Στη δημοσιότητα δόθηκαν από τις Αρχές τα στοιχεία ταυτότητας και φωτογραφίες του 55χρονου ιερέα, ο οποίος κατηγορείται ότι ασελγούσε στη 12χρονη κόρη της συντρόφου του, στη Μάνη.

Πρόκειται για τον Νικόλαο Σταματόγιαννη του Νικολάου και της Μαργαρίτας που γεννήθηκε το 1964 στο Κερατσίνι Αττικής.

Σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για βιασμό κατ΄ εξακολούθηση, αποπλάνηση παιδιού και κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια.

Η ζωη της 12χρονης στην κολαση του παπα

Κόλαφος για τον ιερέα αλλά και για τον παππού της 12χρονης οι δύο καταθέσεις που έδωσε ενώπιον των παιδοψυχολόγων του Νοσοκομείου Τριπόλεως στο γραφείο του ανακριτή, όπως και το πόρισμα της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης στην οποία υπεβλήθη από τους ίδιους. Στο οποίο μάλιστα αναφέρεται ξεκάθαρα ότι το παιδί ήταν προσανατολισμένο, σε εγρήγορση καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης και της κατάθεσης, χωρίς ενδείξεις ψυχωσικής διαταραχής, ούτε δυσκολία στη διάκριση της πραγματικότητας από τη φαντασία και της αλήθειας από το ψέμα.

Η σεξουαλική και όχι μόνο κακοποίηση ανηλίκων θεωρείται από τους ειδικούς βουβή μάστιγα για την ελληνική κοινωνία. Πίσω από τις κλειστές πόρτες τα παιδιά βιώνουν το τραύμα της κακοποίησης με αισθήματα ενοχής που τα αποτρέπουν να μιλήσουν…

Να περιγράψουν τον εφιάλτη τους και να λυτρωθούν από αυτόν ακολουθώντας συνήθως μια μακρά και επώδυνη διαδικασία που είναι απίθανο να μην αφήσει ανεξίτηλες χαρακιές στις ευαίσθητες ψυχές τους. Ακόμα και η ίδια η διαδικασία της ιατρικής γνωμάτευσης βιώνεται από τα θύματα ως ένας άλλος βιασμός.

Την ίδια διαδρομή ακολουθεί εδώ και έναν χρόνο το 12χρονο κορίτσι από τη Μάνη, πασχίζοντας να σπάσει τα δεσμά, τον ομφάλιο λώρο που το κρατά συνδεδεμένο με το πρόσφατο παρελθόν του. Μια επώδυνη διαδρομή μέσω της οποίας προσπαθεί να διακρίνει τι είναι καλύτερο για εκείνο, σε μια ηλικία που ο αποχωρισμός από τη μάνα του ισοδυναμεί στο απαίδευτο μυαλουδάκι του με έκρηξη ατομικής βόμβας. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρει σε δύο καταθέσεις του, με διαφορά μόλις τεσσάρων μηνών η μία από την άλλη, όπου εκφράζει την επιθυμία να αποκοπεί μια και καλή από το παρελθόν του.

«Μένω στο Χαμόγελο του Παιδιού περίπου έναν χρόνο. Θα ήθελα, όμως, να επιστρέψω στη μαμά μου, την έχω επιθυμήσει», λέει στην αρχική του κατάθεση στις 20 Φεβρουαρίου 2019, για να πει τέσσερις μήνες μετά, συγκεκριμένα στις 27 Ιουνίου 2019, καθισμένο σε μια καρέκλα του ανακριτικού γραφείου στο Πρωτοδικείο Γυθείου, τα ακριβώς αντίθετα: «Δεν θέλω να ξαναγυρίσω πίσω. Πάω σχολείο τώρα. Είμαι καλύτερα εκεί που είμαι. Δεν θέλω να γυρίσω πίσω στη μαμά μου».

Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη

Το νεαρό κορίτσι, σύμφωνα με το πόρισμα της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε λίγες ημέρες μετά, στις 4/7/2019, και υπογράφεται από τους παιδοψυχολόγους του Νοσοκομείου Τριπόλεως, κατά τη διάρκεια της εξέτασης ήταν προσανατολισμένο, σε εγρήγορση και συγκεντρωμένο.

«Ψυχοκινητικά ήρεμη κατά το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας, παρουσίαζε ανησυχία όταν η κατάθεση πλησίαζε στην αναζήτηση τυχόν κακοποίησης. Πέραν αυτών των αντιδράσεων σημαντικού άγχους, η συναισθηματική κατάστασή της ήταν καλή», αναφέρουν οι γιατροί, τονίζοντας ότι δεν παρατήρησαν ενδείξεις ψυχωσικής διαταραχής ή γενικά διαταραχών της αντίληψης της πραγματικότητας από τη φαντασία και της αλήθειας από το ψέμα.

Μάλιστα, ολοκληρώνοντας το πόρισμά τους, σημειώνουν ότι «κατά τη διάρκεια της κατάθεσης ήταν σαφείς οι δηλώσεις του παιδιού σχετικά με την ύπαρξη επαναλαμβανόμενα σωματικής κακοποίησης τόσο από τον παππού του όσο και από τον αναφερόμενο ως πατριό, δηλαδή τον ιερέα».

Και καταλήγουν: «Στη διερεύνηση πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ από τα συμφραζόμενα αυτή δηλώνεται ως να έχει συμβεί, στις ερωτήσεις για την ακρίβεια των αναφερόμενων γεγονότων το παιδί απαντούσε με γενικούς χαρακτηρισμούς. Αυτό δεν θα πρέπει να εκληφθεί απαραίτητα ως δήλωση μη ύπαρξης σεξουαλικών πράξεων. Ενδέχεται να είναι δηλωτικό αποφυγής μιας ακριβούς διατύπωσης μιας σεξουαλικής πράξης που το παιδί βιώνει ως τραυματική».

Η κακοποίηση

Από τις δύο καταθέσεις της 12χρονης προκύπτει ότι ζούσε έναν διαρκή εφιάλτη που είχε πολλά πρόσωπα. Εναν εφιάλτη που βίωνε μέρα και νύχτα, είτε στο σπίτι του παπά, είτε στο σπίτι που ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά της. Και από το χρονοντούλαπο των πρόσφατων κακών αναμνήσεών της δεν λείπει ούτε η μητρική φιγούρα, που υποτίθεται ότι πρώτη έπρεπε να την είχε προστατέψει. Αντίθετα, τη χτυπούσε.

Στην αρχική της κατάθεση η 12χρονη, ενώ εκδηλώνει την επιθυμία να επιστρέψει στη μητέρα της, παράλληλα αποκαλύπτει ότι και εκείνη ασκούσε σωματική βία πάνω της. Μάλιστα, όπως λέει, η μητέρα της τής ζητούσε να αποκαλεί τον ιερέα «μπαμπά».

Κάποια στιγμή, αναφέρει στην κατάθεσή της, όταν η μητέρα της έλειπε έξω σε δουλειά, «ο “μπαμπάς” ήρθε χωρίς το παντελόνι του και το εσώρουχό του και μου έβγαλε το παντελόνι και το κιλοτάκι μου. Αυτό είχε γίνει και μια άλλη φορά. Μετά ήρθε η μαμά στο σπίτι και μας βρήκε στο κρεβάτι. Εγώ ήμουν ντυμένη και ο “μπαμπάς” ντύθηκε μετά. Η μαμά είπε: “Τι κάνετε εκεί;”. Εγώ της είπα ότι ο “μπαμπάς” μού έκανε αυτά με το ζόρι και αυτός της είπε ότι εγώ ήθελα να γίνουν αυτά. Η μαμά μετά με χτύπησε με τα χέρια της».

Οταν το κορίτσι μεταφέρθηκε στο Χαμόγελο του Παιδιού, η μητέρα του τού είπε να μην πει πουθενά «γι’ αυτά που της έκανε ο “μπαμπάς”».

Ο ρόλος του παππού

Σημειώνεται ότι η μητέρα έχασε την επιμέλεια της 12χρονης όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί για αρκετές ημέρες στο Νοσοκομείο Τριπόλεως πέρυσι το Πάσχα λόγω σοβαρού ψυχιατρικού προβλήματος που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα ο ιερέας να πάει ο ίδιος το παιδί στο Αστυνομικό Τμήμα, ζητώντας από τους αξιωματικούς να επικοινωνήσουν με το Χαμόγελο του Παιδιού διότι ο ίδιος δεν μπορούσε να το αναλάβει. Οταν η μητέρα συνήλθε από την περιπέτεια της υγείας της προσπάθησε να προσεγγίσει την κόρη της και να την επισκεφτεί στις εγκαταστάσεις του Χαμόγελου του Παιδιού, παραμονές Χριστουγέννων του 2018, χωρίς όμως να τα καταφέρει διότι είχε βγει ήδη η δικαστική απόφαση για την αφαίρεση της επιμέλειας του παιδιού.

Πάντως ο ιερέας δεν είναι το μοναδικό πρόσωπο που κατονομάζει στην κατάθεσή του το 12χρονο κορίτσι. Λέει πως και ο παππούς της «μου έκανε αυτά που της είχε κάνει ο ιερέας».

Στη δεύτερη κατάθεσή της με ημερομηνία 27 Ιουνίου 2019, στο Πρωτοδικείο Γυθείου, αναφέρει: «Μια φορά έγινε με τον παππού και ήμουν μικρή και ήταν ο παππούς χωρίς ρούχα. Ημουν μόνη μου με τον παππού, εκεί δεν ήταν η μαμά και η γιαγιά».

Στην ίδια κατάθεση, το κοριτσάκι γίνεται ακόμη πιο αναλυτικό στις περιγραφές του και εστιάζει στις συμπεριφορές των τριών παραπάνω προσώπων, δηλαδή του ιερέα, του παππού της και της μητέρας της. Αυτά που αναφέρει προκαλούν τουλάχιστον ρίγη ανατριχίλας. Δείχνει ανυπεράσπιστη, φοβισμένη, μην μπορώντας να διαχειριστεί όσα της συμβαίνουν. Και πώς να τα διαχειριστεί άλλωστε το μυαλουδάκι της; Το κορίτσι, βάσει των περιγραφών που δίνει, εμφανίζεται αποκομμένο από το κοινωνικό περιβάλλον. Δεν πήγαινε καν στο σχολείο.

Συγκεκριμένα λέει: «Σηκωνόμουν το πρωί, έτρωγα πρωινό και έβλεπα τηλεόραση μέχρι τις 2 το μεσημέρι. Μετά έτρωγα. Η μαμά μου δούλευε συνέχεια. Οταν γνώρισα τον “μπαμπά” (εννοεί τον ιερέα) ήμουν 8 χρονών. Πριν έμενα στο σπίτι της γιαγιάς. Εκεί, μαζί με τον παππού και τη γιαγιά, έμενε και η μαμά μου. Τον παππού δεν τον συμπαθώ γιατί με χτυπούσε. Πολλές φορές με είχε χτυπήσει ο παππούς. Με χτυπούσε με τα χέρια παντού. Μπροστά που με χτυπούσε ήταν και η γιαγιά μου. Το είχα πει στη μαμά μου. Τη χτυπούσε και τη μαμά μου. Γι’ αυτό φύγαμε από το σπίτι».

Τα βασανιστήρια

Η 12χρονη συνεχίζει, εξιστορώντας την αρχή της γνωριμίας της με τον ιερέα και την εγκατάσταση μαζί με τη μητέρα της στο σπίτι του.

Αναφέρει μάλιστα ότι τη χτυπούσε και ο ιερέας, χρησιμοποιώντας τη ζώνη του. «Εγινε πολλές φορές αυτό», λέει, και συνεχίζει: «Μπροστά ήταν και η μαμά. Ετσι απλά με χτυπούσε. Με χτυπούσε όταν ήταν η μαμά μπροστά. Με χτυπούσε όταν ήμασταν μόνοι μας. Με χτυπούσε και η μαμά», λέει παρακάτω.

Βάσει των λεγομένων της, η σωματική βία που ασκούσαν πάνω της δεν ήταν ο μοναδικός εφιάλτης που ζούσε μέσα στο σπίτι του ιερέα. Τονίζει ότι ο ίδιος της είχε πει αρκετές φορές να ξαπλώσει στο κρεβάτι μαζί τους, αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάει και γι’ αυτό την έδερναν.

«Δεν θυμάμαι τι μου είχε πει τότε», λέει η 12χρονη στην κατάθεσή της. «Με είχε μαλώσει και με είχε χτυπήσει. Οταν μου είπε να πάω στο κρεβάτι, δεν φορούσε ρούχα. Δεν τον είχα ξαναδεί να μη φοράει ρούχα. Μια φορά έγινε αυτό. Εκείνη την ημέρα με έπιασε από τα χέρια. Εκείνη την ημέρα με χτύπησε με τη ζώνη γιατί δεν ήθελα να πάω στο κρεβάτι τους. Δεν πήγα στο κρεβάτι τους. Δεν φορούσε ρούχα. Ηταν καλοκαίρι. Μόνο στα χέρια με κράτησε. Ανοιξε η πόρτα και μας είδε η μαμά. Μπήκε η μαμά μέσα και μετά ο “μπαμπάς” έβαλε ρούχα και είπε ότι εγώ το ήθελα και η μαμά μετά με χτύπησε με τη ζώνη. Δεν θέλω να ξαναγυρίσω πίσω».

