Σάλος στο Ισραήλ: Ο Νετανιάχου φέρεται να επέτρεψε τη χρηματοδότηση της Χαμάς!- Δόθηκαν 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε 10 χρόνια μέσω Κατάρ!-Τι αποκαλύπτει το περιοδικό ΤΙΜΕ

Ήθελε να διατηρήσει τη διαίρεση των Παλαιστινίων

Πώς ο Ισραηλινός πρωθυπουργός στήριξε τη συνέχιση της χρηματοδότησης της Γάζας, ποια στρατηγική επιδίωκε και γιατί ο μηχανισμός που διατηρήθηκε επί χρόνια δεν απέτρεψε την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.

Σάλος στο Ισραήλ: Ο Νετανιάχου φέρεται να επέτρεψε τη χρηματοδότηση της Χαμάς!- Δόθηκαν 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε 10 χρόνια μέσω Κατάρ!-Τι αποκαλύπτει το περιοδικό ΤΙΜΕ

Νέα στοιχεία για τη μακρόχρονη συνεργασία του Ισραήλ με το Κατάρ, με επίκεντρο τη χρηματοδότηση της Λωρίδας της Γάζας και τις συνέπειες που είχε η συγκεκριμένη πολιτική για τη Χαμάς, φέρνει στο φως το περιοδικό TIME. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου διαδραμάτισε πολύ πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και τη διατήρηση του συγκεκριμένου μηχανισμού από όσο έχει αναγνωρίσει δημοσίως.

Έγγραφα που εξασφάλισε το περιοδικό, μεταξύ των οποίων επιστολές υψηλόβαθμων Ισραηλινών αξιωματούχων προς την ηγεσία του Κατάρ, σκιαγραφούν μια πολυετή συνεργασία, στο πλαίσιο της οποίας το Ισραήλ δεν περιορίστηκε στην έγκριση των χρηματοδοτήσεων, αλλά φέρεται να ενθάρρυνε και να διευκόλυνε τη μεταφορά χρημάτων προς τη Γάζα για περισσότερο από μία δεκαετία.

Η υπόθεση επανέρχεται στο προσκήνιο σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία για το Ισραήλ, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές και εντείνονται οι πιέσεις προς τον Νετανιάχου. Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι η πολιτική αυτή συνέβαλε στη διατήρηση της Χαμάς στην εξουσία και, κατ’ επέκταση, στην ενίσχυση των δυνατοτήτων της οργάνωσης, η οποία πραγματοποίησε την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η εκτίμηση ότι η ισραηλινή κυβέρνηση αντιμετώπιζε επί χρόνια τη διατήρηση της Χαμάς ως παράγοντα που εξυπηρετούσε ευρύτερους πολιτικούς στόχους. Σε παλαιότερες τοποθετήσεις του, ο ίδιος ο Νετανιάχου είχε υποστηρίξει την πολιτική διατήρησης της οργάνωσης στην εξουσία, με το επιχείρημα ότι ο παλαιστινιακός διχασμός περιόριζε τις προοπτικές συγκρότησης ενός ενιαίου παλαιστινιακού κράτους.

Η στρατηγική αυτή, όπως την περιγράφουν οι επικριτές του, στηριζόταν σε δύο βασικούς υπολογισμούς: αφενός, η αντιπαράθεση μεταξύ της Χαμάς στη Γάζα και της Φατάχ στη Δυτική Όχθη εμπόδιζε τη συγκρότηση ενιαίας παλαιστινιακής ηγεσίας· αφετέρου, η διεθνής αντιμετώπιση της Χαμάς ως τρομοκρατικής οργάνωσης περιόριζε τη δυνατότητά της να λειτουργήσει ως αποδεκτός συνομιλητής στις διαπραγματεύσεις για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.

 

Σχεδόν 2 δισ. δολάρια σε μία δεκαετία

Η οικονομική βοήθεια του Κατάρ προς τη Λωρίδα της Γάζας άρχισε το 2007, όταν η Χαμάς ανέλαβε τον έλεγχο του παλαιστινιακού θύλακα. Στα πρώτα χρόνια, επί πρωθυπουργίας Εχούντ Ολμέρτ, το Ισραήλ δεν είχε άμεση συμμετοχή στη διαδικασία μεταφοράς των χρημάτων.

Το σκηνικό άλλαξε το 2012, όταν η κυβέρνηση Νετανιάχου ενέκρινε έναν μηχανισμό που έδινε στις ισραηλινές αρχές ενεργό ρόλο στη διοχέτευση και τη διανομή της βοήθειας. Η συμμετοχή τους αφορούσε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών: από τη διευκόλυνση της μεταφοράς τροφίμων και φαρμάκων έως τον καθορισμό των παλαιστινιακών νοικοκυριών που δικαιούνταν οικονομική ενίσχυση, αλλά και τη χρηματοδότηση της ηλεκτροδότησης της Γάζας.

