Νέα Δημοκρατία: «Mε το τουρκολιβυκό μνημόνιο τον ήπιαμε!»- Στο Μέγαρο Μαξίμου είχαν «έτοιμη» τη διαγραφή του Δημήτρη Καλογερόπουλου αλλά τους συγκράτησε ο «φόβος»…του Αντώνη Σαμαρά

Μπροστά σε ένα δύσκολο πολιτικό δίλημμα βρίσκεται τα τελευταία 24ωρα το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς βλέπει ορισμένους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να αφήνουν σταδιακά στην άκρη τις κομματικές δεσμεύσεις και να εκφράζονται με μεγαλύτερη ελευθερία στα μέσα ενημέρωσης.

Νέα Δημοκρατία: «Mε το τουρκολιβυκό μνημόνιο τον ήπιαμε!»- Στο Μέγαρο Μαξίμου είχαν «έτοιμη» τη διαγραφή του Δημήτρη Καλογερόπουλου αλλά τους συγκράτησε ο «φόβος»…του Αντώνη Σαμαρά

Σε αρκετές περιπτώσεις, πρόκειται  για γάλαζια στελέχη που βλέπουν τις πιθανότητες επανεκλογής τους στην επόμενη Βουλή να περιορίζονται και, ως εκ τούτου, εμφανίζονται λιγότερο διατεθειμένα να υπολογίζουν το πολιτικό κόστος των δημόσιων τοποθετήσεών τους.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, κάθε δημόσια αιχμή αποκτά ξεχωριστή σημασία για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ιδιαίτερα όταν αφορά ευαίσθητα εθνικά ζητήματα και μπορεί να ερμηνευθεί ως αμφισβήτηση της επίσημης γραμμής.

Το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι μόνο η ίδια η κριτική, αλλά και το ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε μια ευρύτερη τάση εσωκομματικής αμφισβήτησης, με φόντο τις επόμενες εκλογές και τις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στον χώρο της κεντροδεξιάς.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο βουλευτής Δημήτρης Καλογερόπουλος, ο οποίος περιέγραψε τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο με την καφενειακή, πλην όμως πολιτικά ηχηρή, φράση «τον ήπιαμε». Μια αποστροφή που δεν πέρασε απαρατήρητη, καθώς αποτυπώνει με ωμό τρόπο την απαισιοδοξία για τις εξελίξεις σε ένα ζήτημα με ιδιαίτερη εθνική βαρύτητα.

Ο κ. Καλογερόπουλος, παλιό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, βρέθηκε στα κοινοβουλευτικά έδρανα μετά την αποχώρηση του Μιλτ. Βαρβιτσιώτη από την πολιτική. Ωστόσο, ο εκλογικός ανταγωνισμός αναμένεται αμείλικτος, ενώ ο ίδιος συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διακινούνται στο εσωτερικό της παράταξης, μεταξύ των βουλευτών που δύσκολα θα εξασφαλίσουν μια νέα κοινοβουλευτική θητεία.

Κάπως έτσι, η επίμαχη δήλωση δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως μια άστοχη ή υπερβολική διατύπωση. Στο κυβερνητικό επιτελείο φέρεται να εξετάστηκε αρχικά ακόμη και το ενδεχόμενο της διαγραφής του, με τη λογική ότι τέτοιου είδους τοποθετήσεις, ιδίως όταν αφορούν τα εθνικά θέματα, δεν μπορούν να μένουν χωρίς πολιτική απάντηση. Η πρώτη αντίδραση, ωστόσο, δεν άργησε να συναντήσει έναν δεύτερο, εξίσου κρίσιμο προβληματισμό.

Διότι μια διαγραφή θα μπορούσε να έχει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: αντί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους υπόλοιπους, να σπρώξει τον κ. Καλογερόπουλο ακόμη πιο κοντά στον Αντώνη Σαμαρά, ενισχύοντας τις πιθανότητες να βρει πολιτική στέγη σε ένα ενδεχόμενο νέο κομματικό εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού.

Με άλλα λόγια, η αυστηρή κομματική πειθαρχία ενδέχεται να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι, όταν απέναντι βρίσκεται ένας πολιτικός που θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις εσωτερικές δυσαρέσκειες της ΝΔ.

Άλλωστε, ο κ. Καλογερόπουλος ήταν μεταξύ των λίγων «γαλάζιων» βουλευτών που έδωσαν το «παρών» στην ομιλία του Κ. Καραμανλή στο Πολεμικό Μουσείο. Η παρουσία του εκεί αποκτά πρόσθετη σημασία υπό το πρίσμα των πολιτικών ανακατατάξεων που ενδέχεται να προκαλέσει μια πιθανή πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά για τη δημιουργία νέου κόμματος.

Νέα Δημοκρατία: «Mε το τουρκολιβυκό μνημόνιο τον ήπιαμε!»- Στο Μέγαρο Μαξίμου είχαν «έτοιμη» τη διαγραφή του Δημήτρη Καλογερόπουλου αλλά τους συγκράτησε ο «φόβος»…του Αντώνη Σαμαρά

Δεν είναι, άλλωστε μυστικό, πως στο Μέγαρο Μαξίμου φοβούνται πως ο Αντώνης Σαμαράς θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο Μεσσήνιος πρώην πρωθυπουργός δεν έχει ακόμα ανοίξει τα χαρτιά του και προχωρήσει στην ίδρυση νέου κόμματος

Στο επίκεντρο αυτού του σχεδιασμού θα μπορούσαν να βρεθούν τόσο όσοι θεωρούν ότι οι πιθανότητες επανεκλογής τους με τη ΝΔ είναι περιορισμένες όσο και εκείνοι που ενδέχεται να μείνουν εκτός ψηφοδελτίων στις επόμενες εκλογές.

Πρόκειται για μια δεξαμενή στελεχών που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να προσφέρει πολιτικό και κοινοβουλευτικό έρεισμα σε ένα νέο εγχείρημα. Και όσο πλησιάζει η ώρα της εκλογικής αναμέτρησης, τόσο εντονότερος αναμένεται να γίνεται ο προβληματισμός για το ποιοι θα παραμείνουν εντός της κομματικής γραμμής και ποιοι θα αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές.

Από την άλλη πλευρά, στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η ανοχή έχει και τα όριά της. Εάν οι δημόσιες «παραφωνίες» πολλαπλασιαστούν, ιδίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής στρατηγικής, η πολιτική ζημιά ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που θα προκαλούσε μια μεμονωμένη αμφιλεγόμενη δήλωση. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εάν οι τοποθετήσεις αυτές δεν περιορίζονται σε εκφραστικές υπερβολές, αλλά καταλήγουν να ευθυγραμμίζονται στην ουσία με τις θέσεις του πρώην πρωθυπουργού.

Σε αυτή την περίπτωση, το κυβερνητικό επιτελείο θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια δύσκολη εξίσωση: από τη μία, η ανάγκη να διαφυλάξει την ενιαία δημόσια εικόνα της παράταξης και να αποτρέψει την αποδυνάμωση της κυβερνητικής γραμμής· από την άλλη, ο κίνδυνος οι πειθαρχικές κινήσεις να επιταχύνουν τις αποχωρήσεις και να ενισχύσουν ακριβώς εκείνες τις πολιτικές διεργασίες που επιχειρεί να περιορίσει.

Το δίλημμα, επομένως, παραμένει ανοιχτό. Πόση ανοχή μπορεί να επιδείξει το Μαξίμου απέναντι σε βουλευτές που αισθάνονται ότι το πολιτικό τους μέλλον στη ΝΔ γίνεται ολοένα πιο αβέβαιο; Και πότε μια προειδοποιητική κίνηση πειθαρχίας παύει να λειτουργεί ως μέσο ελέγχου και μετατρέπεται σε ευκαιρία για όσους αναζητούν διέξοδο προς ένα νέο κομματικό σχήμα;

↑
Exit mobile version