Παρακάτω αναφέρεται στο περιστατικό που στάθηκε αφορμή να κατηγορηθεί και να προφυλακιστεί ο ιερέας για ασέλγεια εις βάρος ανηλίκου, ενώ ρόλο έπαιξε και η επιβαρυντική για τον ίδιο κατάθεση της Βουλγάρας πρώην συντρόφου του, που δηλώνει ότι η κόρη της πράγματι κακοποιήθηκε από τον ιερέα.

Λέει, λοιπόν, η 12χρονη: «Ο “μπαμπάς” (ο ιερέας) ήταν γυμνός, χωρίς ρούχα και με το ζόρι ήθελε να πάω στο κρεβάτι και με το ζόρι ήθελε να μου βγάλει τα ρούχα, και μου τα έβγαλε. Μετά ήρθε κοντά μου, πάνω μου, ξάπλωσε πάνω μου, και τότε μπήκε η μαμά μέσα στο σπίτι. Και η μαμά φώναξε στον “μπαμπά” μου. Και ο “μπαμπάς” είπε “δεν έκανα τίποτα” και ότι εγώ ήθελα και αυτό ήταν ψέματα. Και μετά η μαμά με χτύπησε με τη ζώνη και με έβγαλε έξω από το σπίτι και έμεινα για πολλή ώρα έξω, μέχρι το πρωί, και ήμουν γυμνή και έκλαιγα. Και όταν ήμουν έξω βγήκε η μαμά και με χτυπούσε».

Τι απαντά ο ιερέας

Ο ιερέας, μιλώντας στην τηλεοπτική εκπομπή του STAR «Αλήθειες με τη Ζήνα», υποστήριξε ότι όλα όσα αναφέρουν στις καταθέσεις τους το 12χρονο κορίτσι και η μητέρα της είναι αναληθή. «Εγώ ουδέποτε πήγα να ασελγήσω σε ένα ανήλικο παιδί. Εχω μεγαλώσει έξι παιδιά και τα πέντε είναι κορίτσια. Είμαι ο μοναδικός άνδρας που πήρε την επιμέλεια μέχρι 18 ετών της μικρής μου κόρης, που ήταν εννέα μηνών», είπε ο ιερέας, ενώ δήλωσε συντετριμμένος από τις κατηγορίες εις βάρος του, για να προσθέσει: «Το παιδάκι το πήρα στις 16 Φεβρουαρίου του 2018. Ενάμιση μήνα έμεινε το παιδί στο σπίτι. Επαθε νευρική κρίση η μητέρα. Εμείς με την κόρη μου παραδώσαμε το παιδί στην Αστυνομία. Εγώ με την κόρη μου το παραδώσαμε στο Χαμόγελο του Παιδιού». Στο ερώτημα γιατί η 12χρονη λέει στις καταθέσεις της ότι την κακοποιούσε, ο ιερέας απάντησε: «Το έχουν μπλέξει το παιδί. Το έχουν βάλει. Πιθανόν το 90% είναι η μητέρα. Το κορίτσι από την πρώτη στιγμή και σε εμένα και στην κόρη μου έχει εκφράσει ότι το έχει πειράξει σεξουαλικά ο παππούς».

Η ιατροδικαστική έκθεση

Από την παραγγελθείσα ιατροδικαστική εξέταση δεν προκύπτουν σαφή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη σωματική-σεξουαλική κακοποίηση, καθώς έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τα καταγγελλόμενα γεγονότα. Για τον λόγο αυτό οι ιατροδικαστές προτείνουν τη διενέργεια περαιτέρω κλινικών-εργαστηριακών εξετάσεων, καθώς και παιδοψυχιατρικής εκτίμησης της 12χρονης. Να σημειωθεί ότι το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει μεταξύ των καταγγελλόμενων πράξεων και της ιατροδικαστικής εξέτασης της μικρής είναι τέτοιο που δικαιολογεί το μη καταληκτικό συμπέρασμα των ιατροδικαστών.


Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα