Σκάνδαλο Pizza Fan: O Κώστας Αντάρας είχε στην κατοχή του είχε 500.000 ευρώ σε 20άρικα και 28.000 ευρώ σε 10άρικα!- Τα «τούβλα» από τα «ψιλά» που βρέθηκαν ξεπερνούν τα 1,2 εκατομμύρια ευρώ!- Τα 92 πολυτελή ρολόγια και τα κοσμήματα αμύθητης αξίας που…έγιναν από «κεράσματα» πίτσας

«Τούβλα» από χαρτονομίσματα μικρής αξίας, μια συλλογή 92 πολυτελών ρολογιών και κοσμήματα μεγάλης αξίας βρέθηκαν στη βίλα του Κώστα Αντάρα στην Εκάλη.

Σκάνδαλο Pizza Fan: O Κώστας Αντάρας είχε στην κατοχή του είχε 500.000 ευρώ σε 20άρικα και 28.000 ευρώ σε 10άρικα!- Τα «τούβλα» από τα «ψιλά» που βρέθηκαν ξεπερνούν τα 1,2 εκατομμύρια ευρώ!- Τα 92 πολυτελή ρολόγια και τα κοσμήματα αμύθητης αξίας που…έγιναν από «κεράσματα» πίτσας

Το συνολικό ποσό των μετρητών που εντόπισε η Οικονομική Αστυνομία αγγίζει τα 1,2 εκατ. ευρώ, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα κατασχεθέντα χρήματα δεν υπήρχε ούτε ένα χαρτονόμισμα αξίας μεγαλύτερης των 50 ευρώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα από την έφοδο των αστυνομικών στη βίλα του Mr Pizza Fan, καθώς η καταμέτρηση των χρημάτων αποκάλυψε μια εντυπωσιακή συγκέντρωση χαρτονομισμάτων των 20, των 10 και των 5 ευρώ, μαζί με εκείνα των 50 ευρώ. Συνολικά, οι Αρχές κατέγραψαν 12.793 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, συνολικής αξίας 640.000 ευρώ, 25.208 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ, που αντιστοιχούν σε περίπου 500.000 ευρώ, 2.801 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ, αξίας περίπου 28.000 ευρώ, καθώς και 814 χαρτονομίσματα των 5 ευρώ, συνολικής αξίας περίπου 4.000 ευρώ. Το ποσό που καταμετρήθηκε ανήλθε σε 1.175.990 ευρώ.

Στα ευρήματα περιλαμβάνεται, παράλληλα, μια εντυπωσιακή συλλογή 92 ρολογιών πολυτελών οίκων, μεταξύ των οποίων Rolex, Patek Philippe, Vacheron Constantin, Audemars Piguet, Radiomir Panerai, Zenith, Sorna και Franck Muller. Κατασχέθηκαν, επίσης, δύο χρυσόχρωμα αγγλικά ρολόγια τσέπης, πιστοποιητικά γνησιότητας ακριβών ρολογιών, ένα διαμαντένιο κολιέ και τρεις ροζ πέτρες, αντικείμενα που προσθέτουν ακόμη μία διάσταση στην εικόνα που σχηματίζουν οι αστυνομικές Αρχές για την οικονομική δραστηριότητα των εμπλεκομένων.

Ο ρόλος του 68χρονου και το έμβασμα των 1,5 εκατ. ευρώ

Ο 68χρονος Κώστας Αντάρας περιγράφεται από την ΕΛ.ΑΣ. ως αδιαμφισβήτητο αρχηγικό μέλος της οργάνωσης και κεντρικός συντονιστής της δράσης της. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, συμμετείχε με ποσοστό μόλις 0,01% σε ελληνική εταιρεία που συνδέεται με την Pizza Fan, ενώ το υπόλοιπο 99,99% ανήκε σε εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία, η οποία φέρεται να ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Παρά τη συγκεκριμένη εταιρική κατανομή, οι Αρχές τον θεωρούν, μαζί με συγκατηγορούμενό του, ιδιοκτήτη της επιχείρησης.

Στο μικροσκόπιο των ερευνητών έχει μπει και μια τραπεζική μεταφορά από την Κύπρο, η οποία περιλαμβάνεται στα στοιχεία που εξετάζονται για τη σύνδεσή του με την εταιρική δραστηριότητα. Ειδικότερα, στις 4 Αυγούστου 2026, ο 68χρονος ενημερώθηκε για μεταφορά 1,5 εκατ. ευρώ, η οποία αφορούσε τη διανομή μερίσματος για τα έτη 2022, 2023 και 2024 από την ελληνική προς την κυπριακή εταιρεία.

