«Η κιθάρα δημιουργήθηκε από τον Θεό», λέει ο ιερέας Διονύσιος Ταμπάκης, καθισμένος στο σαλόνι του διαμερίσματός του στο Ναύπλιο, περιτριγυρισμένος από μια τεράστια συλλογή μουσικών οργάνων και θρησκευτικών εικόνων. Ντυμένος με μαύρα ράσα και με μια λεπτή, γκρίζα γενειάδα, ο Ταμπάκης ακούγεται σαν να μιλά από τον άμβωνα: «Ο διάβολος δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι. Ο Θεός τα έχει δημιουργήσει όλα».
Όπως γράφει ο Guardian σε αφιέρωμά του, «η αγαπημένη του κιθάρα είναι μια προσαρμοσμένη Harley Benton R-457. Αγορασμένη μόλις 135 ευρώ, είναι μια εντυπωσιακή ηλεκτρική κιθάρα, που παράγει συγχορδίες πιο «κυματιστές» και ατονικές από εκείνες μιας συνηθισμένης κιθάρας, αλλά και πιο ζεστές. Ο Ταμπάκης παρομοιάζει τον ήχο της με τα “κύματα” της ανθρώπινης φωνής».
«Οι χαρακτηριστικές κυματιστές παραμορφώσεις της R-457 διατρέχουν όλο το Paradise Metal, ένα άλμπουμ ηχογραφημένο στο σπίτι, με doom metal, χριστουγεννιάτικα κάλαντα και θρησκευτικό dubstep, το οποίο εκτόξευσε τον πατέρα Ταμπάκη από την πλήρη αφάνεια σε καλτ μορφή νωρίτερα φέτος, όταν η “βίβλος” της πειραματικής μουσικής Pitchfork του έδωσε βαθμολογία 7,6 από τους κριτικούς — υψηλότερη από το Drukqs του Aphex Twin ή το Discovery των Daft Punk».
«Παρεξηγημένη η ηλεκτρική κιθάρα – Θεωρείται “του διαβόλου”»
Αυτό που περιπλέκει το πάθος του πατέρα Ταμπάκη για την κιθάρα, παρατηρεί το βρετανικό μέσο στο αφιέρωμά του, είναι ότι ο 53χρονος είναι χειροτονημένος ιερέας της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενός κλάδου του χριστιανισμού που παραδοσιακά θεωρούσε όλα τα μουσικά όργανα και τις κοσμικές μελωδίες «σατανικά στοιχεία» και «απειλή» για τα «χρηστά ήθη». «Η ηλεκτρική κιθάρα είναι λίγο παρεξηγημένη στην Εκκλησία. Θεωρείται ότι είναι “του διαβόλου”», σημειώνει ο ίδιος.
Ο πατέρας Ταμπάκης έχει αναλάβει μια προσωπική αποστολή να το αλλάξει αυτό. «Το ότι συναντιόμαστε από κοντά μοιάζει με μικρό θαύμα, δεδομένης της εσωστρεφούς φύσης του. Όταν επικοινώνησα πριν από έναν μήνα με τους ανθρώπους των δισκογραφικών του εταιρειών, παραδέχθηκαν ότι ούτε τον είχαν συναντήσει ποτέ από κοντά ούτε είχαν μιλήσει μαζί του στο τηλέφωνο», αναφέρει ο δημοσιογράφος του Guardian.
Διατηρεί κανάλι στο YouTube, αλλά δεν έχει κάποια άλλη αξιοσημείωτη διαδικτυακή παρουσία. Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ του τον Απρίλιο, δέχθηκε σωρεία προσκλήσεων από μέσα ενημέρωσης, όμως απέρριψε τις περισσότερες, επειδή φοβόταν ότι θα τον παρουσίαζαν στην τηλεόραση με τρόπο που θα τον γελοιοποιούσε.
Ένας από τους 8.000 πρεσβυτέρους που είναι καταγεγραμμένοι στην αιωνόβια Ελληνική Εκκλησία, ο Ταμπάκης είναι αφοσιωμένος στην ιεροσύνη του, στην οποία αναφέρεται χρησιμοποιώντας το συλλογικό «εμείς».
Αν και δεν είναι άγαμος —είναι παντρεμένος με τη Φωτεινή εδώ και 32 χρόνια και έχουν τρία παιδιά—, το ιδανικό του ερημιτισμού είναι κάτι στο οποίο φιλοδοξεί να πλησιάσει. Κάνει κάθε χρόνο προσκυνήματα στο Άγιον Όρος, τον μοναστικό, αυτόνομο ιερό τόπο, και θαυμάζει τους ασκητές και τους αυτοθυσιαστικούς ιερείς, όπως τον πεθερό του παππού του, ο οποίος ζούσε ανάμεσα σε αρκούδες και λύκους στα σύνορα με την Αλβανία. «Αυτοί είναι οι πραγματικοί ιερείς», λέει. Τα δικά του ταλέντα, προσθέτει με συστολή, είναι πιο «επιδεικτικά».
«Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι στο DNA μου»
Γεννημένος το 1972, ο Ταμπάκης μεγάλωσε στο λιμάνι του Πειραιά, σε ένα τόσο φτωχό νοικοκυριό που οι γονείς του είχαν προσπαθήσει να τον αποβάλουν. «Δύο φορές!», λέει. «Και τις δύο φορές, ο γιατρός έλειπε». Ο Πειραιάς ήταν γεμάτος Έλληνες που είχαν φύγει από τη Σμύρνη όταν η πόλη πυρπολήθηκε από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις το 1922. Ο παππούς του ήταν ανάμεσά τους. Όλος αυτός ο βυζαντινός πολιτισμός συνεχίζει να ρέει μέσα στον Ταμπάκη. «Από εκεί είμαι», λέει. «Είναι στο DNA μου».
Η μουσική έγινε ένας τρόπος να εκφράσει την πολιτιστική του κληρονομιά. Στο γυμνάσιο, ιερείς της ενορίας του τον μύησαν στη βυζαντινή μουσική και έκτοτε έμαθε μόνος του μια σειρά από σπάνια βυζαντινά όργανα.
Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια άρχισε να ηχογραφεί τα δικά του τραγούδια με τον πιο DIY τρόπο. Ο γιος του τού έδειξε πώς να χρησιμοποιεί λογισμικό παραγωγής μουσικής και ο γείτονάς του από τον επάνω όροφο του έμαθε κιθάρα. Η Ευγενία Σιμέλα Αρμένη, μια 23χρονη που γνώρισε στην εκκλησία, του έδωσε φωνητικά, ηχογραφώντας τον εαυτό της με το κινητό της μέσα στο φοιτητικό της διαμέρισμα.
Paradise Metal, ο πρώτος δίσκος
Άρχισε να ανεβάζει τα τραγούδια του στο YouTube περίπου την ίδια περίοδο, αν και λέει: «Δεν είχα ποτέ καμία φιλοδοξία να γίνω διάσημος». Το κανάλι του συγκέντρωσε έναν μέτριο αριθμό 4.000 ακολούθων, όμως ένας από αυτούς ήταν ο Νικόλας Ραφαήλ, ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρείας Elhellell της Θεσσαλονίκης. «Οι μουσικοί ανήκουν σήμερα σε πολύ συγκεκριμένα αρχέτυπα», λέει. «Όλοι είναι αντίγραφο ενός αντιγράφου… ενός άλλου αντιγράφου». Ο Ταμπάκης ξεφεύγει από όλα αυτά. «Είναι μια ευχάριστη αλλαγή σε σχέση με τον τυπικό καλλιτέχνη». Εντόπισε το email του Ταμπάκη σε ένα χριστιανικό φόρουμ και του πρότεινε να κάνουν έναν δίσκο.
Το Paradise Metal είναι μια ξέφρενη διαδρομή, που παντρεύει τη βυζαντινή μουσική, τη χριστιανική ορθοδοξία, το heavy metal, τη rap και την techno. Βαθιές ψαλμωδίες ακούγονται στα περισσότερα τραγούδια, όμως υπάρχουν απρόσμενες στροφές σε κάθε βήμα.
Ένα κομμάτι με τίτλο Techno in a Monastery ξεκινά με ένα κάλεσμα ενθουσιασμού —«Είστε έτοιμοι;»— προτού περάσει σε ρυθμική ψαλμωδία πάνω σε ένα απειλητικό, συνθετικό beat. «Μια απόλυτη παιδική χαρά», όπως περιέγραψε το Pitchfork το κομμάτι, το οποίο καταφέρνει να είναι φιλόδοξο και ταυτόχρονα να μη ζητά πολλά από τον εαυτό του.
«Προσπαθώ να πειραματίζομαι και να εξερευνώ», λέει ο Ταμπάκης, παραθέτοντας έναν στίχο του Έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσου: «Ποτέ δεν ζήλεψα τα μεγάλα σπίτια, αλλά τα μεγάλα παράθυρα», και προσθέτει: «Και κάθε μουσικό όργανο είναι ένα παράθυρο, μέσα από το οποίο μπορείς να δεις ένα κομμάτι του σύμπαντος, ένα κομμάτι του ουρανού». Το metal, λέει ο ιερέας με την ετυμολογική περιέργεια, «έρχεται από το “μεταλλάω”, που σημαίνει εξορύσσω, εξερευνώ προσεκτικά».
Ο τίτλος ενός άλλου τραγουδιού είναι «Φλεξάρεις κάργα, εκκλησιαστική ραπ». Ο πατέρας Ταμπάκης εξηγεί: «“Flexing” σημαίνει να ασχολείσαι με κάτι, και “κάργα” σημαίνει πολύ». Λέει ότι δεν είναι πολιτικός καλλιτέχνης, επειδή δεν είναι βέβαιος πόσα από όσα βλέπουμε είναι αληθινά. Παρ’ όλα αυτά, το «Ντουμπάι, πάει», εμπνεύστηκε από την τρέχουσα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τη μαζική έξοδο ανθρώπων όταν έπεσαν βόμβες στην πόλη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που είναι συνώνυμη της πολυτελούς ζωής. «Μου θύμισε τη Βαβυλώνα στην Αποκάλυψη, που άδειασε, ας πούμε. Είναι μια σάτιρα για τη ματαιότητα του πλούτου».
«Ήθελα να γεφυρώσω το χάσμα γενεών»
Ίσως το πιο εντυπωσιακό είναι το πόσο μη διδακτικό είναι το άλμπουμ του ιερέα που έγινε μουσικός. Το κίνητρό του, λέει, ήταν να προσπαθήσει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις μεγαλύτερες γενιές, που θεωρεί ότι μπορεί να είναι άκαμπτες, και στις νεότερες, που μιλούν μια διαφορετική γλώσσα. «Έπρεπε να βρω μερικές ρίμες», λέει, «κάτι που ήταν δύσκολο. Μπήκα στο διαδίκτυο για να βρω λίγη αργκό και έκανα ό,τι μπορούσα».
Κανένα από τα παιδιά του δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενο: η κόρη του Ταμπάκη είναι μια 25χρονη φωτογράφος με τατουάζ, που ζει στην Αθήνα. Ο ίδιος συνειδητά δεν επέβαλε τα πάθη του στα παιδιά του.
Ο Θεός «έχει γούστο»…
Τι πιστεύουν οι άλλοι ιερείς για την επιτυχία του; «Δεν μας έχουν πει τίποτα, που είναι καλό», λέει ο Ταμπάκης. «Δεν είμαστε από εδώ, οπότε δεν τους ξέρουμε και τόσο καλά», προσθέτει, παρότι ζουν εκεί εδώ και 27 χρόνια. Υπονοεί ότι υπάρχει κάποιος ανταγωνισμός μέσα στην Εκκλησία συνολικά — ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν βρίσκονται εκεί για τους σωστούς λόγους ή ίσως ενδιαφέρονται περισσότερο για την εξουσία, σχολιάζει ο Guardian.
Η παλιά εξίσωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ανάμεσα στην κοσμική μουσική και τον διάβολο σίγουρα δεν τον προβληματίζει. Ο Θεός «έχει γούστο», επιμένει. «Του αρέσουν τα όμορφα πράγματα. Δεν είναι κιτς». Δημιουργώντας κάτι όμορφο, ακόμη και με μουσικά όργανα, ο Ταμπάκης τιμά την πίστη του. Και είναι επιφυλακτικός ως προς το μέλλον του ως καλλιτέχνη.
«Σαν ψάρι εκτός νερού, που το πάνε βόλτα για να πάρει αέρα»
Όσο επιτυχημένη κι αν γίνει η μουσική του πορεία, δεν θα εγκατέλειπε ποτέ την Εκκλησία για να την ακολουθήσει επαγγελματικά. «Λένε ότι ένας ιερέας είναι καλύτερος από έναν βασιλιά, επειδή μπορεί να μετατρέψει το ψωμί σε σώμα Χριστού. Ούτε άγγελος δεν μπορεί να το κάνει αυτό». Όταν βγαίνει βόλτα με τη σύζυγό του, με κάποιον τρόπο καταλήγει πάντα στην εκκλησία του.
Ερωτηθείς για τις επερχόμενες ζωντανές εμφανίσεις, απαντά με τη δική του ποίηση, μισή υψηλή μυστικιστική σκέψη, μισό παράλογο αστείο: «Είναι σαν να έχουν βγάλει ένα ψάρι από τα νερά του για να το πάνε βόλτα, ώστε να πάρει λίγο αέρα». Σταματά για λίγο και έπειτα προσθέτει: «Νιώθω πολύ αμήχανα. Αλλά αν αυτό δίνει χαρά στους ανθρώπους, τότε είμαι υπέρ».

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα