Στοιχεία που σοκάρουν: Η Ελευθερία του Τύπου πάτωσε για τα καλά στην Ελλάδα-Κάτω από Αλβανία, Κόσοβο και Μογγολία – Τελευταία στην Ευρώπη η χώρα μας

Τι αποκαλύπτει η φετινή έκθεση των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα

Η Ελευθερία του Τύπου παγκοσμίως διολισθαίνει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη που δημοσίευσαν οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) για το 2026.

Η έκθεση «World Press Freedom Index» αποκαλύπτει ένα ζοφερό τοπίο, όπου η παραπληροφόρηση μέσω AI, οι πολιτικές πιέσεις και η οικονομική ανασφάλεια των μέσων ενημέρωσης απειλούν τα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε δυσχερή θέση, σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, καταλαμβάνοντας τη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε σύνολο 180 χωρών, φέτος βρισκόμαστε στην 86η θέση. Συγκριτικά με πέρσι, έχουμε ανέβει ελαφρώς στην κατάταξη (κατά τρεις θέσεις), όμως και πάλι βρισκόμαστε στον «πάτο» όσον αφορά την Ε.Ε.. Μεταξύ άλλων, είμαστε χαμηλότερα από χώρες όπως η Αλβανία, το Κόσοβο και η Μογγολία.

Στον σύνθετο δείκτη Ελευθερίας του Τύπου, που συντάσσεται με βάση πέντε υποδείκτες, η Ελλάδα συγκεντρώνει 55,05 μονάδες, από 55,37 το 2025. Η βαθμολογία τοποθετεί τη χώρα μας στην τελευταία θέση της «πορτοκαλί ζώνης», των προβληματικών χωρών.

Παρά τις προσπάθειες θεσμικών παρεμβάσεων, οι RSF εντοπίζουν τρεις κύριους λόγους για τη διατήρηση της χώρας στις χαμηλές βαθμίδες:

Δικαστική Πίεση (SLAPPs): Η συχνή χρήση καταχρηστικών αγωγών εναντίον ερευνητών δημοσιογράφων παραμένει το κύριο μέσο φίμωσης της κριτικής.
Παρακολούθηση και Ασφάλεια: Οι σκιές από το σκάνδαλο των υποκλοπών και η αργή πρόοδος στις έρευνες για τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ επηρεάζουν αρνητικά τη βαθμολογία.
Πολυφωνία και Ιδιοκτησία: Η συγκέντρωση των Μέσων Ενημέρωσης σε περιορισμένο αριθμό επιχειρηματικών ομίλων με παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες, δημιουργεί περιβάλλον αυτολογοκρισίας.

Κόλαφος οι αναφορές στην Ελλάδα

Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα αναφέρουν για την Ελλάδα: «Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι υπεύθυνος για την εποπτεία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη συντακτική τους ανεξαρτησία. Η ρυθμιστική αρχή για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), το οποίο κατηγορείται για βραδύτητα και αναποτελεσματικότητα, δεν έχει υποστεί σημαντική αναμόρφωση ούτε από την παρούσα, ούτε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), η οποία τελεί υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού, εμπλέκεται στην παρακολούθηση δημοσιογράφων, πολλοί από τους οποίους έχουν αποτελέσει στόχο του λογισμικού υποκλοπής Predator.

Παρά τις συνταγματικές εγγυήσεις, η Ελευθερία του Τύπου έχει αμφισβητηθεί σε νομοθετικό επίπεδο. Οι νέοι νόμοι που ψηφίστηκαν από το Κοινοβούλιο ως απάντηση στο σκάνδαλο των υποκλοπών “Predatorgate” αποσκοπούν στην καλύτερη προστασία των πολιτών από την αυθαίρετη παρακολούθηση, αλλά δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο απάλλαξε την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) από κάθε ευθύνη για τη συμμετοχή της στο σκάνδαλο. Ένα νομοσχέδιο για τα μέσα ενημέρωσης οδήγησε στη δημιουργία μιας αμφιλεγόμενης επιτροπής δεοντολογίας, ενώ ένας δημοσιογράφος καταδικάστηκε βάσει του ποινικού κώδικα για διάδοση ψευδών πληροφοριών χωρίς καμία αδιάσειστη απόδειξη. Μια τροπολογία που ψηφίστηκε το 2023 αυξάνει τον κίνδυνο φυλάκισης δημοσιογράφων για δυσφήμιση.

Παράλληλα, η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, σε συνδυασμό με τη μείωση του αναγνωστικού κοινού και των διαφημιστικών προϋπολογισμών, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση τη μακροπρόθεσμη επιβίωση πολλών μέσων ενημέρωσης. Ο αντίκτυπος της νέας νομοθεσίας που αποσκοπεί στην αύξηση της διαφάνειας όσον αφορά την ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης παραμένει αβέβαιος.

Τα γραφεία ορισμένων μέσων ενημέρωσης δέχονται τακτικά επιθέσεις από ακροαριστερούς και ακροδεξιούς ακτιβιστές που τα θεωρούν ιδεολογικούς εχθρούς. Επιπλέον, οι γυναίκες δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν συχνά σεξισμό στον χώρο εργασίας.

Η αστυνομία καταφεύγει τακτικά στη βία και σε αυθαίρετες απαγορεύσεις για να παρεμποδίσει τη δημοσιογραφική κάλυψη των διαδηλώσεων και της προσφυγικής κρίσης στα ελληνικά νησιά. Δημοσιογράφοι έχουν πέσει θύματα σωματικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων και μπροστά στα σπίτια τους. Η δολοφονία του βετεράνου αστυνομικού συντάκτη Γιώργου Καραϊβάζ, ο οποίος πυροβολήθηκε μέρα μεσημέρι μπροστά από το σπίτι του στην Αθήνα το 2021, παραμένει ανεξιχνίαστη, καθώς δύο ύποπτοι αθωώθηκαν το 2024. Το περιορισμένο πεδίο αρμοδιοτήτων μιας ομάδας εργασίας για την προστασία των δημοσιογράφων την εμποδίζει να αντιμετωπίσει τη συστημική κρίση της ελληνικής δημοσιογραφίας».

Ποιες χώρες βρίσκονται στην κορυφή της λίστας

Η γεωγραφική διαίρεση μεταξύ των χωρών που προστατεύουν το λειτούργημα και εκείνων που το καταστέλλουν παραμένει χαοτική. Η Βόρεια Ευρώπη συνεχίζει να αποτελεί το «καταφύγιο» της ελεύθερης δημοσιογραφίας.

Η Νορβηγία εντοπίζεται σταθερά στην πρώτη θέση και ακολουθούν: Ολλανδία (2η), Εσθονία (3η), Δανία (4η), Σουηδία (5η), Φινλανδία (6η), Ιρλανδία (7η), Ελβετία (8η), Λουξεμβούργο (9η) και Πορτογαλία (10η).

Οι «μαύρες τρύπες» της Ενημέρωσης
Στο τέλος της κατάταξης βρίσκονται κράτη όπου η δημοσιογραφία οριακά ισοδυναμεί με… έγκλημα. Αυτά είναι τα: Αφγανιστάν (175η), Σαουδική Αραβία (176η), Ιράν (177η), Κίνα (178η), Βόρεια Κορέα (179η) και Ερυθραία (180η).

Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τα ΜΜΕ

Ανεξάρτητα από τις «ατομικές» θέσεις, η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με κρίση εδώ και πολλά χρόνια, όσον αφορά την Ελευθερία του Τύπου. Η εμπιστοσύνη του πληθυσμού στα μέσα ενημέρωσης βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα.

Λίγοι μεγάλοι μιντιακοί όμιλοι συνυπάρχουν με εκατοντάδες ειδησεογραφικούς ιστότοπους, γεγονός που συμβάλλει στον υψηλό κατακερματισμό του τοπίου των μέσων ενημέρωσης. Ομοίως, λίγα άτομα διαχειρίζονται τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης, ενώ παράλληλα δραστηριοποιούνται σε άλλους αυστηρά ρυθμιζόμενους επιχειρηματικούς τομείς. Ορισμένοι από αυτούς έχουν στενούς δεσμούς με την πολιτική ελίτ της χώρας. Ως αποτέλεσμα, ο Τύπος είναι πολύ πολωμένος.

Οι RSF προειδοποιούν ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία «deepfake» περιεχομένου έχει καταστήσει το 2026 την πιο επικίνδυνη χρονιά για την αξιοπιστία των ειδήσεων. «Χωρίς ανεξάρτητο έλεγχο, η αλήθεια γίνεται είδος προς εξαφάνιση», καταλήγει η έκθεση.

Exit mobile version