126 κατηγορούμενοι – Η έρευνα έφτασε πίσω στο 2016

Η υπόθεση της φερόμενης φοροδιαφυγής στην Pizza Fan αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς οι κατηγορούμενοι έχουν πλέον φτάσει τους 126. Παράλληλα, η έρευνα των Αρχών ανέτρεψε την αρχική εκτίμηση για την έναρξη της δραστηριότητας του κυκλώματος: αντί για το 2022, όπως θεωρούνταν αρχικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η δράση του φέρεται να ξεκίνησε ήδη από το 2016.

Καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη του τρόπου λειτουργίας της οργάνωσης έπαιξαν οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις της ΕΛ.ΑΣ. και οι συνομιλίες που καταγράφηκαν. Από αυτές προκύπτει, σύμφωνα με την έρευνα, ότι το ειδικό λογισμικό που φέρεται να χρησιμοποιούνταν για την απόκρυψη συναλλαγών δεν λειτουργούσε με έναν σταθερό, αμετάβλητο τρόπο, αλλά προσαρμοζόταν ανάλογα με τις συνθήκες και τις πιθανές αντιδράσεις των πελατών.

Η εμπειρία από τη λειτουργία των καταστημάτων και τα στοιχεία των πωλήσεων φαίνεται ότι είχαν οδηγήσει τα εμπλεκόμενα πρόσωπα σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα: όσο μεγαλύτερη ήταν μια παραγγελία, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες ο πελάτης να ζητήσει απόδειξη. Με βάση αυτή την εκτίμηση, ο φερόμενος ως τεχνικός του συστήματος είχε προσαρμόσει το λογισμικό, ώστε η δυνατότητα μη έκδοσης νόμιμης απόδειξης να αφορά μόνο παραγγελίες αξίας έως 40 ευρώ.

Η πρακτική αυτή, όπως περιγράφεται στα στοιχεία της έρευνας, φέρεται να αποτελούσε μέρος ενός οργανωμένου μηχανισμού που στόχευε στην απόκρυψη μέρους του πραγματικού τζίρου των καταστημάτων. Την ίδια στιγμή, οι παραγγελίες εξακολουθούσαν να καταγράφονται στο κεντρικό σύστημα, επιτρέποντας στα πρόσωπα που φέρονται να είχαν τον συντονισμό να παρακολουθούν την οικονομική δραστηριότητα του δικτύου.

Από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες προκύπτει, επίσης, ότι τα καταστήματα που δεν ακολουθούσαν τις κατευθύνσεις της αποκαλούμενης «κεντρικής διοίκησης» δέχονταν πιέσεις και «συστάσεις». Οι εντολές, σύμφωνα με τις αστυνομικές πηγές, αφορούσαν την αύξηση των «μαύρων» παραγγελιών και την προσαρμογή των καταστημάτων στις επιδιώξεις της κεντρικής διοίκησης.

Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, τα καταστήματα που επέλεγαν να εκδίδουν αποκλειστικά νόμιμες αποδείξεις φέρονται να υφίσταντο μια διαφορετική μεταχείριση, η οποία αποσκοπούσε στην άσκηση πίεσης για αλλαγή της πρακτικής τους. Ο τρόπος εφαρμογής αυτής της πίεσης ήταν, σύμφωνα με την έρευνα, η διαχείριση των ηλεκτρονικών παραγγελιών από το τηλεφωνικό κέντρο της εταιρείας.

Ειδικότερα, το τηλεφωνικό κέντρο, μέσω του οποίου γινόταν κεντρικά η διανομή των παραγγελιών στα καταστήματα, φέρεται να κατεύθυνε μεγαλύτερο ποσοστό ηλεκτρονικών παραγγελιών προς εκείνα που δεν εξέδιδαν αποδείξεις για συναλλαγές κάτω των 40 ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάζουν οι Αρχές, επιβραβεύονταν στην πράξη τα καταστήματα που ακολουθούσαν τις επίμαχες πρακτικές, ενώ εκείνα που επέμεναν στη νόμιμη έκδοση παραστατικών φέρονται να βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση.

Ο φερόμενος αρχηγός και το ποσοστό 6%-7% από τα «μαύρα» κέρδη

Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ο Κώστας Αντάρας θεωρείται ο αρχηγός της οργάνωσης, καθώς φέρεται να είχε τη διαχείριση και την ευθύνη της εταιρείας. Οι Αρχές τού αποδίδουν, επίσης, τον σχεδιασμό της δομής του κυκλώματος και την επιλογή των συνεργατών που, κατά την εκτίμησή τους, ανέλαβαν να υλοποιήσουν το σχέδιο.

Αστυνομικές πηγές αναφέρουν ότι ο 68χρονος φέρεται να εισέπραττε χρήματα από τα υποκαταστήματα της εταιρείας, τα οποία συνδέονται με τα αποκρυπτόμενα έσοδα. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι λάμβανε «στο χέρι» ποσοστό περίπου 6%-7% επί των «μαύρων» κερδών, συνήθως έπειτα από συναντήσεις σε καφέ των βορείων προαστίων.

Τα ραντεβού για την παραλαβή των μετρητών φέρονται να πραγματοποιούνταν σε ιδιωτικούς χώρους καταστημάτων εστίασης, με στόχο να αποφεύγονται τα… αδιάκριτα βλέμματα. Η εικόνα που περιγράφεται από την αστυνομική έρευνα παραπέμπει σε έναν μηχανισμό διακίνησης μετρητών που, σύμφωνα με τις Αρχές, λειτουργούσε παράλληλα με την επίσημη οικονομική δραστηριότητα του δικτύου.

Χθες, η Αστυνομία έδωσε στη δημοσιότητα εικόνες από το περίπου 1,2 εκατ. ευρώ που εντοπίστηκε στην κατοικία του 68χρονου, καθώς και από τη συλλογή των 92 ρολογιών που κατασχέθηκαν. Τα ευρήματα αυτά βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της έρευνας για την περιουσιακή κατάσταση των εμπλεκομένων και τη σχέση της με τα φερόμενα αποκρυπτόμενα έσοδα.

Ως «δεξί χέρι» του 68χρονου και φερόμενος υπαρχηγός της οργάνωσης περιγράφεται ένας 51χρονος, ο οποίος, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., είχε αναλάβει τον ρόλο του οικονομικού διευθυντή. Η θέση του φέρεται να ήταν κομβική στη διαχείριση των οικονομικών πτυχών της δραστηριότητας που βρίσκεται υπό διερεύνηση.

Σκάνδαλο Pizza Fan: O Κώστας Αντάρας είχε στην κατοχή του είχε 500.000 ευρώ σε 20άρικα και 28.000 ευρώ σε 10άρικα!- Τα «τούβλα» από τα «ψιλά» που βρέθηκαν ξεπερνούν τα 1,2 εκατομμύρια ευρώ!- Τα 92 πολυτελή ρολόγια και τα κοσμήματα αμύθητης αξίας που…έγιναν από «κεράσματα» πίτσας

Η ζημία για το Δημόσιο ξεπερνά τα 35 εκατ. ευρώ

Τα έως τώρα ευρήματα αποτυπώνουν το μέγεθος της οικονομικής ζημίας που εκτιμάται ότι προκάλεσε η δράση της οργάνωσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΛ.ΑΣ., η απώλεια εσόδων για το ελληνικό Δημόσιο από τη μη απόδοση των αναλογούντων φόρων εισοδήματος και ΦΠΑ, κατά την περίοδο από το 2016 έως το 2026, ξεπερνά τα 35 εκατ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, η φορολογητέα ύλη που φέρεται να αποκρύφτηκε υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 150 εκατ. ευρώ. Τα ποσά αυτά αποτυπώνουν, σύμφωνα με τις Αρχές, την έκταση της υπό διερεύνηση δραστηριότητας, η οποία φέρεται να στηρίχθηκε στη συστηματική απόκρυψη μέρους των συναλλαγών των καταστημάτων.

Στο πλαίσιο της έρευνας κινήθηκαν, παράλληλα, οι διαδικασίες για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, ύστερα από σχετικό αίτημα της Δ.Α.Ο.Ε. προς την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Επιπλέον, για τα έτη 2023, 2024, 2025 και 2026 συντάχθηκαν συνολικά 108 εκθέσεις ελέγχου, οι οποίες διαβιβάστηκαν στην Α.Α.Δ.Ε. με σκοπό τον προσδιορισμό των διαφυγόντων φόρων και τον υπολογισμό του ύψους της φοροδιαφυγής. Η φορολογική διάσταση της υπόθεσης παραμένει, έτσι, ένα από τα βασικά σκέλη της έρευνας, καθώς οι αρμόδιες υπηρεσίες καλούνται να αποτυπώσουν με ακρίβεια τις οικονομικές συνέπειες της φερόμενης δραστηριότητας.

Πώς λειτουργούσε το «κόλπο» με τις αποδείξεις

Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, η οργάνωση φέρεται να είχε αξιοποιήσει ειδικό λογισμικό, το οποίο έδινε σε καταστήματα του δικτύου τη δυνατότητα να ολοκληρώνουν παραγγελίες χωρίς να εκδίδουν τα προβλεπόμενα φορολογικά παραστατικά. Το σύστημα φέρεται να είχε ενσωματωθεί στη διαδικασία παραγγελιοληψίας, ώστε η επίμαχη λειτουργία να αποτελεί μέρος της καθημερινής δραστηριότητας των καταστημάτων.

Ειδικότερα, οι παραγγελίες των πελατών καταχωρίζονταν στο κεντρικό σύστημα και στη συνέχεια προωθούνταν στα αντίστοιχα καταστήματα για την εκτέλεσή τους. Κατά την ολοκλήρωση κάθε παραγγελίας, ο υπάλληλος είχε τη δυνατότητα να εκδώσει απόδειξη, είτε η πληρωμή γινόταν με μετρητά είτε με κάρτα, ενώ υπήρχε και η επιλογή ακύρωσης της συναλλαγής.

Ωστόσο, για ορισμένες παραγγελίες που επιλέγονταν μέσω ειδικού αλγορίθμου, εμφανιζόταν μια πρόσθετη λειτουργία με την ονομασία «κέρασμα». Μέσω αυτής, σύμφωνα με την έρευνα, η παραγγελία μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς να εκδοθεί το αντίστοιχο φορολογικό παραστατικό.

Το στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι οι παραγγελίες αυτές δεν εξαφανίζονταν από το κεντρικό σύστημα. Αντίθετα, εξακολουθούσαν να καταγράφονται, γεγονός που, σύμφωνα με τις Αρχές, επέτρεπε στα μέλη της οργάνωσης να έχουν εικόνα των πραγματικών εσόδων των καταστημάτων και να υπολογίζουν τα ποσά που δεν εμφανίζονταν στις φορολογικές δηλώσεις.

Με άλλα λόγια, το σύστημα φέρεται να επέτρεπε τη διατήρηση μιας εσωτερικής εικόνας του πραγματικού τζίρου, την ώρα που μέρος των συναλλαγών δεν συνοδευόταν από την έκδοση των νόμιμων αποδείξεων. Έτσι, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, αποκρυπτόταν μέρος του κύκλου εργασιών των εμπλεκόμενων καταστημάτων, με συνέπεια τη μη απόδοση των φόρων που αναλογούσαν στα πραγματικά έσοδα.

Η διαχείριση των χρημάτων που φέρονται να προέρχονταν από την παράνομη δραστηριότητα αποτελούσε, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ένα ακόμη οργανωμένο σκέλος του μηχανισμού. Με μέριμνα των αρχηγικών μελών, τα επίμαχα ποσά μεταφέρονταν σε μετρητά, με τη λήψη μέτρων ασφαλείας, και παραδίδονταν κατά τη διάρκεια μηνιαίων συναντήσεων στις οποίες συμμετείχαν μέλη της οργάνωσης.

Οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, σε συγκεκριμένη αίθουσα εμπορικού κέντρου. Εκεί, παράλληλα με την παράδοση των χρημάτων, παρουσιαζόταν και παρακολουθούνταν η οικονομική πορεία του δικτύου, σε συνάρτηση με την υπό διερεύνηση παράνομη δραστηριότητα.

Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας εκτεταμένης έρευνας, με τις Αρχές να εξετάζουν τόσο τον τρόπο λειτουργίας του φερόμενου μηχανισμού απόκρυψης εσόδων όσο και τη διαδρομή των χρημάτων και την περιουσιακή κατάσταση των εμπλεκομένων.

↑
Exit mobile version