Ο Τραμπ κλείνει το εκρηκτικό σκάνδαλο της Halkbank, ικανοποιώντας ένα πάγιο αίτημα της Άγκυρας – Η μυστήρια υπόθεση του Ρεζά Ζαράμπ, τα δισεκατομμύρια που φέρεται να παραβίασαν τις κυρώσεις κατά του Ιράν και η βαριά πολιτική σκιά πάνω από τις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας

Η διευθέτηση της υπόθεσης Halkbank μετά από χρόνια έντασης

Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να κινούνται προς την επίλυση μιας από τις πιο μακροχρόνιες και ευαίσθητες δικαστικές υποθέσεις που επιβάρυναν τις σχέσεις τους με την Τουρκία. Στο επίκεντρο βρίσκεται η κρατική τράπεζα Halkbank, η οποία κατηγορήθηκε τα προηγούμενα χρόνια ότι συμμετείχε σε πολύπλοκο μηχανισμό παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν.

Σύμφωνα με συμφωνία αναστολής δίωξης που κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Μανχάταν, η τράπεζα θα πρέπει να τηρεί αυστηρούς κανόνες συμμόρφωσης με το καθεστώς κυρώσεων των ΗΠΑ και τη νομοθεσία κατά του ξεπλύματος χρήματος. Παράλληλα θα τεθεί υπό την παρακολούθηση ανεξάρτητου επόπτη, ο οποίος θα ελέγχει τις συναλλαγές της.

Εφόσον τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας, οι κατηγορίες θα μπορούσαν να αποσυρθούν στο μέλλον, αν και η τελική απόφαση αναμένεται από τον ομοσπονδιακό δικαστή Richard Berman.


Το σχέδιο που φέρεται να παρέκαμψε τις κυρώσεις κατά του Ιράν

Η υπόθεση της Halkbank δεν θεωρήθηκε ποτέ μια απλή τραπεζική παρατυπία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο των αμερικανικών αρχών, η τράπεζα φέρεται να συμμετείχε σε ένα περίπλοκο δίκτυο που επέτρεπε στην Τεχεράνη να αποκτά πρόσβαση σε κεφάλαια παρά τις διεθνείς κυρώσεις.

Τα έσοδα από πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία ήταν «παγωμένα» σε τουρκικούς λογαριασμούς, μετατρέπονταν σε χρυσό ή διοχετεύονταν μέσω εικονικών εμπορικών συναλλαγών. Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, κεφάλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων κατέληγαν τελικά να εξυπηρετούν ιρανικά συμφέροντα.

Οι συναλλαγές συχνά εμφανίζονταν ως εισαγωγές τροφίμων ή φαρμάκων, εκμεταλλευόμενες τις ανθρωπιστικές εξαιρέσεις των κυρώσεων.


Ο μυστηριώδης επιχειρηματίας στο επίκεντρο: Ρεζά Ζαράμπ

Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση υπήρξε ο Τουρκοϊρανός επιχειρηματίας Reza Zarrab. Από έμπορος χρυσού εξελίχθηκε σε βασικό διαμεσολαβητή ενός δικτύου που φέρεται να διακινούσε τεράστια χρηματικά ποσά μεταξύ Τουρκίας, Ιράν και άλλων χωρών.

Η σύλληψή του στις ΗΠΑ το 2016 αποτέλεσε καθοριστική καμπή. Ο Ζαράμπ κατηγορήθηκε για παραβίαση κυρώσεων, τραπεζική απάτη και ξέπλυμα χρήματος. Στη συνέχεια συμφώνησε να συνεργαστεί με τις αμερικανικές αρχές, μετατρεπόμενος από κατηγορούμενος σε βασικό μάρτυρα κατηγορίας.

Στις καταθέσεις του περιέγραψε ένα εκτεταμένο σύστημα που – σύμφωνα με τους εισαγγελείς – περιλάμβανε τραπεζικά στελέχη, επιχειρηματίες και πολιτικά πρόσωπα.


Οι κατηγορίες που άγγιξαν κορυφαίους αξιωματούχους

Το κατηγορητήριο που κατατέθηκε το 2017 στις ΗΠΑ περιλάμβανε μεταξύ άλλων τον πρώην υπουργό Οικονομίας της Τουρκίας Mehmet Zafer Çağlayan, τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Halkbank Süleyman Aslan και τον τραπεζικό αξιωματούχο Mehmet Hakan Atilla.

Ο Ατίλα συνελήφθη το 2017 στη Νέα Υόρκη και το 2018 καταδικάστηκε για συνωμοσία με σκοπό την παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων. Μετά την αποφυλάκισή του επέστρεψε στην Τουρκία, όπου αργότερα ανέλαβε θέση στη διοίκηση του χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολη.


Η υπόθεση που άγγιξε την κορυφή της τουρκικής πολιτικής

Η δικαστική διαδικασία προκάλεσε μεγάλη πολιτική ένταση, καθώς σε καταθέσεις έγινε αναφορά ακόμη και στον Τούρκο πρόεδρο Recep Tayyip Erdoğan. Αν και δεν υπήρξε ποτέ δικαστική καταδίκη σε βάρος του, οι αναφορές αυτές αύξησαν την πολιτική πίεση και τη διπλωματική ένταση μεταξύ Ουάσινγκτον και Άγκυρας.

Η τουρκική κυβέρνηση από την πλευρά της υποστήριζε ότι η υπόθεση ήταν πολιτικά υποκινούμενη και αποτελούσε προσπάθεια υπονόμευσης της τουρκικής οικονομίας.


Η πολιτική διάσταση στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας

Η δίωξη της ίδιας της Halkbank το 2019 κλιμάκωσε τη διαμάχη, καθώς η τράπεζα υποστήριξε ότι ως κρατικός οργανισμός δεν θα έπρεπε να διωχθεί από αμερικανικό δικαστήριο. Η νομική μάχη έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο τελικά έκρινε ότι μια κρατική τράπεζα δεν είναι απαραίτητα προστατευμένη από ποινικές διώξεις.

Η σημερινή συμφωνία αναστολής δίωξης θεωρείται από πολλούς ως ένας τρόπος να κλείσει ένα δύσκολο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο χωρών.

Για την Ουάσινγκτον, επιτρέπει την επιβολή κανόνων συμμόρφωσης χωρίς μια μακρά δικαστική σύγκρουση. Για την Άγκυρα, προσφέρει τη δυνατότητα να κλείσει μια υπόθεση που επί χρόνια επηρέαζε το τραπεζικό της σύστημα και την εικόνα της στο εξωτερικό.


Παρά τη συμφωνία, η υπόθεση παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου η διεθνής πολιτική, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μπλέχτηκαν σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σκάνδαλο που σημάδεψε την εποχή του Ερντογάν.

Exit mobile version