβλητή στη διάθεση μιας ισχυρότερης δύναμης, ότι η εκλογική βούληση των πολιτών μπορεί να παρακάμπτεται και ότι η διπλωματική εκπροσώπηση μπορεί να λειτουργεί ως υπενθύμιση ισχύος αντί ως γέφυρα συνεννόησης.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος έως τότε είχε αναπτύξει στενές σχέσεις συνεργασίας με την πρέσβη, αντέδρασε έντονα στην αδιανόητη θρασύτητά της. Της υπενθύμισε ότι ακόμη και σε μια κοινωνική εκδήλωση, όπου η ατμόσφαιρα είναι πιο χαλαρή και οι τυπικότητες υποχωρούν, δεν υπάρχει περιθώριο για την παραμικρή νύξη περί ξένης παρέμβασης στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα μιας κυρίαρχης, δημοκρατικής και ευνομούμενης χώρας όπως η Ελλάδα.

Ο Παπασταύρου ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα έχει την κυβέρνηση που επέλεξε ο ελληνικός λαός με την ψήφο του και ότι ο ίδιος δεν δέχεται εντολές από κανέναν άλλον παρά μόνο από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η αντίδρασή του, όπως περιγράφεται από αυτόπτες μάρτυρες, δεν εξελίχθηκε σε δημόσια αντιπαράθεση ούτε σε θεαματική διπλωματική ρήξη. Αντιθέτως, ο Έλληνας υπουργός φαίνεται ότι επέλεξε να συγκρατήσει την αγανάκτησή του, αντιλαμβανόμενος ότι η Γκιλφόιλ ενδεχομένως δεν είχε συνειδητοποιήσει πλήρως τη σοβαρότητα των λόγων της. Δεν επιδίωξε να μετατρέψει το επεισόδιο σε μείζον πολιτικό γεγονός. Προτίμησε να θέσει σαφή όρια, να καταστήσει σαφές ότι η ανοχή έχει συγκεκριμένο τέλος και να αφήσει την υπόθεση εκεί.

Η στάση αυτή, εφόσον πράγματι ακολουθήθηκε όπως περιγράφεται, δεν αναιρεί τη σοβαρότητα του περιστατικού. Αντιθέτως, αναδεικνύει μια λεπτή αλλά ουσιώδη διάκριση στη διπλωματία: η αποφυγή της δημόσιας κλιμάκωσης δεν συνιστά αποδοχή της προσβολής. Μπορεί να αποτελεί επιλογή αυτοσυγκράτησης, όταν η προτεραιότητα είναι να προστατευθεί η ουσία μιας σχέσης χωρίς να επιτραπεί η αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας.

Αργότερα, όταν η WSJ θα απέδιδε στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ μια σειρά αμφιλεγόμενων ή δυνητικά επιλήψιμων ενεργειών κατά την άσκηση των καθηκόντων της, οι νομικοί εκπρόσωποί της θα χαρακτήριζαν το συγκεκριμένο συμβάν «πολύ λιγότερο σημαντικό από ό,τι παρουσιάζεται».

Η φράση αυτή, ωστόσο, δεν εξαλείφει το πολιτικό ερώτημα που αναδύεται από το περιστατικό: πού τελειώνει η επιθετική αυτοπεποίθηση μιας μεγάλης δύναμης και πού αρχίζει η θεσμικά απαράδεκτη περιφρόνηση προς την κυριαρχία ενός συμμάχου;

Το τραμπικό πρότυπο και η αποτυχία της μίμησης

Ένα από τα μεγαλύτερα και, όπως πλέον φαίνεται, δυνητικά αυτοκαταστροφικά σφάλματα της Γκιλφόιλ ήταν η απόφασή της να μιμηθεί το ύφος και το φέρεσθαι του Ντόναλντ Τραμπ. Και μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο χονδροειδή και αδέξιο από τον ίδιο τον εμπνευστή του.

Ο Τραμπ έχει οικοδομήσει την πολιτική του παρουσία πάνω στη διαρκή πρόκληση, στην υποτίμηση των συμβάσεων, στην επιθετική ρητορική και στην αντίληψη ότι η ισχύς δικαιολογεί την παράκαμψη των παραδοσιακών κανόνων. Μιλά για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, εκφράζει οργή επειδή το Νόμπελ Ειρήνης απονέμεται σε άλλον, περιφρονεί στην πράξη την Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτοσυγχαίρεται για πολέμους που υποστηρίζει ότι απέτρεψε ή τερμάτισε, την ώρα που οι ΗΠΑ παραμένουν εγκλωβισμένες σε μια επικίνδυνη αντιπαράθεση με το Ιράν.

Παράλληλα, παρουσιάζει τον εαυτό του ως νικητή απέναντι σε μια «εξωνημένη δικαιοσύνη», η οποία τόλμησε να τον παραπέμψει για σοβαρά αδικήματα, και ως πολιτικό που επέστρεψε θριαμβευτικά στον Λευκό Οίκο μετά τη νίκη του στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2024.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Γκιλφόιλ φαίνεται ότι θεώρησε πως το τραμπικό πρότυπο μπορούσε να λειτουργήσει ως γενικός κανόνας συμπεριφοράς, ακόμη και για μια διπλωμάτη που εκπροσωπεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Σαν να αρκούσε η επίδειξη δύναμης για να εξασφαλίσει τον σεβασμό, σαν να ήταν η διπλωματική ιδιότητα ένα ακόμη πεδίο εφαρμογής του δόγματος MAGA.

Μόνο που η πολιτική σκηνή της Ουάσιγκτον δεν ταυτίζεται με το διπλωματικό πεδίο της Αθήνας. Και όσα μπορεί να επιβιώνουν, ή ακόμη και να επιβραβεύονται, στο εσωτερικό μιας πολωμένης πολιτικής αντιπαράθεσης, δεν μεταφέρονται αυτομάτως στις σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων κρατών.

Η διαφορά ανάμεσα στον πρόεδρο και στην πρέσβη είναι θεμελιώδης. Ο πρώτος διαμορφώνει πολιτική, καθορίζει στρατηγικές προτεραιότητες και αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων της κυβέρνησής του. Η δεύτερη καλείται να τις εκπροσωπεί, να τις εξηγεί και να τις εφαρμόζει μέσα σε ένα πλαίσιο θεσμικών κανόνων. Η πρέσβης δεν είναι ούτε τηλεοπτική σχολιάστρια ούτε πολιτική περσόνα ούτε προσωπικός απεσταλμένος με ανεξέλεγκτη εξουσία. Είναι ο επίσημος εκπρόσωπος ενός κράτους, με καθήκον να υπηρετεί τις σχέσεις του με ένα άλλο κράτος.

Εάν, επομένως, η Γκιλφόιλ εκτίμησε ότι η επιθετικότητα και η απουσία αυτοσυγκράτησης θα την καθιστούσαν ισχυρότερη, η σύντομη θητεία της δείχνει τα όρια αυτής της στρατηγικής. Η μίμηση του Τραμπ δεν την προστάτευσε. Αντιθέτως, ενδέχεται να συνέβαλε στην έκθεσή της, καθώς την οδήγησε να συγχέει την προσωπική προβολή με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Η πολιτική και ηθική σκιά των καταγγελιών

Ακριβώς όπως ο Ντόναλντ Τραμπ έχει βρεθεί αντιμέτωπος με πολυάριθμες δικαστικές υποθέσεις και καταδικαστικές αποφάσεις, έτσι και η άλλοτε μνηστή ενός από τους γιους του ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρά ερωτήματα για ορισμένες από τις ενέργειές της κατά την άσκηση των καθηκόντων της, εφόσον οι καταγγελίες σε βάρος της οδηγηθούν σε θεσμική διερεύνηση.

Η πιθανότητα αυτή δεν σημαίνει ότι οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί ούτε ότι η έκβασή τους είναι προδιαγεγραμμένη. Σημαίνει, όμως, ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον στην επικοινωνιακή διαχείριση μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας. Όταν οι καταγγελίες αφορούν ενδεχόμενη κατάχρηση υλικών ή θεσμικών προνομίων, η υπόθεση αποκτά μια διαφορετική διάσταση, καθώς αγγίζει τη λογοδοσία όσων ασκούν δημόσια εξουσία.

Εάν οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές, οι οποίοι φέρεται να αντέδρασαν έντονα στις αποκαλύψεις της WSJ, επιμείνουν στη διερεύνηση της υπόθεσης, η Γκιλφόιλ θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με πολιτικές και θεσμικές συνέπειες που θα περιόριζαν δραστικά τις δυνατότητες μελλοντικής επιστροφής της στη διπλωματία ή σε ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο βίος και η πολιτεία της Κίμπερλι Γκιλφόιλ προσφέρονται ήδη για ένα είδος σύγχρονου πολιτικού αναγνώσματος, στο οποίο η φιλοδοξία, η εξουσία, η προσωπική προβολή και οι κίνδυνοι της υπερβολής συνυπάρχουν σε μια ιστορία με έντονα παραπολιτικά χαρακτηριστικά. Και η ιστορία αυτή δεν αφορά αποκλειστικά την ίδια. Επιστρέφει αναπόφευκτα ως πρόσθετο πλήγμα στην ήδη τραυματισμένη δημόσια εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ, ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και της προσπάθειάς του να περιορίσει τις πολιτικές απώλειες και τη φθορά του κύρους του.

Ο Μάρκο Ρούμπιο, η αρχαία Ελλάδα και η αντίφαση της αμερικανικής εκπροσώπησης

Υπάρχει, ωστόσο, μια διάσταση της υπόθεσης που δεν πρέπει να υποτιμηθεί: η Γκιλφόιλ δεν ήταν πρέσβης σε μια οποιαδήποτε χώρα. Εκπροσωπούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα, μια χώρα με ιστορικό και συμβολικό βάρος πολύ μεγαλύτερο από το γεωγραφικό της μέγεθος.

Μόλις λίγες ημέρες πριν από τις εξελίξεις που έφεραν την πρέσβη στο επίκεντρο, ο Μάρκο Ρούμπιο είχε εξάρει την Ελλάδα, αντλώντας από την αρχαία δημοκρατική παράδοση, τη φιλοσοφία και τη γένεση των δημοκρατικών θεσμών. Οι αναφορές αυτές δεν λειτουργούσαν μόνο ως φιλοφρόνηση προς τη χώρα που τον φιλοξενούσε. Μπορούσαν να διαβαστούν και ως έμμεση τοποθέτηση για τη δική του αντίληψη περί διακυβέρνησης, σε μια περίοδο κατά την οποία ο ίδιος προβάλλεται ως πιθανός μελλοντικός διεκδικητής του χρίσματος των Ρεπουμπλικανών και, δυνητικά, της διαδοχής του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως κοιτίδα δημοκρατικών αξιών και ως ιστορικός συνομιλητής της αμερικανικής πολιτικής παράδοσης. Από την άλλη, μια πρέσβης των ΗΠΑ φέρεται να διατύπωσε την άποψη ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ανατρέψει την κυβέρνηση της χώρας, εάν το επιθυμούσε.

Η αντίφαση αυτή δεν αφορά απλώς την προσωπική συμπεριφορά μιας διπλωμάτη. Αφορά την απόσταση ανάμεσα στη ρητορική της στρατηγικής φιλίας και στην αντίληψη που μπορεί να καλλιεργηθεί όταν η ισχύς εκφράζεται χωρίς την αναγκαία θεσμική αυτοσυγκράτηση.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το βασικό ερώτημα: τι σημαίνει, για την Ελλάδα και τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το φιάσκο της Κίμπερλι Γκιλφόιλ; Ποιες είναι οι πραγματικές προεκτάσεις των καταγγελιών που τη συνοδεύουν και ποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει η υπόθεση για τη χώρα μας; Με απλά λόγια, η Ελλάδα χάνει ή κερδίζει από την super-fast θητεία μιας περσόνας όπως η Γκιλφόιλ ως πρέσβεως των ΗΠΑ;

Η κατάρρευση του δόγματος των πολιτικών φίλων

Κατ’ αρχάς, μαζί με την Γκιλφόιλ δέχεται πλήγμα, τουλάχιστον εν μέρει, η sui generis αντίληψη του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ανώτερες θέσεις του διπλωματικού σώματος μπορούν να καλυφθούν όχι από εξειδικευμένα και έμπειρα στελέχη, αλλά από πρόσωπα εκτός του παραδοσιακού διπλωματικού μηχανισμού, των οποίων το βασικό προσόν είναι η αδιαμφισβήτητη αφοσίωσή τους στον ίδιο και στο πολιτικό σχέδιο MAGA, το «Make America Great Again».

Στην ιδανική εκδοχή αυτού του συστήματος, η προσωπική εγγύτητα προς τον πρόεδρο και η συμμετοχή στον ευρύτερο οικογενειακό ή πολιτικό του κύκλο λειτουργούν ως διαπιστευτήρια ισχυρότερα από την επαγγελματική εμπειρία. Η πίστη προηγείται της τεχνογνωσίας, η προσωπική σχέση προηγείται της θεσμικής επάρκειας και η πολιτική συγγένεια εμφανίζεται να υπερισχύει της παραδοσιακής αξιολόγησης των προσόντων.

Η περίπτωση της Γκιλφόιλ δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε πολιτικός διορισμός είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Αναδεικνύει, ωστόσο, τους κινδύνους που προκύπτουν όταν η προσωπική αφοσίωση θεωρείται επαρκές υποκατάστατο της διπλωματικής εμπειρίας και της θεσμικής κρίσης.

Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με την περιγραφή της ευρύτερης πολιτικής συγκυρίας, ότι σύννεφα συγκεντρώνονται και πάνω από τον Τσαρλς Κούσνερ, πατέρα του Τζάρεντ Κούσνερ και συμπέθερο του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ασκεί καθήκοντα πρέσβη στη Γαλλία. Οι επιθέσεις του κατά της γαλλικής κυβέρνησης, με αιχμή την υποστήριξη προς το Ισραήλ και την προστασία της εβραϊκής κοινότητας, φέρονται να έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, δημιουργώντας αβεβαιότητα για τη συνέχιση της παρουσίας του στο Παρίσι.

Η παράλληλη πίεση προς δύο πρόσωπα που συνδέονται με τον ευρύτερο οικογενειακό κύκλο του Τραμπ ενισχύει το ερώτημα κατά πόσον το μοντέλο της πολιτικής εμπιστοσύνης, όταν μεταφέρεται σε κορυφαία διπλωματικά αξιώματα, μπορεί να αντέξει τις απαιτήσεις της πραγματικής άσκησης εξωτερικής πολιτικής.

Η απογοήτευση των Ελλήνων και το αίσθημα της υποτίμησης

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τίτλος «Exasperation and Resignation in Greece Over Allegations Against Kimberly Guilfoyle» σε ρεπορτάζ των The New York Times, το οποίο εξετάζει τις αντιδράσεις των Ελλήνων πολιτών στην υπόθεση.

Το «resignation» του τίτλου δεν παραπέμπει στην παραίτηση της πρέσβεως, αλλά στην παραίτηση με την ψυχολογική έννοια του όρου: στην απογοήτευση, στην αίσθηση αδυναμίας και στην πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν την Ελλάδα με τον σεβασμό που θα περίμενε ένας στενός σύμμαχος. Η λέξη αποδίδει ένα συναίσθημα βαθύτερο από την ενόχληση για ένα πρόσωπο. Εκφράζει την απογοήτευση που προκαλεί η εντύπωση ότι η χώρα αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων συνομιλητής, στον οποίο μπορεί να ανατεθεί ένας αμφιλεγόμενος εκπρόσωπος χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για τους συμβολισμούς.

Οι ανταποκριτές των New York Times παραθέτουν δηλώσεις πολιτών που συγκέντρωσαν στην Αθήνα. «Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα και, λίγο πολύ, πρέπει να χορεύει στο ρυθμό που της δίνουν οι ΗΠΑ. Το να μείνει ή να φύγει μία διεφθαρμένη διπλωμάτης, δεν θα κάνει μεγάλη διαφορά» δήλωσε ο Π.Η. 47 ετών, ιδιοκτήτης εστιατορίου πίτσας.

Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Tο άδοξο τέλος μετά από 11 μήνες και 10 ημέρες παρουσίας- Τα έργα και οι ημέρες της στην Αθήνα- Η διπλωματία του lifestyle και οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις από εδώ και πέρα

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει έναν ρεαλισμό που αγγίζει τα όρια της παραίτησης. Η απομάκρυνση ενός προσώπου, όσο αμφιλεγόμενο κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να μεταβάλει τους συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα σε μια μικρότερη χώρα και μια παγκόσμια δύναμη. Για ορισμένους πολίτες, επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η Γκιλφόιλ, αλλά η δομική ανισορροπία της σχέσης.

Η κα Α.Ρ., 52 ετών, πρώην νοσηλεύτρια, εξέφρασε μια διαφορετική, αλλά συγγενή απογοήτευση: «με την επιλογή της Γκιλφόιλ, οι ΗΠΑ έδειξαν ότι υποτιμούν την πατρίδα μου, ως αξιόπιστο σύμμαχο. Αντί να τιμήσουν τη φιλία μεταξύ των δύο λαών, μας έστειλαν την Κίμπερλι σαν να της έκαναν χάρη. Επειδή η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, είμαστε αναγκασμένοι να έχουμε φίλους, και έχουμε ανάγκη την Αμερική. Αλλά θα χορέψουμε όπως θέλουν μέχρι εκεί που εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα. Δεν είμαστε υποτακτικοί τους».

Η δήλωση αυτή συμπυκνώνει μια αντίφαση που διαπερνά διαχρονικά την ελληνική εξωτερική πολιτική: η ανάγκη διατήρησης στενών σχέσεων με μια υπερδύναμη δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της αυτονομίας ούτε αποδοχή μιας σχέσης χωρίς αμοιβαίο σεβασμό. Η Ελλάδα έχει λόγους να επιδιώκει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα σε ζητήματα άμυνας, ενέργειας και περιφερειακής ασφάλειας. Έχει, όμως, εξίσου λόγους να απαιτεί η συνεργασία αυτή να στηρίζεται στην ισοτιμία των θεσμών και στην αναγνώριση των εθνικών της συμφερόντων.

Η υπόθεση Γκιλφόιλ έφερε αυτή την ευαίσθητη ισορροπία στην επιφάνεια. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να αγνοήσει τη σημασία της αμερικανικής υποστήριξης. Είναι αν μπορεί να διατηρεί τη συνεργασία χωρίς να μετατρέπει την ανάγκη της σε αποδοχή οποιασδήποτε συμπεριφοράς.

Το κόστος για την Ελλάδα: Η κενή θέση και οι ενεργειακές εκκρεμότητες

Το σύντομο και αμφιλεγόμενο, αν όχι ευθέως επιλήψιμο, πέρασμα της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη χώρα μας δεν περιποιεί τιμή στην Ελλάδα. Αντιθέτως, δημιουργεί προβλήματα σε περισσότερα από ένα επίπεδα.

Η πρώτη και πιο άμεση συνέπεια αφορά την πρακτική λειτουργία της διπλωματικής εκπροσώπησης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου παραμένει ιδιαίτερα ταραγμένη και αβέβαιη, η απουσία πρέσβεως από την αμερικανική διπλωματική αποστολή μπορεί να προκαλέσει κενό πολιτικού συντονισμού, να επιβραδύνει πρωτοβουλίες και να δυσχεράνει την άμεση επικοινωνία ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή βρίσκονται σε εξέλιξη διεργασίες στον ενεργειακό τομέα με ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις. Οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι διακρατικές συμφωνίες και οι διασυνδέσεις με τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη δεν αποτελούν απομονωμένες εμπορικές υποθέσεις. Συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια, τη στρατηγική διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και την προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να περιορίσουν τις εξαρτήσεις τους.

Η Γκιλφόιλ είχε επιχειρήσει να συνδέσει τη σοβαρή πλευρά της παρουσίας της στην Ελλάδα με αυτές ακριβώς τις εξελίξεις. Ως εκ τούτου, η αποχώρησή της δημιουργεί αναπόφευκτα ερωτήματα για τη συνέχεια των πρωτοβουλιών που είχαν αναληφθεί υπό τη δική της εποπτεία. Οι συμφωνίες, βεβαίως, δεν ταυτίζονται με τα πρόσωπα που τις προωθούν. Η θεσμική τους συνέχεια εξαρτάται από τις δεσμεύσεις των κρατών, τις διαδικασίες εφαρμογής και τη βούληση των κυβερνήσεων να προχωρήσουν. Ωστόσο, η αλλαγή ενός κεντρικού διπλωματικού προσώπου μπορεί να επηρεάσει τους ρυθμούς, τις προτεραιότητες και τις ισορροπίες της διαπραγμάτευσης.

Το ζητούμενο, επομένως, για την Αθήνα είναι να διασφαλίσει ότι η προσωπική αποτυχία μιας πρέσβεως δεν θα μετατραπεί σε θεσμική εκκρεμότητα για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, να προστατεύσει τη συνέχεια των ενεργειακών συμφωνιών και να αποφύγει να εξαρτά τη στρατηγική της από την προσωπικότητα οποιουδήποτε πρεσβευτή.

Οι φωτογραφίες, τα τεκμήρια και η πολιτική αμηχανία

Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη διάσταση, περισσότερο πολιτική και συμβολική. Σχεδόν το σύνολο του ανώτερου πολιτικού προσωπικού της χώρας, από την κυβέρνηση και την Προεδρία της Δημοκρατίας έως τους αρχηγούς των κομμάτων, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, επιδίωξε να συναντηθεί με την Κίμπερλι Γκιλφόιλ ή να αναπτύξει σχέσεις μαζί της.

Οι φωτογραφίες από τις συναντήσεις αυτές είναι πολυάριθμες. Αποτυπώνουν την επιθυμία των Ελλήνων πολιτικών να διατηρήσουν επαφή με την εκπρόσωπο της Ουάσιγκτον, να ενισχύσουν τη θέση τους σε έναν κρίσιμο δίαυλο επικοινωνίας και να επιβεβαιώσουν ότι η Ελλάδα παραμένει συνομιλητής της αμερικανικής κυβέρνησης.

Δεν θα ήταν, ωστόσο, εύλογο να μέμφεται κανείς τους Έλληνες πολιτικούς επειδή επιδίωξαν επαφές με την πρέσβη των ΗΠΑ. Η διπλωματική πρακτική επιβάλλει την επικοινωνία με τον εκπρόσωπο μιας χώρας, ανεξάρτητα από την προσωπικότητα ή τις ιδιαιτερότητές του. Οι Έλληνες πολιτικοί δεν επέλεξαν την Γκιλφόιλ. Την επέλεξε η αμερικανική κυβέρνηση και, ειδικότερα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι φωτογραφίες και οι δημόσιες εμφανίσεις στερούνται πολιτικής σημασίας. Εκ των υστέρων, οι εικόνες αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως υπενθύμιση της ευκολίας με την οποία το πολιτικό σύστημα επενδύει σε πρόσωπα που συνδέονται με την εξουσία, αλλά και της αμηχανίας που προκύπτει όταν αυτά τα πρόσωπα αποδεικνύονται λιγότερο σταθερά ή αξιόπιστα απ’ όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Η ουσία, πάντως, δεν βρίσκεται στην αναζήτηση εκ των υστέρων ενόχων για τις επαφές που πραγματοποιήθηκαν. Βρίσκεται στην ανάγκη να διαχωρίζονται οι θεσμικές σχέσεις από τις προσωπικές συμπάθειες, η στρατηγική συνεργασία από την επικοινωνιακή προβολή και η διπλωματική αναγκαιότητα από την πολιτική κολακεία.

Ο Τραμπ απομακρύνεται από την επιλογή του

Σήμερα, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επιχειρεί να απομακρυνθεί από το πολιτικό βάρος της υπόθεσης Γκιλφόιλ. Η στάση αυτή, όμως, έρχεται σε αντίθεση με τον ενθουσιασμό με τον οποίο είχε ανακοινώσει την επιλογή της τον Δεκέμβριο του 2024.

Τότε, ο Τραμπ έπλεκε το εγκώμιό της, εξαίροντας τις ηγετικές και διοικητικές ικανότητές της, την εμπειρία της και, πάνω απ’ όλα, «την οξυδέρκειά της». Την παρουσίαζε ως «στενή φίλη και συναγωνίστρια» στην προσπάθεια πραγμάτωσης του μεγάλου οράματος MAGA, υπογραμμίζοντας τη συμβολή της στην πολιτική και οικονομική υποστήριξη που είχε εξασφαλίσει για την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.

Η Γκιλφόιλ είχε, πράγματι, διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια συγκέντρωσης εκατομμυρίων δολαρίων για την εκστρατεία και την πολιτική επαναφορά του Τραμπ. Η προσωπική της σχέση με τον πρόεδρο και η πολιτική της αφοσίωση αποτέλεσαν μέρος της εικόνας που συνόδευσε τον διορισμό της.

Αυτό ακριβώς καθιστά δύσκολη την πλήρη αποσύνδεση του Τραμπ από την περίπτωσή της. Η επιλογή της δεν ήταν μια τυχαία υπηρεσιακή απόφαση ούτε μια συνηθισμένη τοποθέτηση στο διπλωματικό σώμα. Ήταν μια πολιτική επιλογή, φορτισμένη με προσωπικές σχέσεις, συμβολισμούς και προσδοκίες.

Όταν ένας πρόεδρος προβάλλει δημοσίως ένα πρόσωπο ως κατάλληλο για μια κρίσιμη θέση, η αποτυχία του διορισμού δεν αφορά μόνο τον διορισμένο. Εγείρει ερωτήματα για τα κριτήρια με τα οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις, για το βάρος που αποδίδεται στην προσωπική αφοσίωση και για το κατά πόσον η πολιτική εμπιστοσύνη μπορεί να υποκαταστήσει την αξιολόγηση της επαγγελματικής επάρκειας.

Τα απομνημονεύματα που μπορεί να αλλάξουν την αφήγηση

Όταν έρθει η στιγμή να καταθέσει η ίδια τη δική της εκδοχή για όσα συνέβησαν, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ θα έχει μπροστά της μια δύσκολη επιλογή: να αποδεχθεί την εικόνα που έχει ήδη διαμορφωθεί γύρω από τη σύντομη θητεία της ή να επιχειρήσει να ανατρέψει την αφήγηση, παρουσιάζοντας τη δική της πλευρά των γεγονότων.

Ίσως αυτό να συμβεί μέσα από συνεντεύξεις, ίσως μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις ή, κάποτε, μέσα από τα απομνημονεύματά της. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν αποκλείεται να αναδυθούν πληροφορίες που θα φέρουν σε δύσκολη θέση όχι μόνο την ίδια, αλλά και τον Ντόναλντ Τραμπ ή μέλη της κυβέρνησής του. Πρόκειται, βεβαίως, για ενδεχόμενο και όχι για δεδομένη εξέλιξη.

Εκείνο που ήδη προκαλεί εντύπωση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη βεβαιότητα με την οποία η Γκιλφόιλ προσέγγισε το αξίωμά της και στην αβεβαιότητα που συνοδεύει σήμερα την πολιτική της θέση. Η καθυστέρηση στην απάντηση στις καταγγελίες, όπως περιγράφεται στο αρχικό χρονικό της υπόθεσης, δεν φαίνεται να συνέβαλε στην αποκατάσταση της δημόσιας εικόνας της. Αντιθέτως, άφησε χώρο για την ενίσχυση των αμφιβολιών και τη διεύρυνση της συζήτησης γύρω από τη συμπεριφορά της.

Σίγουρα, πάντως, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν θα επαίρεται εύκολα για την περίοδο κατά την οποία ανέλαβε τα καθήκοντά της στην Ελλάδα, ούτε θα μπορεί να επικαλείται χωρίς αμηχανία την αρχική της πεποίθηση ότι η προσωπική εμπιστοσύνη του προέδρου αποτελούσε απόδειξη της εκτίμησής του προς τη χώρα μας.

Τότε, κατά την ανάληψη των καθηκόντων της, είχε δηλώσει ότι «η εμπιστοσύνη του Προέδρου στο πρόσωπό μου, το ότι επέλεξε εμένα ειδικά, δείχνει και το πόσο εκτιμά την Ελλάδα».

Η μεταγενέστερη εξέλιξη της υπόθεσης προσδίδει σε αυτή τη δήλωση μια ειρωνική διάσταση. Η επιλογή ενός προσώπου από τον πρόεδρο των ΗΠΑ δεν αποτελεί, από μόνη της, εγγύηση σεβασμού προς τη χώρα στην οποία τοποθετείται. Η πραγματική εκτίμηση αποδεικνύεται μέσα από τη συμπεριφορά, την επαγγελματική επάρκεια και την ικανότητα να υπηρετεί κανείς τον θεσμό χωρίς να τον υποτάσσει στην προσωπική του προβολή.

Οι 11 μήνες και οι 10 ημέρες που έμειναν στην ιστορία

Στο βιβλίο της ζωής της, εάν και όταν γραφτεί, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ μπορεί ασφαλώς να υπερηφανεύεται για αρκετές πτυχές της επαγγελματικής και πολιτικής της διαδρομής. Η θητεία της, όμως, ως πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στην Ελλάδα, δύσκολα θα αποτελέσει το κεφάλαιο που θα επιλέξει να προβάλει με τη μεγαλύτερη υπερηφάνεια.

Οι 11 μήνες και οι 10 ημέρες συνθέτουν μια εξαιρετικά σύντομη διαδρομή για ένα τόσο σημαντικό διπλωματικό αξίωμα. Και, σύμφωνα με το ιστορικό πλαίσιο που παρατίθεται, η περίπτωσή της καταγράφεται ως η δεύτερη συντομότερη θητεία Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα, μετά εκείνη του Αλεξάντερ Κερκ, ο οποίος υπηρέτησε για περίπου έξι μήνες το 1943, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και εκτός Αθήνας, κοντά στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου.

Η ιστορική σύγκριση έχει τη δική της βαρύτητα. Η θητεία του Κερκ τοποθετείται σε μια περίοδο πολέμου, κατοχής και εξορίας, όταν οι συνθήκες λειτουργίας της διπλωματίας ήταν εξαιρετικά διαφορετικές από τις σημερινές. Η σύντομη παραμονή της Γκιλφόιλ, αντιθέτως, εκτυλίχθηκε σε ένα σύγχρονο περιβάλλον θεσμικής σταθερότητας, στενής συμμαχικής συνεργασίας και σημαντικών στρατηγικών συμφερόντων.

Αυτό είναι που καθιστά την περίπτωσή της τόσο χαρακτηριστική. Δεν ήταν οι αντικειμενικές συνθήκες μιας πολεμικής περιόδου που περιόρισαν τη θητεία της. Ήταν μια σειρά από πολιτικές, επικοινωνιακές και θεσμικές εξελίξεις που έθεσαν υπό αμφισβήτηση την καταλληλότητά της για το αξίωμα και, τελικά, τη δυνατότητα συνέχισης της παρουσίας της.

Για την Ελλάδα, η υπόθεση αφήνει μια δυσάρεστη γεύση, αλλά και ένα ουσιαστικό δίδαγμα. Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να εξαρτώνται από τη λάμψη, τη δημοφιλία ή τις προσωπικές διασυνδέσεις του εκάστοτε πρέσβη. Ούτε η στρατηγική συνεργασία μπορεί να υποκαθίσταται από τις φωτογραφίες, τις κοινωνικές εμφανίσεις και την επικοινωνιακή υπερβολή.

Η διπλωματία είναι μια υπόθεση πολύ σοβαρή για να αντιμετωπίζεται ως παράρτημα της showbiz. Και η εκπροσώπηση μιας υπερδύναμης απαιτεί κάτι περισσότερο από την προσωπική εύνοια του προέδρου της: απαιτεί γνώση, μέτρο, κρίση, αυτοσυγκράτηση και σεβασμό προς τη χώρα υποδοχής.

Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφτασε στην Ελλάδα με την προσδοκία ότι η προσωπική της σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ θα αποτελούσε πλεονέκτημα. Αποχωρεί, όμως, έχοντας συνδεθεί με μια υπόθεση που αναδεικνύει τους κινδύνους μιας διπλωματίας βασισμένης περισσότερο στην πολιτική αφοσίωση και στην προσωπική προβολή παρά στη θεσμική επάρκεια.

Και κάπως έτσι, η πρώτη γυναίκα πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα δεν θα μείνει στη μνήμη μόνο για την ιστορική πρωτιά της. Θα μείνει και για την αντίφαση ανάμεσα στις προσδοκίες που συνόδευσαν τον διορισμό της και στο άδοξο τέλος μιας θητείας που διήρκεσε μόλις 11 μήνες και 10 ημέρες.

↑
Exit mobile version