Το μέγεθος των χρηματοδοτήσεων αποτυπώνει τη διάρκεια και την έκταση της συγκεκριμένης πολιτικής. Έως το 2018, το Κατάρ είχε διαθέσει περίπου 1,1 δισ. δολάρια, ενώ το συνολικό ποσό που διοχετεύθηκε σε βάθος δεκαετίας πλησίασε τα 2 δισ. δολάρια.

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία του TIME αναδεικνύει μια χαρακτηριστική αντίφαση. Ενώ Ισραηλινοί αξιωματούχοι κατηγορούσαν δημοσίως το Κατάρ ότι χρηματοδοτούσε τη Χαμάς, σύμφωνα με πηγές που συμμετείχαν στις σχετικές διαπραγματεύσεις και μίλησαν στο περιοδικό, οι ίδιοι αξιωματούχοι ζητούσαν παρασκηνιακά από την Ντόχα να συνεχίσει τις πληρωμές.

Η διπλή αυτή στάση προκάλεσε δυσαρέσκεια στην καταριανή πλευρά. Από το 2018, η κυβέρνηση του Κατάρ άρχισε να ζητά γραπτές αποδείξεις για τη συμμετοχή και τη συναίνεση του Ισραήλ, επιδιώκοντας να διασφαλίσει ότι οι χρηματοδοτήσεις πραγματοποιούνταν με την έγκριση των ισραηλινών αρχών.

Οι επιστολές που φωτίζουν τη συνεργασία

Ανάμεσα στα σημαντικότερα έγγραφα που εξασφάλισε το TIME περιλαμβάνεται επιστολή του 2020, την οποία είχε αποστείλει ο τότε επικεφαλής της Μοσάντ, Γιόσι Κοέν, προς τον εμίρη του Κατάρ, Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι.

Στην επιστολή, ο Κοέν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του Ισραήλ για την ανθρωπιστική βοήθεια που παρείχε το Κατάρ στη Γάζα, επισημαίνοντας τη συμβολή της στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού, καθώς και στη διατήρηση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή.

Αντίστοιχο περιεχόμενο είχε και επιστολή που απέστειλε την ίδια χρονιά ο Ρ. Λ. Μαόζ, μέλος του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, ο Ισραηλινός αξιωματούχος ζητούσε να συνεχιστεί η χρηματοδότηση μέσω του ήδη υφιστάμενου μηχανισμού, χωρίς να αναζητηθούν εναλλακτικοί μεσάζοντες.

Τα έγγραφα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς καταγράφουν την επιμονή της κυβέρνησης Νετανιάχου στη διατήρηση της οικονομικής βοήθειας, ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες η δημόσια ρητορική της απέναντι στο Κατάρ ήταν επικριτική.

Παράλληλα, ενισχύουν την εικόνα μιας συνεργασίας που δεν περιοριζόταν σε περιστασιακές συνεννοήσεις, αλλά είχε αποκτήσει συγκεκριμένους διαύλους επικοινωνίας και έναν σταθερό μηχανισμό συνεννόησης μεταξύ των δύο πλευρών.

Πώς λειτουργούσε ο μηχανισμός χρηματοδότησης

Το 2018, η διαδικασία απέκτησε πιο επίσημη μορφή μέσα από μια τριμερή συνεργασία μεταξύ του Ισραήλ, του Κατάρ και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στόχος ήταν η διοχέτευση της οικονομικής βοήθειας στη Γάζα μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες, με την εμπλοκή των ισραηλινών αρχών και διεθνών οργανισμών.

Στις 2 Οκτωβρίου του ίδιου έτους υπογράφηκε συμφωνία για τη χρηματοδότηση προμηθειών καυσίμων. Το Κατάρ αναλάμβανε το κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας που αγοράζονταν από το Ισραήλ, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούσε έργα μέσω των Ηνωμένων Εθνών.

Τον Αύγουστο του 2021 συμφωνήθηκε ένα επιπλέον πρόγραμμα ύψους 40 εκατ. δολαρίων. Προέβλεπε τη χορήγηση 100 δολαρίων τον μήνα σε σχεδόν 100.000 παλαιστινιακά νοικοκυριά, αρχικά για διάστημα τεσσάρων μηνών.

Οι ισραηλινές αρχές είχαν την ευθύνη του ελέγχου των δικαιούχων, ενώ η διανομή των χρημάτων πραγματοποιούνταν μέσω του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος. Οι οικογένειες λάμβαναν γραπτά μηνύματα με πληροφορίες για την παραλαβή της οικονομικής ενίσχυσης.

Ωστόσο, η εφαρμογή του μηχανισμού δεν περιορίστηκε στις επίσημες διαδικασίες. Μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες πρακτικές καταγράφηκε το 2018, όταν ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, περιόρισε τις πληρωμές προς δημόσιους υπαλλήλους στη Γάζα. Τότε, Ισραηλινοί αξιωματούχοι ασφαλείας διευκόλυναν τη μεταφορά καταριανών μετρητών στον παλαιστινιακό θύλακα μέσα σε βαλίτσες.

Η πρακτική προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της ισραηλινής κυβέρνησης. Ο τότε υπουργός Παιδείας, Ναφτάλι Μπένετ, είχε χαρακτηρίσει τις πληρωμές «χρήματα προστασίας», αποτυπώνοντας την ένταση που προκαλούσε η συγκεκριμένη επιλογή ακόμη και μεταξύ στελεχών της ισραηλινής πολιτικής ηγεσίας.

Σάλος στο Ισραήλ: Ο Νετανιάχου φέρεται να επέτρεψε τη χρηματοδότηση της Χαμάς!- Δόθηκαν 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε 10 χρόνια μέσω Κατάρ!-Τι αποκαλύπτει το περιοδικό ΤΙΜΕ

Ο στρατηγικός υπολογισμός του Νετανιάχου

Για τους επικριτές του Ισραηλινού πρωθυπουργού, η διατήρηση της Χαμάς στην εξουσία δεν αποτελούσε απλώς μια επιλογή διαχείρισης της κατάστασης στη Γάζα, αλλά εντασσόταν σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική.

Η ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών παλαιστινιακών κέντρων εξουσίας, της Χαμάς στη Γάζα και της Φατάχ του Μαχμούντ Αμπάς στη Δυτική Όχθη, δυσχέραινε τη συγκρότηση ενιαίας παλαιστινιακής ηγεσίας. Μια τέτοια ηγεσία θα μπορούσε να διεκδικήσει με μεγαλύτερη συνοχή τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και να προσέλθει στις διεθνείς διαπραγματεύσεις με κοινή πολιτική γραμμή.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Jerusalem Post, ο Νετανιάχου είχε υποστηρίξει σε συνεδρίαση του Λικούντ, του κόμματός του, το 2019 ότι όσοι επιθυμούν να αποτρέψουν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους πρέπει να υποστηρίζουν την ενίσχυση της Χαμάς και τη μεταφορά χρημάτων προς αυτήν.

Ο ίδιος, ωστόσο, αρνήθηκε αργότερα ότι είχε κάνει τη συγκεκριμένη δήλωση.

Σε συνέντευξή του στο TIME το 2024, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η χρηματοδότηση είχε αποκλειστικά ανθρωπιστικό χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην αποτροπή μιας ευρύτερης καταστροφής στη Γάζα. Όπως εξήγησε, χωρίς οικονομική βοήθεια θα κατέρρεαν κρίσιμες υποδομές, όπως τα συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης, καθώς και οι εκπαιδευτικές δομές, δημιουργώντας συνθήκες χάους και αυξάνοντας τον κίνδυνο εξάπλωσης ασθενειών.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η στρατιωτική ενίσχυση της Χαμάς προερχόταν κυρίως από το Ιράν και διοχετευόταν μέσω διαφορετικών διαύλων.

Σύμφωνα με αξιωματούχους που συμμετείχαν στις παρασκηνιακές διεργασίες, η συνέχιση των χρηματοδοτήσεων είχε τη στήριξη διαδοχικών ισραηλινών κυβερνήσεων, αλλά και των αμερικανικών κυβερνήσεων Τραμπ και Μπάιντεν, των Ηνωμένων Εθνών και ευρωπαϊκών κρατών.

Η συγκεκριμένη αναφορά αναδεικνύει ότι ο μηχανισμός δεν αποτελούσε αποκλειστικά επιλογή ενός προσώπου ή μιας κυβέρνησης, αλλά εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνών συνεννοήσεων για τη διαχείριση της ανθρωπιστικής και οικονομικής κατάστασης στη Γάζα.

Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τις αδυναμίες του συστήματος. Ορισμένοι από όσους συμμετείχαν στη διαδικασία αναγνώριζαν ότι τόσο το Ισραήλ όσο και η Χαμάς μπορούσαν να αξιοποιούν τον έλεγχο της βοήθειας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι άμαχοι παρέμεναν εξαρτημένοι από αποφάσεις που λαμβάνονταν από πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες, χωρίς να έχουν ουσιαστικό έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο διαμορφωνόταν η καθημερινότητά τους.

Οι τελευταίες κινήσεις πριν από την 7η Οκτωβρίου

Το 2023, καθώς η ένταση στην περιοχή αυξανόταν, το Κατάρ πρότεινε την υιοθέτηση ενός διαφορετικού μηχανισμού χρηματοδότησης. Η πρόταση αποσκοπούσε στην απευθείας ενίσχυση των Παλαιστινίων πολιτών, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από τις διαδικασίες που ελέγχονταν από το Ισραήλ και τη Χαμάς.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου, ωστόσο, επέμεινε στη διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος.

Δύο εβδομάδες πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Νταβίντ Μπαρνέα, επισκέφθηκε την Ντόχα, ζητώντας την ανανέωση της χρηματοδότησης. Η καταριανή πλευρά συμφώνησε, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι επρόκειτο για την τελευταία παράταση.

Ο Μπαρνέα ζήτησε ακόμη δύο μήνες, υποστηρίζοντας ότι η συνέχιση της οικονομικής βοήθειας θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε ενδεχόμενες επιθετικές ενέργειες της Χαμάς.

Η λογική πίσω από αυτή την προσέγγιση ήταν ότι η οργάνωση, έχοντας να χάσει οικονομικά και πολιτικά οφέλη από μια νέα σύγκρουση, θα είχε κίνητρο να αποφύγει την κλιμάκωση. Η διατήρηση της οικονομικής στήριξης εκτιμάτο ότι θα μπορούσε να συμβάλει στη σχετική σταθερότητα της περιοχής.

Τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου ανέτρεψαν με τον πλέον δραματικό τρόπο αυτόν τον υπολογισμό. Η επίθεση της Χαμάς, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.200 άνθρωποι και απήχθησαν άλλοι 251, ανέδειξε τα όρια της στρατηγικής που στηριζόταν στην υπόθεση ότι η οικονομική ενίσχυση θα λειτουργούσε ως παράγοντας αποτροπής.

Η επίθεση οδήγησε, παράλληλα, στον τερματισμό του συγκεκριμένου μηχανισμού χρηματοδότησης, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης γύρω από τις επιλογές που είχαν προηγηθεί και τις ευθύνες για την αποτυχία αποτροπής της επίθεσης.

 

Και το σκάνδαλο Qatargate

Η κυβέρνηση του Κατάρ απορρίπτει τις κατηγορίες ότι χρηματοδότησε τη στρατιωτική δράση της Χαμάς. Εκπρόσωπός της δήλωσε στο TIME ότι η οικονομική βοήθεια προοριζόταν αποκλειστικά για τους Παλαιστίνιους πολίτες και διανεμόταν μέσω μηχανισμών που είχαν συμφωνηθεί με το Ισραήλ και διεθνείς οργανισμούς.

Σύμφωνα με την ίδια θέση, εάν μέρος των χρημάτων κατέληξε στη Χαμάς, η ευθύνη θα πρέπει να αναζητηθεί στις ισραηλινές αρχές, οι οποίες είχαν την εποπτεία της διαδικασίας διανομής.

Την ίδια ώρα, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με νέες πιέσεις εξαιτίας του σκανδάλου «Qatargate». Στο πλαίσιο της υπόθεσης, νυν και πρώην συνεργάτες του φέρονται να έλαβαν χρήματα με σκοπό την προώθηση μιας θετικής εικόνας του Κατάρ, μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.

Η υπόθεση προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην ήδη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην ισραηλινή κυβέρνηση και την Ντόχα, επαναφέροντας ερωτήματα για τις πολιτικές και οικονομικές διασυνδέσεις των δύο πλευρών, τους μηχανισμούς επιρροής και τον τρόπο με τον οποίο η διαχείριση της Γάζας εντάχθηκε σε ευρύτερους στρατηγικούς σχεδιασμούς.

Οι αποκαλύψεις του TIME επαναφέρουν, τελικά, στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: σε ποιο βαθμό η πολιτική που παρουσιάστηκε ως μέσο ανθρωπιστικής ανακούφισης και διατήρησης της σταθερότητας συνέβαλε παράλληλα στη διαιώνιση του παλαιστινιακού διχασμού; Και πόσο βάσιμος αποδείχθηκε ο υπολογισμός ότι η οικονομική στήριξη θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο μιας νέας σύγκρουσης;

Η απάντηση παραμένει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα έγγραφα και οι μαρτυρίες που επικαλείται το περιοδικό, ωστόσο, αναδεικνύουν τη μακροχρόνια εμπλοκή της ισραηλινής κυβέρνησης στη διαμόρφωση του μηχανισμού χρηματοδότησης, καθώς και τις αντιφάσεις μιας πολιτικής που επιδίωκε να διαχειριστεί τη Γάζα μέσω οικονομικών κινήτρων, χωρίς να εξαλείψει τις συνθήκες που τροφοδοτούσαν τη σύγκρουση.

↑
Exit mobile version