New York Times: Ο Τραμπ «εξαφανίζει» τις γυναίκες από την κυβέρνησή του – Οι περιπτώσεις Νόεμ, Μπόντι και Γκιλφόιλ

Μια διαφορετική ανάγνωση των εξελίξεων στο εσωτερικό της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, με αφορμή την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, επιχειρούν οι New York Times, κάνοντας λόγο για ένα ευρύτερο μοτίβο στη δεύτερη θητεία του Αμερικανού προέδρου: να απομακρύνει τις γυναίκες από την κυβέρνησή τους και να τις αντικαθιστά με άντρες.

Όπως επισημαίνεται σε σχετικό δημοσίευμα, τα προβεβλημένα πρόσωπα που έχουν αποχωρήσει από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, είτε οικειοθελώς είτε έπειτα από απόφαση του Λευκού Οίκου, είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα γυναίκες. Πριν από την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, τέσσερις από τις οκτώ γυναίκες που κατείχαν θέσεις υπουργικού επιπέδου στην κυβέρνηση Τραμπ είχαν παραιτηθεί ή απομακρυνθεί μέσα σε διάστημα μόλις τριών μηνών.

Πρόκειται για την υπουργό Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, την υπουργό Εργασίας Λόρι Τσάβες-ΝτεΡέμερ, την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ και τη διευθύντρια των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ.

Όπως υπογραμμίζει η συντάκτρια του δημοσιεύματος και ανταποκρίτρια των New York Times στον Λευκό Οίκο, Έρικα Γκριν, και οι τέσσερις αντικαταστάθηκαν από άνδρες.

Η υπόθεση της Γκιλφόιλ, η οποία κλήθηκε να παραιτηθεί μετά τις καταγγελίες που δημοσιοποιήθηκαν σχετικά με φερόμενο αίτημά της προς οικονομικό υποστηρικτή να εξοφλήσει λογαριασμό της American Express ύψους 100.000 δολαρίων πριν από την επικύρωση του διορισμού της, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά αποχωρήσεων που έχουν προκαλέσει συζητήσεις για τα κριτήρια με τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέγει, αξιολογεί και απομακρύνει τους συνεργάτες του.

Η ίδια η Γκιλφόιλ αρνείται τις κατηγορίες, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι, παρότι θεωρούσε πως έκανε καλή δουλειά, δεν του άρεσαν όσα διάβασε για την υπόθεση.

Το δημοσίευμα των New York Times αντιπαραβάλλει, ωστόσο, τις αποχωρήσεις των γυναικών με υποθέσεις στις οποίες έχουν εμπλακεί άνδρες αξιωματούχοι της κυβέρνησης, οι οποίοι επίσης έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με καταγγελίες και ερωτήματα για τη συμπεριφορά τους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του διευθυντή του FBI, Κας Πατέλ, ο οποίος έχει κληθεί να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με καταγγελίες για υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, την ανάθεση προστασίας της συντρόφου του σε ομάδα SWAT και τη φερόμενη χρήση κυβερνητικού αεροσκάφους για προσωπικούς σκοπούς. Ο ίδιος έχει αρνηθεί τις καταγγελίες.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι New York Times αναφέρονται στον υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε σε αρχεία που δημοσιοποίησε το υπουργείο Δικαιοσύνης και τα οποία αφορούσαν επισκέψεις στο ιδιωτικό νησί του Τζέφρι Επστάιν. Παράλληλα, υπενθυμίζουν την υπόθεση του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος είχε αποκαλύψει απόρρητα σχέδια πολεμικών επιχειρήσεων σε συνομιλία μέσω εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων, στην οποία είχε συμπεριληφθεί κατά λάθος ο Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, αρχισυντάκτης του περιοδικού The Atlantic.

Στην υπόθεση αυτή, ο Τραμπ απομάκρυνε τον τότε σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Μάικ Γουόλτς, ο οποίος είχε προσθέσει τον δημοσιογράφο στην ομαδική συνομιλία. Ωστόσο, ο Γουόλτς τοποθετήθηκε στη συνέχεια στη θέση του πρέσβη των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, αξίωμα το οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προηγουμένως υποσχεθεί στην επί χρόνια πολιτική του σύμμαχο στο Κογκρέσο, Ελίζ Στεφάνικ. Η τελευταία, η οποία αυτοχαρακτηρίζεται «πολεμίστρια του υπερ-MAGA», βρέθηκε τελικά πολιτικά μετέωρη και αποχώρησε από το Κογκρέσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Η εικόνα αυτή προκαλεί προβληματισμό σε ειδικούς που παρακολουθούν διαχρονικά τη σύνθεση των αμερικανικών κυβερνήσεων. «Δεν έχω ξαναδεί περίπτωση στην οποία όλες οι πρώτες αποχωρήσεις από το υπουργικό συμβούλιο να αφορούν άτομα του ίδιου φύλου – όλες γυναίκες», δήλωσε η Κάθριν Νταν Τένπας, μη μόνιμη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Brookings.

Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Τύπου Τέιλορ Ρότζερς απέρριψε την ερμηνεία ότι το φύλο διαδραματίζει ρόλο στις αποφάσεις του προέδρου. Σε δήλωσή της υποστήριξε ότι ο Τραμπ έχει συγκροτήσει την καλύτερη κυβέρνηση στην ιστορία των ΗΠΑ, επιλέγοντας τα μέλη της ομάδας του με ένα βασικό κριτήριο: την ικανότητά τους να προσφέρουν αποτελέσματα για τον αμερικανικό λαό.

Παράλληλα, κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι έχουν εμμονή με την πολιτική της ταυτότητας, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος αξιολογεί τους συνεργάτες του με βάση την αξία και τα προσόντα τους και όχι χαρακτηριστικά όπως το φύλο.

Μόλις τέσσερις γυναίκες σε θέσεις υπουργικού επιπέδου

Η σημερινή εικόνα διαφέρει αισθητά από εκείνη που περιέγραφε ο ίδιος ο Τραμπ το 2025, όταν, σε εκδήλωση για τον Μήνα Ιστορίας των Γυναικών, είχε δηλώσει ότι ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος επειδή η κυβέρνησή του περιλάμβανε περισσότερες γυναίκες από οποιαδήποτε άλλη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση στην ιστορία της χώρας. Σύμφωνα με τους New York Times, μετά τις πρόσφατες αποχωρήσεις έχουν απομείνει μόλις τέσσερις γυναίκες σε θέσεις υπουργικού επιπέδου.

Όπως σημειώνει η εφημερίδα, σε αρκετές περιπτώσεις οι γυναίκες αξιωματούχοι που αποχώρησαν φαίνεται να βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυτό που περιγράφεται ως δοκιμασία πολιτικής αφοσίωσης προς τον Τραμπ.

Η Παμ Μπόντι δέχθηκε έντονη κριτική για τον χειρισμό της δημοσιοποίησης των αρχείων Επστάιν, αλλά και επειδή δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του προέδρου για την ανάληψη δράσης εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Ο Τραμπ φέρεται, επίσης, να ήταν δυσαρεστημένος με τις επιδόσεις της στις ακροάσεις του Κογκρέσου και στις τηλεοπτικές εμφανίσεις της.

Στην περίπτωση της Κρίστι Νόεμ, η κατάθεσή της ενώπιον του Κογκρέσου φαίνεται ότι αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν στην απομάκρυνσή της. Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε ο ισχυρισμός της ότι ο Τραμπ είχε εγκρίνει κρατική διαφημιστική εκστρατεία δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων, στην οποία η ίδια εμφανιζόταν σε περίοπτη θέση.

Ο πρόεδρος αρνήθηκε ότι είχε εγκρίνει τη συγκεκριμένη δαπάνη. Η Τούλσι Γκάμπαρντ ανακοίνωσε την παραίτησή της επικαλούμενη την ανάγκη να φροντίσει τον άρρωστο σύζυγό της. Ωστόσο, η αποχώρησή της ήρθε σε μια περίοδο τεταμένων σχέσεων με τον Λευκό Οίκο και μετά την άρνησή της να καταθέσει στο Κογκρέσο ότι το Ιράν αποτελούσε άμεση απειλή, όπως υποστήριζε ο Τραμπ για να δικαιολογήσει τον πόλεμο εναντίον της χώρας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε σχολιάσει ότι η Γκάμπαρντ ήταν πιο επιφυλακτική από τον ίδιο στο συγκεκριμένο ζήτημα.

 

Η Λόρι Τσάβες-ΝτεΡέμερ, από την πλευρά της, παραιτήθηκε εν μέσω καταγγελιών για τοξικό εργασιακό περιβάλλον και δυσλειτουργία στο υπουργείο Εργασίας, καθώς και για φερόμενη κατάχρηση εξουσίας, ακατάλληλη σχέση με εργαζόμενο και χρήση δημόσιων πόρων για προσωπικούς σκοπούς.

Παρά τις αποχωρήσεις, πάντως, υπάρχουν και διαφορετικές εκτιμήσεις για τη θέση των γυναικών στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ. Η Μέι Μέιλμαν, διευθύντρια του Independent Women’s Law Center και πρώην ανώτατη αξιωματούχος του Λευκού Οίκου και στις δύο κυβερνήσεις Τραμπ, υποστήριξε ότι πολλές γυναίκες εξακολουθούν να κατέχουν σημαντικές θέσεις ευθύνης.

Ως παραδείγματα ανέφερε την προσωπάρχη του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, την Έρικα Σβαρτς, η οποία επικυρώθηκε πρόσφατα από τη Γερουσία για να αναλάβει την ηγεσία των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), καθώς και τη Χάρμιτ Ντίλον, επικεφαλής του τμήματος πολιτικών δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης.

«Δεν υπάρχει μοναξιά για τη συντηρητική γυναίκα στην κυβέρνηση Τραμπ», δήλωσε η Μέιλμαν, προσθέτοντας ότι οι γυναίκες αποτελούν απαραίτητα μέλη της κυβερνητικής ομάδας χάρη στα χαρακτηριστικά και τις ικανότητές τους και όχι λόγω του φύλου τους.

↑
Exit mobile version